Πρόσφατες Εξελίξεις

Δεν υπάρχουν πρόσφατες εξελίξεις

Αρχείο (Δημοσιεύσεις, Παρουσιάσεις - Συνέδρια, Προϊόντα Έρευνας - Καινοτομίες όλων των Υποέργων)
Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Αρχιτεκτόνων

25-04-2006 (Υποέργο: 21918)
· K. Arvanitis, K. Kotsakis, P. Nitsiou, M. Scaltsa, M. Triantafyllidou, P. Tzonos, D. Urem-Kotsou, L. Yoka, "'Professionalising the muses’: An exploration of museum professions and their daily practice in Greece". Museum: A World Forum, A major international conference, 25-27 Απριλίου 2006, University of Leicester, UK.

Περίληψη
An increasing emphasis on current and newly emerged concepts, such as outreach, social inclusion, multi-interpretation, diversity, museum and exhibition design, virtuality and evaluation has started to have an impact on the profile, expertise and collaborations among museum professionals. Traditional museum professional posts, such as director, curator, and conservator, are joined by other professionals, such as museologists, museum and exhibition designers, outreach officers, marketing officers and new technologies experts. As a result, museums are gradually becoming places where diverse professionals are expected to work together in the various phases of the museum work, from collection management and interpretation to exhibition design and educational programmes. However, this development may not always be a straightforward process: different agendas, priorities and ideas about the purpose and role of museums and the diverse backgrounds and expertise of museum professionals present a challenge for a constructive daily museum practice. From this standpoint, an interdisciplinary research team in Greece, comprised by architects, museologists and archaeologists and funded by the ‘Pythagoras Programme’ (a European Union-funded initiative, which aims to enhance research activities in Greek Universities) has set up a research project to study how various museum professionals collaborate in today’s museum environments. Based on qualitative research in museums, primarily in Greece but also abroad, the project aims to propose a holistic approach towards the constructive, flexible and reflexive interrelation of museum professionals in the areas of collection management, interpretation, education and exhibition design. This poster will present the main research questions of the project, its particular methodologies and case studies in Greece and abroad, as well as its various phases and milestones. In will, also, present some initial results from the first phase of the research that involved a critical analysis of twenty exhibitions in museums in England.

09-02-2006 (Υποέργο: 21918)
K. Arvanitis, K. Kotsakis, P. Nitsiou, M. Scaltsa, M. Triantafyllidou, P. Tzonos, D. Urem-Kotsou, L. Yoka, "'Material culture in the making': a behind the scenes investigation of the process of constructing histories and identities in Greek museums", in Material Culture, Identities and Inclusion. An AHRC-funded conference, 9-10 February 2006, University of Leicester, UK.

Περίληψη
Museum work is increasingly becoming an interdisciplinary area, where various professionals, from architects and designers to curators, museologists and new media experts are expected to cooperate in the organization, design and delivery of the museum product. In this framework, the traditionally dominating curator's voice about material culture and its histories becomes one of many that are heard in museum offices. As a result, what appears in display cases and the way it is interpreted is an outcome of continuous power-negotiation between the various museum professionals, their strategies and the way they understand the role of museums today. This poster draws on an ongoing research programme at the Aristotle University of Thessaloniki, Greece. The research programme aims to propose a holistic model of museum work that connects reflexively its various processes towards an effective and informed museum product. The poster will present the methodological steps and concerns of the programme in researching the ways material culture is decided and negotiated by museum professionals before it reaches the pubic.

06-09-2007 (Υποέργο: 21939)
Λαδά, Σ., Φωτακοπούλου, Ο., Χατζηκωνσταντίνου, Α., "Portraying gender", 2nd International Conference of the European Society for the History of Science: The Global and the Local: History of Science and Cultural Integration of Europe, Jagellonian University, Krakow, 6-9 September 2006.

Περίληψη
Η εισήγηση αυτή αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου ερευνητικού προγράμματος με τίτλο: "Η συμβολή του φύλου στις θετικές και κοινωνικές επιστήμες: Σύγχρονα ζητήματα έρευνας και διδασκαλίας", το οποίο έχει χρηματοδοτηθεί από το ερευνητικό πρόγραμμα "Φύλο-Πυθαγόρας: Ενίσχυση Ερευνητικών Ομάδων στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης" το 2004. Κύρια παραδοχή της έρευνας είναι η προβληματική παρουσία του φύλου ως αναλυτικής κατηγορίας στις μεγάλες επιστημονικές περιοχές των φυσικών και των κοινωνικών επιστημών. Προκειμένου να ερευνήσουμε την παραπάνω υπόθεση και για τους στόχους της παρουσίασης αυτής θα επικεντρωθούμε στη διερεύνηση του ρόλου του φύλου στη διδασκαλία και την έρευνα μέσω ηλεκτρονικών ερωτηματολογίων (ποσοτική μέθοδος συλλογής δεδομένων) και φωτογραφικού υλικού. Το ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο καταγράφει πληροφορίες αναφορικά με τα μαθήματα φύλου, τη συμμετοχή των φοιτητών/τριών, τη διδακτική προσέγγιση καθώς και την αξιολόγηση. Το δεύτερο μέρος της παρουσίασης περιλαμβάνει φωτογραφίες εργαστηρίου από ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα της περιόδου 1920-1970, οι οποίες απεικονίζουν τον διαρκώς μεταβαλλόμενο ρόλο ανδρών και γυναικών στους χώρους αυτούς. Οι φωτογραφίες πέρα από τον απεικονιστικό τους ρόλο δρουν ως ιστορικές αποδείξεις, στοχεύοντας στην αναδόμηση του χώρου, των σχέσεων, των ιεραρχιών και του υλικού πολιτισμού. Η χρήση των ποσοτικών αποτελεσμάτων ως αφετηρίας για μία αναδρομική επισκόπηση του ρόλου της έννοιας του φύλου στα ελληνικά πανεπιστήμια μας επιτρέπει να εξερευνήσουμε τα στερεότυπα που ευνοούν το κυρίαρχο επιστημολογικό παράδειγμα στις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες.

18-07-2006 (Υποέργο: 21939)
Λαδά, Σ., "Η συμβολή του φύλου στις θετικές και κοινωνικές επιστήμες",1st International Conference on Interdisciplinary Social Sciences, University of Aegean, Island of Rhodes, Greece, 18-21 July 2006

Περίληψη
Στόχος της εισήγησης είναι η παρουσίαση του ερευνητικού προγράμματος με τίτλο: "Η συμβολή του φύλου στα θετικές και κοινωνικές επιστήμες: Σύγχρονα ζητήματα έρευνας και διδασκαλίας", το οποίο επιδοτήθηκε από το ερευνητικό πρόγραμμα 'Φύλο-Πυθαγόρας' το 2004. Το ερευνητικό πρόγραμμα έχει ως στόχο τη διερεύνηση των ακόλουθων ερωτημάτων όσον αφορά τα ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα: α. Πού οφείλεται η άνιση ανάπτυξη της προβληματικής του φύλου μεταξύ κοινωνικών και φυσικών επιστημών, τόσο διεθνώς όσο και κυρίως στα ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα; β. Ποια επιστημολογικά «στερεότυπα» εμποδίζουν την ενσωμάτωση της αναλυτικής κατηγορίας φύλο, κυρίως στις φυσικές επιστήμες; γ. Τι επιστημολογικές «ανατροπές» έχουν συμβεί, τόσο στις κοινωνικές όσο και τις φυσικές επιστήμες που έχουν αναπτύξει αυτή την προβληματική; δ. Τι έχει μετασχηματιστεί, σε επίπεδο επιστημονικού λόγου, θεωρίας, μεθόδων και στόχων έρευνας όσο και πρακτικής της επιστήμης, συμπεριλαμβανομένου του φυσικού χώρου άσκησής της; Κύρια παραδοχή της έρευνας είναι η προβληματική παρουσία του φύλου ως αναλυτικής κατηγορίας όχι τόσο στη μελέτη των κοινωνικών όσο στη μελέτη των φυσικών επιστημών και των μαθηματικών. Για την κατανόηση του φαινομένου αυτού εστιάζουμε την έρευνά μας στις επιστημολογικές συνθήκες που το ευνοούν και χρησιμοποιούμε τρεις ερευνητικές στρατηγικές. Πρώτον, σκοπεύουμε στη συλλογή ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων για κάθε γνωστικό αντικείμενο. Δεύτερον διερευνούμε τα στερεότυπα τα οποία υποστηρίζουν το επιστημολογικό παράδειγμα κάθε γνωστικής περιοχής. Τέλος, η ερευνητική μας ομάδα θα αναλύσει πιθανές διαφοροποιήσεις που εμφανίζει η σχετική συνεξέταση των ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων. Αν για παράδειγμα τα δεδομένα επιβεβαιώσουν τη βασική μας υπόθεση τα ερωτήματα που θα προκύψουν θα είναι: ποιες είναι οι αιτίες του φαινομένου, ποιοι είναι οι παράγοντες που συμβάλλουν στην αντίσταση των φυσικών επιστημών σε μία κριτική με βάση το φύλο και ποιος είναι ο ρόλος των έμφυλων εμπειριών των ανθρώπων οι οποίοι εμπλέκονται σε επιστημονικές πρακτικές. Με επίκεντρο της έρευνας τον χώρο της πανεπιστημιακής διδασκαλίας εξετάζουμε διαφοροποιήσεις σε διδακτικές στρατηγικές όσον αφορά τα διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα και εξερευνούμε τις αιτίες.

18-07-2006 (Υποέργο: 21939)
Ρεντετζή, Μ., "Διερευνώντας τα όρια: Η συνύφανση των κοινωνικών και φυσικών επιστημών σε ένα εργαστήριο φυσικής υψηλών ενεργειών", 1st International Conference on Interdisciplinary Social Sciences, University of Aegean, Island of Rhodes, Greece, 18-21 July 2006

Περίληψη
Οι Σπουδές Επιστήμης και Τεχνολογίας έχουν παρουσιάσει μία ενδιαφέρουσα τάση να εστιάζονται σε όρια και αντικείμενα (που βρίσκονται στα όρια). Επιστημονικά, επιστημολογικά, ηθικά, πολιτισμικά ή άλλου τύπου όρια έχουν συχνά αποτελέσει αντικείμενο ενασχόλησης των ερευνητών των Σπουδών Επιστήμης και Τεχνολογίας. Στο ερευνητικό μας πρόγραμμα "Η συμβολή του φύλου στις κοινωνικές και θετικές επιστήμες" (που υλοποιείται) στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 'διερευνούμε' τα όρια ανάμεσα στις κοινωνικές και θετικές επιστήμες, με την ελπίδα να αποκαλύψουμε τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους η αναλυτική κατηγορία του φύλου έχει επηρεάσει τα δύο κατά παράδοση διακριτά γνωστικά πεδία. Το επίκεντρο της εισήγησής μου είναι η συνύφανση των κοινωνικών και θετικών επιστημών στον χώρο του εργαστηρίου φυσικής υψηλών ενεργειών μετά τη δεκαετία του 1960. Ακριβώς μετά από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το εργαστήριο φυσικής μετασχηματιζόταν – τόσο σε επίπεδο υλικό όσο και σε επίπεδο αρχών. Αυτή η διεργασία μετασχηματισμού συμπεριέλαβε καινούρια μηχανήματα, καινούρια διάταξη, καινούρια κτίρια, καινούρια επιχορήγηση, και καινούριο προσωπικό. Έγινε παραγωγή χιλιομέτρων από φίλμ 70μμ απεικονίζοντας τα πειράματα «double chamber», παράγοντας παράλληλα και μία τεράστια ποσότητα δεδομένων, τα οποία περίμεναν να σκαναριστούν, να μετρηθούν και να ερμηνευτούν. Αν και οι άνδρες επιστήμονες ανέλαβαν τη δημιουργική και επιδέξια απασχόληση της ερμηνείας των δεδομένων, στους μη φυσικούς, που ήταν κυρίως γυναίκες, παραχωρήθηκε η μη «ειδικευμένη» δουλειά του σκαναρίσματος και των μονότονων υπολογισμών. Παραδόξως, στα καινούρια ερευνητικά κέντρα τύπου εργοστασίου, ο ρόλος των γυναικών ήταν υποβαθμισμένος σε σχέση με τα Ευρωπαϊκά εργαστήρια φυσικής πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρόλο που η αλλαγή αυτή έχει συζητηθεί εκτενώς στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, δεν υπάρχει σχεδόν καμία αναφορά στην περιοχή της επιστημονικής έρευνας και σε Ευρωπαϊκές χώρες όπως η Ελλάδα. Αυτή η εισήγηση σκιαγραφεί τους τρόπους με τους οποίους τα στερεότυπα που αφορούν το φύλο μεταβιβάστηκαν στο πυρηνικό ερευνητικό κέντρο 'Δημόκριτος', το πιο σημαντικό εργαστήριο φυσικής στην Ελλάδα την περίοδο των δεκαετιών 1960 και 1970.

18-07-2006 (Υποέργο: 21939)
Ρεπούση, Μ., Τρίμη-Κύρου, Κ., "Φύλο ή γυναίκες; Το επίκεντρο της έρευνας και της ακαδημαϊκής διδασκαλίας στις κοινωνικές επιστήμες στην Ελλάδα", 1st International Conference on Interdisciplinary Social Sciences, University of Aegean, Island of Rhodes, Greece, 18-21 July 2006

Περίληψη
Στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος συγκεντρώθηκε ένας αριθμός συνεντεύξεων από μέλη της ακαδημαϊκής και της ερευνητικής κοινότητας που ανήκουν στο χώρο των κοινωνικών επιστημών. Η ανακοίνωση αυτή παρουσιάζει: Α) τα κριτήρια επιλογής του δείγματος (φύλο, πανεπιστήμιο-ερευνητικό κέντρο, ηλικία, χρόνος ενασχόλησης με θέματα φύλου) Β) τα βασικά ερευνητικά ερωτήματα πάνω στα οποία δομήθηκαν οι συνεντεύξεις (ποια θεωρητική προσέγγιση του φύλου υιοθετείται, πώς σχετίζεται η θεωρητική προσέγγιση με το επιστημολογικό ρεύμα στο οποίο εντάσσονται οι ερωτώμενες, με την τυχόν φεμινιστική δράση τους και με τα προσωπικά τους βιώματα, με τη γενιά στην οποία ανήκουν, με τη συγκεκριμένη επιστήμη τους, με τη στάση τους απέναντι στη διεπιστημονική έρευνα) Γ) τα πρώτα συμπεράσματα που αντλούνται από τις συνεντεύξεις που έχουν πραγματοποιηθεί Δ) τα ζητήματα που χρειάζονται περαιτέρω ανάλυση.

18-07-2006 (Υποέργο: 21939)
Μιχοπούλου, A.E., "Η Ομάδα των Γυναικείων Σπουδών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και δύο δεκαετίες έρευνας στην πρακτική των Γυναικείων Σπουδών στην Ελλάδα (1983-2000)", 1st International Conference on Interdisciplinary Social Sciences, University of Aegean, Island of Rhodes, Greece, 18-21 July 2006

Περίληψη
Η Ομάδα Γυναικείων Σπουδών δημιουργήθηκε από –διδάσκουσες κυρίως, διδασκόμενες δευτερευόντως- γυναίκες διαφορετικών σχολών του Α.Π.Θ. στις αρχές τις δεκαετίας του 1980 και επί μία εικοσαετία περίπου αναμετρήθηκε με επιστημονικά, ακαδημαϊκά, συνδικαλιστικά και ευρύτερα συλλογικά αιτήματα των γυναικών, όσο και με προσωπικές αναζητήσεις, επιλογές και στάσεις των μελών της, έχοντας ως πλαίσιο αναφοράς το γυναικείο κίνημα και τις Γυναικείες Σπουδές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. ΤΟ μοναδικό αυτό στο είδος του εγχείρημα αποκαλύπτει ενδιαφέρουσες όψεις ατομικού και συλλογικού βίου, ιδιαίτερα των γυναικών, ενώ συνεισφέρει και στον προβληματισμό σχετικά με τις επιθυμητές ή/και δυνατές μορφές θεσμοποίησης των Γυναικείων Σπουδών και των Σπουδών Φύλου.

03-07-2005 (Υποέργο: 21939)
Repousi, M., "Women’s Movements to History Education. An alternative to move from National Histories to World Histories", Proceedings of XX Congress of Historical Sciences, http://www.cishsydney2005.org , AIO 26, International Society for History Didactics

Περίληψη
Η εργασία αυτή παρουσιάστηκε στο 20ο Συνέδριο Ιστορικών Επιστημών που πραγματοποιήθηκε στο Σίντνεϋ της Αυστραλίας τον Ιούλιο του 2005. Στη θεματολογία του συνεδρίου κεντρικό θέμα ήταν η παγκόσμια ιστορία και στην εργασία αυτή επιχειρείται η σύνδεση ιστορικής εκπαίδευσης και παγκόσμιας ιστορίας μέσα από την οπτική του φύλου. Στο πρώτο μέρος διερευνάται η ‘εθνική ιστορία’ που διδάσκεται στα σχολεία και παρουσιάζονται οι βασικοί –δομικοί- χαρακτήρες της. Υποστηρίζεται ότι η ‘εθνική σχολική ιστορία’ δεν είναι η διδασκόμενη ιστορία ενός έθνους αλλά ένα συνολικό ρυθμιστικό σύστημα το οποίο δημιουργεί, οργανώνει και νομιμοποιεί τις ιστορικές αντιλήψεις των νέων ανθρώπων στο πλαίσιο του έθνους-κράτους. Το εν λόγω σύστημα εμπεριέχει μια σειρά από στερεότυπα τα οποία διαμορφώνουν την εικόνα του εαυτού και του άλλου, καθώς και την ταυτότητα της ιστορία ως γνωστικού κάδου και τις προσδοκίες από αυτήν. Πρόκειται για έναν ‘κανόνα’ ο οποίος είναι πλήρης ιστορικών, κοινωνικών, εθνικών, πολιτικών μηνυμάτων ανάμεσα στα οποία ουσιαστική θέση έχουν και οι έμφυλοι κώδικες καθώς η ‘αρσενικότητα’ συγκροτεί συστατικό στοιχείο του έθνους. Στο δεύτερο μέρος, παρουσιάζονται οι προσπάθειες υπέρβασης του εθνοκεντρικού παραδείγματος δια της ευρωπαϊκής ιστορίας και σημειώνεται η αποτυχία τους η οποία αποδίδεται στην αδυναμία υπέρβασης της κατηγορίας του έθνους ως βασικής αναλυτικής κατηγορίας και στην αναπαραγωγή της ιεραρχικής σχέσης ανάμεσα στον εαυτό και στον άλλο. Στο τρίτο μέρος προσεγγίζεται η ‘παγκόσμια ιστορία’ και σημειώνεται η ιστορικότητά της καθώς και οι εκδοχές στη μακρά διάρκεια του δυτικού χρόνου. Κάθε μία από αυτές τις εκδοχές, υποστηρίζεται, συνιστά μια βασική κοινωνική και επιστημολογική επιλογή καθώς προσεγγίζει την παγκόσμια ιστορία μέσα από συγκεκριμένες αναλυτικές κατηγορίες. Η παγκόσμια ιστορία συνιστά πρόκληση για την ιστορική εκπαίδευση, σημειώνεται, στο βαθμό που ανανεώνει τα αναλυτικά της εργαλεία, υπερβαίνει τον εθνοκεντρισμό και ευρωκεντρισμό και καταργεί τις διχοτομίες και τις ιεραρχήσεις ανάμεσα στον εαυτό και τον άλλο. Στο πλαίσιο αυτής της ανάγνωσης προτείνεται το φύλο ως κατηγορία ανάλυσης και παρουσιάζονται προσεγγίσεις-κλειδιά της παγκόσμιας ιστορίας μέσα από την οπτική του φύλου. Το τελευταίο μέρος αυτής της εργασίας είναι αφιερωμένο στην ιστορία του γυναικείου κινήματος ως προτεινόμενη εκδοχή παγκόσμιας ιστορίας. Ερωτάται αρχικά ή ίδια η έννοια του γυναικείου κινήματος και επισημαίνεται η εννοιολογική διεύρυνση του όρου στο πλαίσιο σύγχρονων στη βάση του φύλου προσεγγίσεων. Η υπέρβαση της αρχικής διάκρισης ανάμεσα στα κινήματα διεκδίκησης γυναικείων δικαιωμάτων και στις γυναικείες κινητοποιήσεις χωρίς σαφές φεμινιστικό περιεχόμενο αποκαλύπτει ένα σύνολο γυναικείων κινημάτων τα οποία απλώνονται στο χώρο και στο χρόνο. Η διεύρυνση αυτή επιτρέπει στην ιστορική εκπαίδευση την αξιοποίηση του γυναικείου κινήματος ως επιλογής προκειμένου να εισαχθεί στην παγκόσμια ιστορία η ανάγνωση των γυναικών ως ιστορικών υποκειμένων.

10-06-2005 (Υποέργο: 21939)
Ρεντετζή, Μ., "Το Φύλο στις Σπουδές στην Επιστήμη και Τεχνολογία: Ο Συνδετικός Κρίκος Ανάμεσα στην Ιστορία, Κοινωνιολογία και Ανθρωπολογία των Επιστημών", Συνάντηση με τίτλο Οι Σπουδές του Φύλου στο Πανεπιστήμιο, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Βόλος, 10-12 Ιουνίου 2005.

Περίληψη
The paper discusses the relation between STS and gender studies focusing on the concept of gender which functions as a link or a “trading zone” among different and traditional disciplines such as history, sociology and anthropology of science.

28-02-2005 (Υποέργο: 21939)
Ρεντετζή, Μ., "From the Ad to the Lab: Gender and High Energy Physics in Greece in the 1960s" συνάντηση με θέμα Critical Issues on Science and Technology Studies, Institute for Advanced Studies on Science, Technology and Society, Graz, 28 Φεβρουαρίου -2 Μαρτίου, 2005.

Περίληψη
Στη δεκαετία του 1960 τα εργαστήρια φυσικής υψηλών ενεργειών μετατράπηκαν σε εργοστάσια με κέντρο τη λειτουργία του θαλάμου φυσαλίδων, ένα καινούργιο όργανο για τον εντοπισμό των τροχιών των φορτισμένων σωματιδίων. Η καινούργια τεχνολογία του εργαστηρίου σήμαινε ταυτόχρονα καινούργια κτίρια εργαστηρίων, περισσότερο απαιτητικές στρατηγικές χρηματοδότησης, καινούργιες σχέσεις ανάμεσα στο προσωπικό ποικίλων ειδικοτήτων, και επίσης καινούργιες έμφυλες σχέσεις στο εργαστήριο. Αν και οι άνδρες επιστήμονες ανέλαβαν τη δημιουργική και επιδέξια απασχόληση της ερμηνείας των δεδομένων, στους μη φυσικούς που ήταν κυρίως γυναίκες παραχωρήθηκε η μη "ειδικευμένη" δουλειά του σκαναρίσματος και των μονότονων υπολογισμών. Η δική μου παρουσίαση εστιάζεται στις ιδιαιτερότητες του ελληνικού πυρηνικού κέντρου "Δημόκριτος" και το εργαστήριο υψηλών ενεργειών, ενώ γίνονται παραλληλισμοί με την αντίστοιχη κατάσταση στα μεγάλα εργαστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών.

25-04-2007 (Υποέργο: 80925)

Abstract

10-12-2007 (Υποέργο: 80938)
Βεργόπουλος, Στ., Λιάπη, Μ., & Παπαδοπούλου, Τ. (2007). Αστικές στρατηγικές και ψηφιακά σχεδιαστικά εργαλεία στη σύγχρονη αρχιτεκτονική εκπαίδευση : Μια συγκριτική μελέτη. Ανακοίνωση στο ENHSA-EAAE Architectural Design Teachers? Network Meeting: Teaching and Experimenting with Architectural Design: Advances in Technology and Changes in Pedagogy. Τμήμα Αρχιτεκτόνων, Πανεπιστήμιο Lusiada, Λισσαβώνα, Πορτογαλία.

Περίληψη
Όσες φορές η αρχιτεκτονική προσπάθησε να επιλύσει προβλήματα που εμφανίζονταν στο σύστημα της πόλης με ντετερμινιστική θεώρηση, το αποτέλεσμα ήταν στατικό, άκαμπτο και ερχόταν σε αντίθεση με τη δυναμική που χαρακτηρίζει ένα αστικό περιβάλλον. Οι φορμαλιστικές αυτές προσεγγίσεις μελετούσαν και μετέφεραν στο χαρτί το υπάρχον κτισμένο περιβάλλον με τα αντίστοιχα αστικά κενά, το οποίο και προσπαθούσαν να 'εξημερώσουν' με βάση concepts και master-plans που παρακολουθούσαν την αρχική σύλληψη. Δεν λάμβαναν υπόψη τους την αόρατη πόλη, τα συστήματα και τις δυνάμεις που δρούσαν μέσα στο αντικείμενο μελέτης, είτε γιατί δεν ήταν μετρήσιμα, είτε γιατί δεν τα αντιλαμβάνονταν στο σύνολό τους εξαρχής, είτε ακόμα γιατί πίστευαν ότι ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις ενός οικοσυστήματος, οι προδιαγεγραμμένες προτάσεις θα εξισορροπούσαν και θα εξυγίαναν την υπάρχουσα κατάσταση. Η ανακοίνωση αυτή αναφέρεται σε ένα πανεπιστημιακό πρόγραμμα το οποίο είχε ως αφετηρία την τάση που παρουσιάζουν οι σύγχρονες σχεδιαστικές επεμβάσεις να επαναπροσδιορίσουν την πόλη χρησιμοποιώντας νέες θεωρίες και ψηφιακά σχεδιαστικά μέσα. Το ακαδημαϊκό μας ενδιαφέρον πηγάζει από τη νέα διαλεκτική που έχει αναπτυχθεί στη σύγχρονη αρχιτεκτονική διδασκαλία όσον αφορά στη διαδικασία ανάλυσης και επεξεργασίας της πόλης με τη βοήθεια των σύγχρονων ψηφιακών μέσων. Η πρόθεσή μας είναι να εξετάσουμε τη σχέση ανάμεση σε αυτά τα εργαλεία, στις ψηφιακές τεχνικές σχεδιασμού και σε μια νέα αστικότητα. Αρχικά η έρευνα εστίασε στην κριτική ανάλυση και σύγκριση 51 εργαστηριακών μαθήματων σε αρχιτεκτονικές σχολές ανά τον κόσμο (Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία). Τα ευρύματα της έρευνας ενισχύθηκαν από τις διατυπώσεις διακεκριμένων αρχιτεκτόνων που διδάσκουν σε ακαδημαϊκά ιδρύματα του εξωτερικού σε συνεντεύξεις τους που παραχώρισαν στα μέλη της ερευνητικής ομάδας. Η βασική παράμετρος με την οποία επιλέχθηκαν και καταγράφηκαν τα εξελιγμένα αυτά εργαστηριακά μαθήματα είναι το ενδιαφέρον τους για τη δυναμική του χώρου και για τη χρήση ψηφιακών μέσων. Μας ενδιέφερε να διευρευνήσουμε πως τα μαθήματα αυτά διαβάζουν την πόλη και πως αντιμετωπίζουν την αυξανόμενη πολυπλοκότητα του αστικού χώρου σήμερα, τους συνεχείς μετασχηματισμούς του, την πληθώρα πληροφορίας και τα, κατά συνέπεια, θολά όρια που εμφανίζει ένα τέτοιο χωρικό σύστημα. Ο στόχος αυτής της συγκριτικής έρευνας ήταν να βρεθούν τα σημεία σύγκλισης ανάμεσα στα επιλεγμένα μαθήματα. Η ερευνητική ομάδα κατέληξε σε ορισμένα βασικά στοιχεία τα οποία δρουν σαν κοινός παρονομαστής ανάμεσα στα επιλεγμένα μαθήματα και επιπλέον σηματοδοτούν μια σημαντική αλλαγή στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική εκπαίδευση. Η αλλαγή αυτή σχετίζεται με την υιοθέτηση ευπροσάρμοστων στρατηγικών παρεμβάσεων που καθοδηγούν τις σχεδιαστικές προτάσεις στον αστικό χώρο και συντονίζουν τη σχέση ανάμεσα στο σχεδιαστή και στο πεδίο αναφοράς. Αυτές οι αστικές στρατηγικές προωθούνται έναντι των 'παραδοσιακών' master-plans. Οι στρατηγικές εκδηλώνονται σαν μια σειρά συγκεντρωμένων κρίσεων και πράξεων, με αποφάσεις που λαμβάνουν χώρα τοπικά ως απάντηση στην πληροφορία που λαμβάνεται από το χώρο επέμβασης. Δεν υπάρχει καμία πρόθεση να αντιμετωπιστεί η πολυπλοκότητα ενός προβλήματος στο σύνολό της. Αντί αυτού, η ακολουθία συνεχόμενων παρεμβάσεων αποκαθιστά τελικά την προσδοκόμενη δυναμική ισορροπία στο αστικό σύστημα. Η επιτυχία μιας τέτοιας στρατηγικής προσέγγισης βασίζεται σχεδόν καθολικά σε πολύπλοκους χειρισμούς και σε συνεχή ανατροφοδότηση, στοιχεία και τα δύο που προσφέρουν τα αναδυόμενα ψηφιακά σχεδιαστικά εργαλεία. Τα νέα μέσα και οι σχεδιαστικές τεχνικές που φέρνουν στην επιφάνεια συνιστούν το ποιο σημαντικό στοιχείο αυτής της έρευνας. Στο σύνολό τους τα επιλεγμένα εργαστηριακά μαθήματα βασίζονται σε ένα ψηφιακό υπόβαθρο με συστήματα υπολογιστών και λογισμικό που είναι σε θέση να υποστηρίξουν μια πληθώρα από τεχνικές οπτικοποίησης, προσομοίωσης, μοντελοποίησης και γρήγορων πρωτοτύπων. Το ερευνητικό πρόγραμμα προτείνει τέλος τη δημιουργία ενός νέου τύπου αρχιτεκτονικού εργαστηριακού μαθήματος. Η πρόταση αυτή προάγει το συνδυασμό της έρευνας και του πειραματισμού με το σχεδιασμό και τα ψηφιακά μέσα. Βασίζεται στη θεώρηση ότι ο σχεδιασμός είναι μια νοητική διαδικασία η οποία εξελίσσεται σαν μια ακολουθία ενεργειών που προκαλούνται από την πληροφορία στο χώρο που μας περιβάλλει. Το νέο αυτό εργαστηριακό μάθημα είναι οργανωμένο σαν ένα δίκτυο αυτόνομων μαθημάτων, που συνδέονται μεταξύ τους και παρέχουν ξεχωριστή το καθένα πληροφορία στο σχεδιαστικό πρόβλημα. Πάνω απ ?όλα, ενθαρρύνει την άμεση επαφή των φοιτητών με την πληροφορία που υπάρχει στο χώρο που έχουν να επέμβουν. Η πρόταση αυτή στοχεύει όχι μόνο στο τμήμα αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ αλλά και σε άλλες αρχιτεκτονικές σχολές που έχουν μεν υιοθετήσει τα ψηφιακά εργαλεία αλλά δεν έχουν συγκροτήσει ακόμα μια ολοκληρωμένη ψηφιακή κατεύθυνση.

10-10-2007 (Υποέργο: 80938)
Παπαδοπούλου, Τ., Βεργόπουλος, Στ., Λιάπη, Μ. (2007). Αστικές στρατηγικές και οι αντοχές του Ευκλείδη. Παρουσίαση στην Ημερίδα του ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ Πολιτικές για την Αρχιτεκτονική και το Αστικό Περιβάλλον στην Ελλάδα. Αθήνα, Ελλάδα.

Περίληψη
Η προτεινόμενη εισήγηση περιγράφει μια ενδιαφέρουσα τάση που παρατηρείται σήμερα στη δομή αρχιτεκτονικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο. Καθώς οι εξελίξεις στον τομέα των ψηφιακών τεχνολογιών φέρνουν σημαντικές αλλαγές σε διάφορα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας, γινόμαστε μάρτυρες της αποδέσμευσης της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης από τα δεσμά του φορμαλισμού και τη στροφή της προς μια νέα κατεύθυνση που περιλαμβάνει στρατηγικό σχεδιασμό και τεχνικές ανοιχτών συστημάτων. Η εισήγηση αρχικά θα παρουσιάσει τα ευρύματα του ερευνητικού προγράμματος "Αστικές Στρατηγικές και οι Αντοχές του Ευκλείδη" που λαμβάνει χώρα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Το πρόγραμμα διερευνά τους τρόπους με τους οποίους 51 εργαστηριακά μαθήματα σε αρχιτεκτονικές σχολές ανά τον κόσμο (Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία) μελετούν την πολυπλοκότητα των σύγχρονων πόλεων και προτείνουν αστικές στρατηγικές μέσα από αναβαθμισμένα προγράμματα σπουδών που συνδιάζουν το σχεδιασμό με την έρευνα και τη χρήση ψηφιακών μέσων. Είναι σημαντικό να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι τα ευρύματα της πρώτης φάσης του ερευνητικού προγράμματος ενισχύθηκαν από τις διατυπώσεις διακεκριμένων αρχιτεκτόνων που διδάσκουν σε ακαδημαϊκά ιδρύματα του εξωτερικού σε συνεντεύξεις τους που παραχώρισαν στα μέλη της ερευνητικής ομάδας. Η εισήγηση θα κλείσει με μια πρόταση για ένα νέο τύπο εργαστηριακού μαθήματος, οργανωμένου σαν ένα δίκτυο μαθημάτων και υποστηριζόμενου από σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία και τεχνικές. Η πρόταση εφαρμόζει ένα θεωρητικό μοντέλο επεξεργασίας πληροφορίας και μεθοδολογικά βασίζεται σε μια διευρυμένη μορφή των εργαστηρίων (studios) έτσι ώστε να περιλαμβάνουν και τη διδασκαλία θεωρητικών μαθημάτων, προσαρμοσμένα στα δεδομένα συγκεκριμένων σχεδιαστικών ζητημάτων, αλλά κυρίως να επιτρέπει την άμεση επαφή του διδασκόμενου με την πληροφορία του περιβάλλοντος στο μεγαλύτερο κατά το δυνατόν εύρος της. Η πρόταση αυτή στοχεύει όχι μόνο στο τμήμα αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ αλλά και σε άλλες αρχιτεκτονικές σχολές που έχουν μεν υιοθετήσει τα ψηφιακά εργαλεία αλλά δεν έχουν συγκροτήσει ακόμα μια ολοκληρωμένη ψηφιακή κατεύθυνση.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Βιολογίας

04-06-2006 (Υποέργο: 21887)
Nikoleta Karaiskou, Alexander Triantafyllidis, Vassilios Katsares, Theodore Abatzopoulos, Constantinos Triantaphyllidis. Genetic structure and discrimination of wild and cultured Greek populations of Sparus aurata, Linnaeus 1758, using DNA markers. 8th Pahn. Symposium of Oceanography and Fishery, 4-8 June 2006, Thessaloniki.

Abstract

04-06-2006 (Υποέργο: 21887)
Vassilios Katsares, Alexander Triantafyllidis, Nikoleta Karaiskou, Theodore Abatzopoulos, Costas Triantaphyllidis: Genetic structure and discrimination of wild and cultured Greek populations of the European sea bass (Dicentrarchus labrax, Linnaeus 1758), using DNA markers. 8th Pahn. Symposium of Oceanography and Fishery, 4-8 June 2006, Thessaloniki.

Abstract

13-10-2005 (Υποέργο: 21887)
Νικολέτα Καραΐσκου, Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης, Βασίλειος Κατσαρές, Θεόδωρος Αμπατζόπουλος, Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης. Γενετική σύσταση άγριων και καλλιεργούμενων πληθυσμών Sparus aurata, Linnaeus 1758, της Ελλάδας με τη χρήση μικροδορυφορικών δεικτών. 12ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ιχθυολόγων, 13-16 Οκτωβρίου 2005, Δράμα, σελ. 354-357.

Περίληψη
Στην εργασία χρησιμοποιήθηκαν κατάλληλοι πολυμορφικοί μικροδορυφορικοί δείκτες σε γεννήτορες και απογόνους από την ιχθυοκαλλιέργεια του Αστακού (Αιτωλοακαρνανία) και από τρεις άγριους πληθυσμούς (Μεσολόγγι, Θερμαϊκός και Ισπανία). Πέντε μικροδορυφορικοί τόποι αναλύθηκαν με σκοπό να εκτιμηθεί η πληθυσμιακή διαφοροποίηση και ο βαθμός της γενετικής ροής μεταξύ άγριων και καλλιεργούμενων πληθυσμών του είδους. Υψηλές τιμές ετεροζυγωτίας ανιχνεύτηκαν τόσο στους άγριους, όσο και στους καλλιεργούμενους πληθυσμούς, ενώ οι άγριοι πληθυσμοί εμφανίζουν υψηλότερες τιμές από τους καλλιεργούμενους. Ανάλυση σε δισδιάστατο σύστημα αξόνων (PCA) διαφοροποίησε γραφικά τους καλλιεργούμενους από τους άγριους πληθυσμούς.

13-10-2005 (Υποέργο: 21887)
Βασίλειος Κατσαρές, Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης, Νικολέτα Καραΐσκου, Θεόδωρος Αμπατζόπουλος, Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης. Γενετική σύσταση και διάκριση άγριων και καλλιεργούμενων πληθυσμών Dicentrarchus labrax, Linnaeus 1758 της Ελλάδας με τη χρήση μικροδορυφορικών δεικτών. 12ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ιχθυολόγων, 13-16 Οκτωβρίου 2005, Δράμα, σελ. 350-353.

Περίληψη
Στην παρούσα εργασία μελετήθηκαν 4 άγριοι και 5 καλλιεργούμενοι Ελληνικοί και ένας Ισπανικός άγριος πληθυσμός λαβρακιού με επτά μικροδορυφορικούς τόπους. Υπολογίστηκαν οι συχνότητες των αλληλομόρφων, οι τιμές ετεροζυγωτίας και εξετάστηκε το ισοζύγιο Hardy-Weinberg. Ανάλυση των πληθυσμών σε δισδιάστατο σύστημα αξόνων (PCA) έδειξε διαχωρισμό των άγριων από τους καλλιεργούμενους πληθυσμούς.

12-05-2005 (Υποέργο: 21887)
Νικολέτα Καραΐσκου, Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης, Βασίλειος Κατσαρές, Θεόδωρος Αμπατζόπουλος, Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης. Γενετική σύσταση άγριων και καλλιεργούμενων πληθυσμών Sparus aurata της Ελλάδας με τη χρήση μικροδορυφορικών δεικτών. 27ο Πανελλήνιο Συνέδριο ΕΕΒΕ, 12-15 Μαΐου 2005, Ναύπλιο, σελ. 113-114.

Περίληψη
Η αλματώδης ανάπτυξη των ιχθυοκαλλιεργειών έφερε στην επιφάνεια προβλήματα που σχετίζονται με την εισαγωγή στους φυσικούς πληθυσμούς τσιπούρας ιχθυδίων που προέρχονται από τις ιχθυοκαλλιέργειες. Το αποτέλεσμα των εκροών αυτών είναι η πιθανή μείωση της γενετικής ποικιλότητας και κατά συνέπεια της προσαρμοστικότητας των άγριων πληθυσμών μια και κινδυνεύουν να χαθούν γονίδια απαραίτητα για την προσαρμογή τους στις κρατούσες περιβαλλοντικές συνθήκες. Τα αποτελέσματα των εκροών καλλιεργούμενων ατόμων στις ελληνικές λιμνοθάλασσες δεν έχουν πλήρως αποσαφηνιστεί. Για αυτό, είναι απαραίτητη η διερεύνηση της γενετικής αλληλεπίδρασης των διαφορετικών αυτών ιχθυοπληθυσμών έτσι ώστε να εκπονηθούν ολοκληρωμένα προγράμματα διαχείρισης και να αποφευχθούν λανθασμένοι χειρισμοί που μπορεί να αποβούν καταστρεπτικοί για τη διατήρηση του γονιδιακού αποθέματος των ειδών στην Ελλάδα. Για το λόγο αυτό, πραγματοποιήθηκε ανάλυση μικροδορυφορικών δεικτών DNA τόσο σε άγριους όσο και σε καλλιεργούμενους πληθυσμούς τσιπούρας ώστε να εκτιμηθεί ο βαθμός της γονιδιακής ροής μεταξύ άγριων και καλλιεργούμενων πληθυσμών και να εντοπισθούν δείκτες που θα χρησιμοποιηθούν για την ιχνηλάτηση των καλλιεργούμενων πληθυσμών ώστε να εκτιμηθούν πιθανές εκροές ατόμων.

12-05-2005 (Υποέργο: 21887)
Βασίλειος Κατσαρές, Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης, Νικολέτα Καραΐσκου, Θεόδωρος Αμπατζόπουλος, Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης. Γενετική σύσταση άγριων και καλλιεργούμενων πληθυσμών Dicentrarchus labrax της Ελλάδας με τη χρήση μικροδορυφορικών δεικτών. 27ο Πανελλήνιο Συνέδριο ΕΕΒΕ, 12-15 Μαΐου 2005, Ναύπλιο, σελ. 133-134

Περίληψη
Στην παρούσα μελέτη εξετάστηκαν, με έξι μικροδορυφορικούς τόπους, οκτώ πληθυσμιακά δείγματα από την Ελλάδα και ένα από την Ισπανία. Τα πέντε προέρχονταν από καλλιεργούμενους πληθυσμούς, ενώ τα τέσσερα από άγριους. Υπολογίστηκαν οι συχνότητες των αλληλομόρφων κάθε μικροδορυφορικού τόπου σε όλους τους πληθυσμούς, υπολογίστηκαν οι τιμές ετεροζυγωτίας, καθώς και η απόκλιση από το Ισοζύγιο Hardy-Weinberg. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε ανάλυση των πληθυσμών σε δισδιάστατο σύστημα αξόνων (PCA), στο οποίο τοποθετούνται σε διαφορετικά τεταρτημόρια οι καλλιεργούμενοι από τους άγριους πληθυσμούς. Περαιτέρω ανάλυση της πληθυσμιακής δομής με το στατιστικό πακέτο STRUCTURE έδωσε σοβαρές ενδείξεις για διαφυγές καλλιεργούμενων ατόμων στη φύση.

15-11-2005 (Υποέργο: 21894)
Kallimanis A.S., Zomeni M., Pantis J.D. & Sgardelis S.P. "Rules of change in the spatial pattern of vegetation in Vikos Aoos National Park" X EURECO 2005. Kushadashi, Turkey, November 2005.

Περίληψη
The aim of this study was to describe in the form of if…then… rules the changes that occurred in the spatial pattern of vegetation in the Vikos Aoos National Park. We constructed the vegetation maps using satellite images obtained from the Landsat sensor at 1985, 1993 and 2000. The images were classified with the use of the eCognition software package. The vegetation maps were superimposed with other spatially explicit information referring to the areas topography, geology and also to socioeconomic forces, like population and agricultural activity. The composite data set was analyzed with a tool of data mining, namely the classification tree analysis. The classification tree analysis has shown that both physical and socio-economic factors influence the patterns of change in the vegetation in the study area. The second important finding is that the rules are different for the two time periods (1985-1993 and 1993-2000). The main driving forces of landscape change in the study is ecological succession that leads to the increase of woodlands and to denser vegetation, as well as human behavior, especially in agriculture. Methods in animal husbandry changed during the study period, and this is reflected on the landscape. We speculate how the landscape will be configured in the foreseeable future and how we could use such information for further ecological studies. We discuss the implications of these findings for the conservation of the environment and for management planning.

15-09-2005 (Υποέργο: 21894)
Kallimanis A.S., Halley J.M., Pantis J.D. & Sgardelis S.P. "Extinction risk for a population inhabiting a dynamic landscape". Biodiversity conservation and sustainable development in mountain areas of Europe: The challenge of interdisciplinary research. Ioannina, September 2005.

Περίληψη
In this study, we investigated how the dynamics of the landscape affect the population size and extinction risk of a population inhabiting this landscape. We used an individual-based, spatially explicit simulation model. In the model the habitat availability across the landscape changed with time according to the forest fire model. This model assumes two characteristics, that the habitat regenerates randomly across the landscape with a constant probability in time (p) and that each point may be the start of a fire event with a very low probability (f). Each fire event will destroy only the patch where the fire started. The distribution of burnt patch sizes follows a power law. The distribution of available habitat at each time step displays self-similarity. This model displays self-organized criticality. We compared the dynamics of this landscape model with a random landscape that at each time step had the same habitat availability, so the temporal variation was the same for the two landscapes. The hypothetical species inhabiting this landscape was characterized by dispersal rate and dispersal distance. Our simulations showed that in the dynamic landscape supported population sizes were smaller and extinction was more probable than in the static landscape. Also the more rapid the turnover of habitat, the smaller the population size and the more probable the extinction. From the species characteristics, dispersal distance was critical for the survival of the population; especially in the forest fire model. For longer-range dispersers the spatial pattern of the dynamics were not important. For shorter-range dispersers the random landscape supported higher populations than the forest fire landscape. As the probability of fire ignition (f) increased the average habitat availability decreased, and so did the average population size. However, as f increased the variation of the population size decreased. And even though, smaller f had higher average population sizes their minimum population sizes were less than that of similar populations living under higher f. Finally and counterintuitively, as the probability of habitat regeneration increased the average population size decreased and its extinction risk increased. That was mainly due to the increase in the temporal variation of habitat availability.

15-12-2005 (Υποέργο: 21959)
Koureas D., Kokkini S.: Habitat types of NATURA 2000 sites as a tool for European biodiversity assessment: The case of Thymus plants. 7th International PhD student symposium, December 2005

Περίληψη
The habitat mapping within all NATURA 2000 sites follows a common codification and description of each habitat providing a functional tool for the estimation of the environmental complexity for European areas included in the network. Thymus L. (Thyme) is one of the most difficult taxonomically genera of the Labiatae family. The number of species included varies greatly with the different taxonomic approaches and it is largely depending on the species concept applied. The relation between plant species diversity and environment has already been established. However if plant diversity can be referred to the habitat type, a small- scale environmental unit recently provided by NATURA 2000, more accurate and precise taxonomical limits could be drawn. Thus taxonomists may better understand how evolution works and finally propose a more "natural" classification.

15-05-2005 (Υποέργο: 21959)
Κοκκίνη Π., Κουρέας Δ., Χανλίδου Ε., Καρούσου Ρ. & Κοκκίνη Σ.: Τα φυτά του Όρους Στρατoνικό (GR1270005) στα αριστοτελικά κείμενα. 10ο συνέδριο Ε.Β.Ε., Μάιος 2005.

Περίληψη
Το όρος Στρατονικό είναι περιοχή του δικτύου NATURA 2000 (GR1270005) και περιλαμβάνει 11 τύπους οικοτόπων. Στα όριά της βρίσκονται τα Αρχαία Στάγειρα, γενέτειρα του Αριστοτέλη. Από το σύνολο των 370 taxa τα οποία έχουν μέχρι τώρα καταγραφεί στην περιοχή, 34 αναφέρονται στα Αριστοτελικά κείμενα. Από αυτά 24 taxa είναι αυτοφυή στην περιοχή, 10 συναντώνται ως καλλιεργούμενα, ενώ το Ficus carica (συκιά) υπάρχει και ως αυτοφυές και ως καλλιεργούμενο. Τα φυτά που αναφέρει ο Αριστοτέλης είναι στην πλειoνότητά τους δένδρα και θάμνοι (27). Τα περισσότερα από τα αυτοφυή φυτά είναι μεσογειακά (11 είδη και υποείδη) και απαντώνται στα θερμόφιλα δρυοδάση (11) καθώς και στα δάση ανατολικής πλατάνου (10).

15-05-2005 (Υποέργο: 21959)
Κουρέας Δ., Χανλίδου Ε., Καρούσου Ρ., Λαναράς Θ. & Κοκκίνη Σ.: Εξάπλωση και αιθέρια έλαια του γένους Thymus στις προστατευόμενες περιοχές Στρατονικό Όρος (GR1270005) και Εθνικός Δρυμός Βίκου-Αώου (GR2130001). 10ο συνέδριο Ε.Β.Ε., Μάιος 2005.

Περίληψη
Μελετάται η εξάπλωση των πληθυσμών του γένους Thymus και η περιεκτικότητά τους σε αιθέριο έλαιο (ΑΕ) στους τύπους οικοτόπων των περιοχών του δικτύου NATURA 2000 Στρατονικό Όρος και Εθνικός Δρυμός Βίκου-Αώου. Τα φυτά των δύο περιοχών ανήκουν σε τέσσερις Sectiones και απαντώνται σε 12 τύπους οικοτόπων. Η Sect. Serpyllum απαντάται σε 11 οικότοπους, ενώ οι Sect. Teucrioides, Pseudothymbra και Hyphodromi μόνο σε έναν. Μεγαλύτερη περιεκτικότητα ΑΕ εμφανίζουν οι πληθυσμοί των Sect. Teucrioides (1,08% έως 1,97%) και Serpyllum (0,28% έως 1%) και μικρότερη των Sect. Hyphodromi (0,11% έως 0,3%) και Pseudothymbra (0,01% έως 0,12%). Η περιεκτικότητα σε ΑΕ της Sect. Serpyllum ποικίλλει στους διαφορετικούς οικότοπους, από 0,58% (Μ.Ο.) στις «αναδασώσεις με ευρωπαϊκά είδη κωνοφόρων» έως 1% στα «δάση αριάς – Quercus ilex» Εντοπίστηκαν σημαντικές διαφορές στην περιεκτικότητα ΑΕ των φυτών των Sect. Pseudothymbra, Hyphodromi και Serpyllum στον ίδιο οικότοπο. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η περιεκτικότητα μπορεί να χρησιμεύσει ως ένας πρόσθετος χαρακτήρας για τη διάκριση του γένους Thymus σε επιμέρους ταξινομικές μονάδες.

15-09-2004 (Υποέργο: 21959)
Koureas D., Kokkini S.: Distribution and essential oils of genus Thymus sect. Serpyllum in Mt Stratonikon (NC Greece). XI Optima meeting, September 2004

Περίληψη
Mountain Stratoniko is located in the NE Chalkidiki region (Greece) and is characterized by the presence of eleven different habitats. Extended populations of thyme (Thymus sect. Serpyllum) were found in most of these habitats from sea level up to 800m. Preliminary results suggest a high intrapopulation and interpopulation variation both in morphological and chemical (essential oil) features of plants. Male-sterile plants were recorded in all populations examined. Among the most variable morphological characters are the leaf dimensions and hairiness as well as the calyx and corolla size (0.3 – 1.0 mm). The analysis of essential oil composition suggests that both quantitative and qualitative composition varies.

28-05-2006 (Υποέργο: 21964)
Vlachonasios K, Nikoloudi A, Moustakas M, Hark A, Thomashow M Triezenberg S (2006) The Arabidopsis transcriptional coactivators GCN5, ADA2a and ADA2b have common and distinct biological functions. Plant Dynamics: from Molecules to Ecosystems. 3rd EPSO Conference, Visegrad, Hungary, May 28-June 1, 2006

Περίληψη
The histone acetyltransferase GCN5 and an associated protein ADA2 are components of large transcriptional coactivator complexes in a wide range of eukaryotes. While the role of these factors in transcriptional control has been well studied in some experimental systems, relatively little is known about the function of these coactivators in plants. The Arabidopsis genome encodes one homolog of yeast GCN5 and two homologs of ADA2, designated ADA2a and ADA2b. T-DNA disruption of GCN5 or ADA2b results in severe effects on plant growth and development and on gene expression as monitored using DNA microarrays (Vlachonasios et al., 2003 Plant Cell 15:626). The gcn5-1 and ada2b-1 mutant plants display many similar phenotypes, but other phenotypes are clearly different in the two mutants, suggesting that these proteins have both common and distinct biological functions. In contrast, disruptions of the ADA2a gene result in no dramatic phenotype under normal growth conditions. Overexpression of ADA2a fails to complement the ada2b-1 mutation, suggesting that the ADA2a and ADA2b proteins are not functionally redundant. Remarkably, ada2b-1 plants were constitutive freezing tolerance (Vlachonasios et al. 2003). Here we showed that both ada2b-1 and gcn5-1 mutants were more sensitive to salinity in root growth assays suggesting that ADA2b and GCN5 proteins may function as positive regulators of root growth under salt conditions. In contrast to salt sensitivity, both mutants developed drought tolerance in comparison to wild-type plants. Transcripts of genes involved in photosynthesis accumulated to lower levels in gcn5-1 than in ada2b-1 or wild-type plants. In the chlorophyll fluorescence measurements, both ada2b-1 and gcn5-1 display a significant reduction in non-photochemical quenching (NPQ) where as ada2b-1 showed increased electron transport rate (ETR), quantum yield of PSII electron transport (ΦPSII) and photochemical quenching (qP) in comparison to gcn5-1 and wild-type plants. After two days exposure to 100mM NaCl both mutants showed a significant reduction in the non-photochemical quenching (NPQ) formation whereas the electron transport rate (ETR) and the quantum yield of PSII electron transport (ΦPSII) increased compared to wild type plants.

18-05-2006 (Υποέργο: 21964)
Βλαχονάσιος Κ.Ε, Νικολούδη Α., Πολυδώρου Χ., και Μουστάκας Μ. (2006). Ο ρόλος των μεταγραφικών συν-ενεργοποιητών ADA2b και GCN5 στην αύξηση της ρίζας και τη λειτουργία του PS ΙΙ του Arabidopsis thaliana σε συνθήκες αλατότητας. 28ο Επιστημονικό Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Βιολογικών Επιστημών, 18-20 Μαΐου 2006, Ιωάννινα

Περίληψη
H πρωτεϊνη ADA2 είναι ένας μεταγραφικός συν-ενεργοποιητής ο οποίος συνδέεται και λειτουργεί με την ακετυλοτρανσφεράση των ιστονών GCN5 στην ζύμη καθώς και σε πρότυπα ζωικά συστήματα (Brown et al. 2000). Στο Arabidopsis thaliana, υπάρχει ένα γονίδιο που κωδικοποιεί την GCN5 και δύο γονίδια που κωδικοποιούν πρωτεϊνες που μοιάζουν με την ADA2 της ζύμης και έχουν περίπου 50% ομοιότητα στην αλληλουχία των αμινοξέων τους. Τ-DNA ενθέσεις στα γονίδια GCN5 και ADA2b προκαλούν σοβαρότατες επιδράσεις στην αύξηση και την ανάπτυξη των φυτών καθώς και στην έκφραση των γονιδίων όπως ελέχθηκαν χρησιμοποιώντας μικροσυστοιχίες ολιγονουκλεοτιδίων. Τα gcn5 και ada2b μεταλλάγματα εκδήλωσαν παρόμοιους αλλά και διαφορετικούς φαινότυπους, υποδηλώνοντας ότι αυτοί οι συν-εργοποιητές έχουν ταυτόχρονα κοινούς και διαφορετικούς βιολογικούς ρόλους και παρουσιάζουν διαφορετική ανθεκτικότερα σε θερμοκρασίες μικρότερες του 0°C από τα φυτά άγριου τύπου (Vlachonasios et al., 2003). Στην εργασία αυτή μελετήθηκε ο ρόλος των γονιδίων ADA2b και GCN5 στην αύξηση των ριζών και τη λειτουργία του PS II σε συνθήκες αλατότητας. Στα πειράματα ανθεκτικότητας στην αλατότητα (0, 50, 75 και 100mΜ NaCl), και τα δύο μεταλλάγματα παρουσίασαν μειωμένη αύξηση της ρίζας σε σχέση με τα φυτά άγριου τύπου. Το αποτέλεσμα αυτό υποδηλώνει ότι οι πρωτείνες ADA2b και GCN5 μπορεί να λειτουργούν ως θετικοί ρυθμιστές της αύξησης της ρίζας στην αλατότητα. Σε πειραμάτα μέτρησης του φθορισμού της χλωροφύλλης μετά από έκθεση των φυτών σε 100mM NaCl για δύο μέρες και τα δύο μεταλλάγματα έδειξαν σημαντική μείωση στη μη-φωτοχημική απόσβεση (NPQ), ενώ παρουσίασαν μεγαλύτερη ροή ηλεκτρονίων (ETR) και μεγαλύτερη απόδοση φωτονίων στη μεταφορά ηλεκτρονίων του PSII (ΦPSII) σε σχέση με τα φυτά άγριου τύπου.

16-07-2005 (Υποέργο: 21964)
Nikoloudi A, Moustakas M, Vlachonasios KE (2005) Distinct functions of the transcriptional co-activators GCN5 and ADA2b in Arabidopsis thaliana revealed by chlorophyll fluorescence analysis. ASPB-Plant Biology 2005 Meeting, Seattle, USA, July 16-20, 2005

Περίληψη
The histone acetyltransferase GCN5 and an associated protein ADA2 are components of large transcriptional coactivator complexes in a wide range of eukaryotes. While the role of these factors in transcriptional control has been well studied in some experimental systems, relatively little is known about the function of these coactivators in plants. The Arabidopsis genome encodes one homolog of yeast GCN5 and two homologs of ADA2, designated ADA2a and ADA2b. T-DNA disruption of GCN5 or ADA2b results in severe effects on plant growth and development and on gene expression as monitored using DNA microarrays. The gcn5 and ada2b mutant plants display many similar phenotypes, but other phenotypes are clearly different in the two mutants, suggesting that these proteins have both common and distinct biological functions. Transcripts of genes involved in photosynthesis accumulated to lower levels in gcn5 than in ada2b or wild-type plants. Here, we explore the capacity of the photosynthetic machinery in the gcn5 and ada2b plants using chlorophyll fluorescence. We determine the light-intensity dependence of chlorophyll fluorescence parameters such as, the electron transport rate (ETR) through PSII, the nonphotochemical quenching (NPQ), the photochemical quantum yield of PSII and the PSII excitation pressure (1 - qP). All the plants showed the typical response curve to increasing light intensity like, decreasing yield and photochemical quenching (qP), increasing NPQ, and an increase in ETR up to a maximum value. However, ada2b plants resulted in higher ETR and quantum yield and in lower NPQ and PSII excitation pressure than wild type plants. In contrast, gcn5 plants resulted in lower NPQ, while the other parameters where unaffected in comparison with wild type plants.

05-05-2005 (Υποέργο: 21964)
Βλαχονάσιος Κ. Ε., Νικολούδη Α. Α., Μουστάκας Μ., Thomashow M. F. & Triezenberg S. T (2005): Ο ρόλος των μεταγραφικών συν-ενεργοποιητών ADA2b και GCN5 στην αύξηση και ανάπτυξη του Arabidopsis thaliana. 10ο Πανελλήνιο Επιστημονικό Συνέδριο Ελληνικής Βοτανικής Εταιρείας, 5 - 8 Μαΐου 2005, Ιωάννινα

Περίληψη
Εχουν προσδιορίσει προηγουμένως γονίδια του Arabidopsis thaliana που είναι ομόλογα των γονιδίων της ζύμης, ADA2 και GCN5, τα οποία κωδικοποιούν μέλη των πρωτεινικών συμπλεγμάτων των ακετυλοτρανσφερασών των ιστονών, ADA και SAGA (Stockinger et al., 2001). Σε αυτή την ανακοίνωση διερευνήθηκαν οι βιολογικοί ρόλοι των γονιδίων ADA2b και GCN5 του Arabidopsis thaliana. Τ-DNA μεταλλάξεις στα γονίδια ADA2b και GCN5 είχαν πλειοτροπικές επιδράσεις στην αύξηση και ανάπτυξη των φυτών, συμπεριλαμβανομένου του νανισμού, ασυνήθιστη ριζική ανάπτυξη και κοντά πέταλα και στήμονες στα άνθη. Τα μεταλλάγματα gcn5 και ada2b έδειξαν παρόμοιους αλλά και ευδιάκριτους φαινότυπους. Συμπεραίνουμε ότι τα γονίδια ADA2b και GCN5 του Arabidopsis thaliana έχουν ταυτόχρονα κοινούς και ευδιάκριτους ρόλους, και μπορεί να είναι μέλη ενός κοινού συμπλόκου συν-ενεργοποιητών καθώς και μέλη ευδιάκριτων συμπλόκων με ξεχωριστές βιολογικές δραστηριότητες.

04-12-2007 (Υποέργο: 80867)
Zalachoras I., Vokou D. and Theophilidis G., ?Assessing in vitro the local anesthetic action of the terpens linalool and fenchone using the isolated sciatic nerve of the frog?, Natural Products in Drug Discovery and Development, 4-5 December 2007, Munich, Germany

Abstract

01-12-2007 (Υποέργο: 80867)
Adamos D.A., Kosmidis E.K., Theophilidis G. and Laskaris N. A novel approach to semi-automated spike-sorting based on ISOMAP technique. 21th Annual Meeting of the Hellenic Society for Neuroscience, Thessaloniki, Greece, November 30-December 1, 2007

Abstract

30-11-2007 (Υποέργο: 80867)
Arabatzi H., Vasileiou C., Kosmidis E.K., Papaefthimiou C. And Theophilidis, G. In vivo assessment of the activity of the nicotinic insecticide imidacloprid on respiratory rhythm of the rat. 21th Annual Meeting of the Hellenic Society for Neuroscience, Thessaloniki, Greece, November 30-December 1, 2007

Abstract

30-11-2007 (Υποέργο: 80867)
Adamos D.A., Kagiava A., Kosmidis E.K. and Theophilidis G. Decomposition of recorded compound action potential axon diameter and conduction velocity distribution. 21th Annual Meeting of the Hellenic Society for Neuroscience, Thessaloniki, Greece, November 30-December 1, 2007

Abstract

30-11-2007 (Υποέργο: 80867)
Kagiava A, Tsingotjidou A., Emmanouilides C., Theophilidis G.; ?Oxaliplatin:an anticancer drug inducing severe neuropathy by affecting the voltage- gated potassium channels in the nerve fibers of the peripheral nervous system?; 21st Annual Meeting of the Hellenic Society for Neuroscience; Pages 108-109; November 30-December 1 2007, Thessaloniki-Greece

Abstract

22-09-2007 (Υποέργο: 80867)
Zalachoras I., Vokou D. and Theophilidis G., ?Assessing in vitro the local anesthetic action of the terpens linalool and fenchone using the isolated sciatic nerve of the frog?, Vth International Symposium on Wild Fauna, 22-27 September 2007 Chalkidiki, Greece

Abstract

16-06-2007 (Υποέργο: 80867)
Polyzoidis S.K., Kosmidis E.K., Grigoriadis N., Tascos N., Theophilidis G. An in vivo mouse preparation for estimation of spinal cord conduction velocity. 17th Meeting of the European Neurological Society. Rhodes, Greece, June 16-20, 2007

Abstract

22-05-2007 (Υποέργο: 80867)
Αραμπατζή Η., Βασιλείου Χ., Παπαευθυμίου Χ., Θεοφιλίδης Γ. (2007). In vivo αξιολόγηση της δράσης του νικοτινικού εντομοκτόνου imidacloprid στον αναπνευστικό ρυθμό του επίμυος. Πρακτικά 29ου Επιστημονικού Συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρίας Βιολογικών Επιστημών (Ε.Ε.Β.Ε.), Καβάλα, 17-19 Μαΐου 2007, 22-23

Abstract

17-05-2007 (Υποέργο: 80867)
Κωνσταντινίδου Α., Αντωνοπούλου Ε., Παπαευθυμίου Χ. Θεοφιλίδης Γ. (2007). Συγκριτική μελέτη της δράσης της ταυρίνης στη σύσπαση των απομονωμένων κόλπων της καρδιάς σε ψάρι, αμφίβιο και θηλαστικό. Πρακτικά 29ου Επιστημονικού Συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρίας Βιολογικών Επιστημών (Ε.Ε.Β.Ε.), Καβάλα, 17-19 Μαΐου 2007, 210-211. (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5)

Abstract

17-05-2007 (Υποέργο: 80867)
Καγιαβά Α. και Θεοφιλίδης Γ., «In vitro αξιολόγηση της ανοχής του ισχιακού νεύρου του αρουραίου σε συνθήκες υποξίας και ανοξίας», 29ο Ετήσιο Συνέδριο της ΕΕΒΕ, Πρακτικά Συνεδρίου σελ. 126-127, Μάιος 17-19 2007, Καβάλα-Ελλάδα

Abstract

17-05-2007 (Υποέργο: 80867)
Ιωάννης Ζαλαχώρας, Δέσποινα Βώκου και Γεώργιος Θεοφιλίδης., «Συγκριτική μελέτη της επίδρασης πέντε τερπενικών ουσιών(λιναλοόλη, φεγχόνη, π-κυμένιο, α-πινένιο, κινεόλη) στο σύνθετο δυναμικό ενέργειας του ισχιακού νεύρου του βατράχου», 29ο Ετήσιο Συνέδριο της ΕΕΒΕ, Πρακτικά Συνεδρίου σελ. 98-99, Μάιος 17-19 2007, Καβάλα-Ελλάδα

Abstract

00-00-2007 (Υποέργο: 80867)
Καγιαβά Α., ««In vitro αξιολόγηση της ανοχής του ισχιακού νεύρου του επίμυος σε συνθήκες υποξίας και ανοξίας», ΑΠΘ, Τμήμα Βιολογίας, Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, 2007

Abstract

11-10-2006 (Υποέργο: 80867)
Polyzoidis S., Kosmidis E.K., Grigoriadis N., Tascos N., Milonas I. and Theophilidis G. An in vivo mouse preparation for estimation of the spinal cord conduction velocity. 15th Conference of the South-East European Society for Neurology and Psychiatry, Thessaloniki, Greece, October 11-14, 2006

Abstract

01-10-2006 (Υποέργο: 80867)
Kagiava A., Tsingotjidou A., Emmanouilides C., Kosmidis E.K. and Theophilidis G.; ?Assessment of oxaliplatin-induced acute neurotoxicity on the peripheral nervous system using the isolated sciatic nerve of the rat?; 20th Annual Meeting of the Hellenic Society for Neuroscience; Page 58; September 29-October 1 2006, Crete-Greece

Abstract

29-09-2006 (Υποέργο: 80867)
Kosmidis E.K., Contoyiannis Y.F., Papatheodoropoulos C., Diakonos F.K. and Theophilidis G. Criticality in neurons. 20th Annual Meeting of the Hellenic Society for Neuroscience, Heraklion, Greece, September 29-October 1, 2006

Abstract

29-09-2006 (Υποέργο: 80867)
Adamos D.A., Kosmidis E.K. and Theophilidis G. Performance evaluation of an unsupervised automatic spike-sorting algorithm. 20th Annual Meeting of the Hellenic Society for Neuroscience, Heraklion, Greece, September 29-October 1, 2006

Abstract

08-07-2006 (Υποέργο: 80867)
Α. Kagiava, A. Tsingotjidou, T. Poutahidis, N. Foroglou and G. Theophilidis; ?Evaluation of the regeneration in the three main nerve branches of the rat sciatic nerve?; 5th Forum of European Neuroscience; July 8-12, 2006, Vienna-Austria

Abstract

30-09-2005 (Υποέργο: 80867)
Καγιαβά Α., Βακαλοπούλου Μ., Νταμπαράκης Ν., Γερονικάκη Α., Θεοφιλίδης Γ., «Αξιολόγηση της νευροπροστατευτικής δράσης του οξυγόνου στο απομονωμένο ισχιακό νεύρο του αρουραίου και μελέτη του ρόλου της θερμοκρασίας», 19ο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας για τις Νευροεπιστήμες, Πρακτικά Συνεδρίου σελ. 125-126, 30 Σεπτεμβρίου-2 Οκτωβρίου 2005, Πάτρα-Ελλάδα

Abstract

00-00-0000 (Υποέργο: 80867)
A.Geronikaki, P.Vicini, G. Theophilidis, A. Lagunin, V. Poroikov, N. Dabarakis, H. Modarresi, J.C. Dearden. Assessing the local anesthetic activity of derivatives of 3-amino-1,2-[d]benzoisothiazoles on the sciatic nerve of rat model European Journal of Medicine

Abstract

28-03-2008 (Υποέργο: 80900)
Damialis A., Halley J. M., Syropoulou E., Gioulekas D., Fotiou C., Vokou D. "Trends in pollen atmospheric levels and flowering phenology patterns: fingerprints of climate change?", 8th European Pollen Symposium, Bad Lippspringe, Germany, 28-30 March 2008.

Περίληψη
Climate change is expected to affect atmospheric pollen patterns, which in turn are expected to affect severity and/or prevalence of respiratory allergy incidents. In Thessaloniki, the second largest city of Greece, air temperature (minimum and mean) has been increasing during the last two decades. As data regarding atmospheric pollen concentration have been collected in that area since 1987, we decided to examine whether there are concurrent changes of the pollen load and season patterns. In addition, we decided to study the flowering phenology of plant taxa that are important from both aerobiology and allergy aspects. Over the period 1987-2005, the taxa most abundantly represented are Cupressaceae, Quercus, Urticaceae, Pinaceae, and Oleaceae; they accounted for 72.5% of the total pollen load. Analysis of pollen concentration data for the same period revealed increasing trends for twelve of the sixteen taxa that contribute with at least 0.5% to the total atmospheric pollen load; these twelve taxa are Alnus spp., Carpinus spp., Chenopodiaceae, Cupressaceae, Oleaceae, Pinaceae, Plantago spp., Platanus spp., Poaceae, Quercus spp., Rumex spp., and Urticaceae. On average, the atmospheric pollen concentration is doubling every decade, but for some species the rate is much higher, with doubling times less than five years. Among the taxa exhibiting very high rates, four belong to the group of woody plants (Cupressaceae, Quercus, Platanus, Pinaceae) and one to that of herbs (Urticaceae). Such clear trends were not found in the case of pollen season traits. Six of the sixteen most abundantly represented taxa exhibited significant changes of one kind of another, but there was no evidence of a consistent pattern of change for the onset, peak, end or duration of the pollen season. Flowering phenology data were collected for Corylus avellana L., Cupressus sempervirens L., Olea europaea L. and Platanus orientalis L. These four species were studied for two consecutive years and in two or more stations differing in altitude and/or exposure. There were within species differences both between years and among stations. All species displayed a delayed flowering in 2005; O. europaea and P. orientalis flowered earlier and for a longer period in stations of lower elevation and of southern exposure, but this was not the case for C. sempervirens and C. avellana; the latter species was also one of the few taxa that did not follow the pattern of increasing atmospheric pollen concentration. Atmospheric pollen patterns are related to flowering phenology and pollen production and emission patterns of the taxa involved and all are influenced by meteorological factors. Recent shifts to an earlier onset of the pollen season have been more frequently observed than increases in airborne pollen abundance. But, in Thessaloniki area, the prominent feature is the increase of pollen abundance, which cannot be explained in terms of changes of the pollen reservoir around the city. We believe that this provides evidence of the effect of climate change on plant biota. At this stage, it is not easy to ascribe it to the increasing local air temperature rather than to the increasing global CO2-eutrophication

16-11-2006 (Υποέργο: 80900)
Δάμιαλης Α., Halley J.M, Γκιουλέκας Δ., Βενετίου Ε., Βώκου Δ., "Κυκλοφορία γυρεοκόκκων στην περιοχή Θεσσαλονίκης: ημερήσιες, εποχικές και μακροχρόνιες μεταβολές του ατμοσφαιρικού φορτίου", 3ο Συνέδριο της Ελληνικής Οικολογικής και της Ελληνικής Ζωολογικής Εταιρίας. «Οικολογία και Διατήρηςη της Βιοποικιλότητας», Ιωάννινα, 16-19 Νοεμβρίου 2006

Περίληψη
Η παραγωγή γύρης είναι μια φυσική διεργασία που εξασφαλίζει την αναπαραγωγή των φυτών. Ταυτόχρονα αποτελεί και αιτία εκδήλωσης σειράς εποχικών αλλεργικών συμπτωμάτων. Στο πλαίσιο αυτό και με βάση δεδομένα που αφορούν το χρονικό διάστημα 1987-2005, έγινε εκτίμηση της ποσοτικής συμμετοχής των γυρεοκόκκων επιμέρους ταξινομικών μονάδων στο συνολικό ατμοσφαιρικό φορτίο και περαιτέρω διερευνήθηκε η ύπαρξη τάσεων σε ημερήσια, εποχική και μακροχρόνια βάση. Η συλλογή των ανεμομεταφερόμενων γυρεοκόκκων πραγματοποιήθηκε με χρήση ογκομετρικής γυρεοπαγίδας Burkard, τοποθετημένη στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, η οποία λειτουργεί σε συνεχή βάση, 24 ώρες την ημέρα προσροφώντας σταθερή ποσότητα ατμοσφαιρικού αέρα (10 L min-1). Εκτιμήθηκε τόσο το συνολικό φορτίο όσο και οι συγκεντρώσεις γυρεοκόκκων 16 taxa που έχουν αλλεργιογόνο δράση και αξιόλογη συμμετοχή στη συνολική κυκλοφορία γύρης. Αυτά είναι τα Alnus, Ambrosia, Artemisia, Carpinus, Chenopodiaceae, Corylus, Cupressaceae, Oleaceae, Pinaceae, Plantago, Platanus, Poaceae, Populus, Quercus, Rumex, και Urticaceae. Οι γυρεόκοκκοι των Cupressaceae, Quercus, Urticaceae, Pinaceae, Oleaceae, Platanus, και Poaceae συμμετέχουν κατά μέσο όρο με ποσοστό μεγαλύτερο του 85% επί του συνολικού ατμοσφαιρικού φορτίου γυρεοκόκκων. Η κυκλοφορία γυρεοκόκκων σε ημερήσια βάση ελέγχεται κυρίως από τη βροχόπτωση και τα χαρακτηριστικά των πνεόντων ανέμων. Στα περισσότερα taxa είναι εντονότερη κυρίως αργά το βράδυ και νωρίς το πρωί (π.χ. Corylus, Poaceae, Urticaceae), ενώ πολύ σπανιότερα κορυφώνεται τις μεσημεριανές ώρες (π.χ. Chenopodiaceae, Platanus). Σε ετήσια βάση, παρατηρείται έντονη εποχικότητα, η οποία συνδέεται με τη φαινολογία άνθησης των επιμέρους taxa. Η κύρια περίοδος κυκλοφορίας γυρεοκόκκων στην περιοχή Θεσσαλονίκης εντοπίζεται μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου. Σε μακροχρόνια κλίμακα, διαπιστώθηκε αυξητική τάση του συνολικού ατμοσφαιρικού φορτίου όσο και αυτού των επιμέρους ειδών, συγκεκριμένα για 12 από τα 16 taxa που μελετήθηκαν, οι οποίες φαίνεται να συνδέονται με τις αντίστοιχες μεταβολές της θερμοκρασίας αέρα στην περιοχή κατά την τελευταία 20ετία

16-11-2006 (Υποέργο: 80900)
Φωτίου Χ., Δάμιαλης Α., Κρίγκας Ν., Βώκου Δ., "Συμμετοχή του Hordeum murinum στο συνολικό φορτίο ανεμομεταφερόμενων γυρεόκοκκων στο αστικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης", 3ο Συνέδριο της Ελληνικής Οικολογικής και της Ελληνικής Ζωολογικής Εταιρίας. «Οικολογία και Διατήρηςη της Βιοποικιλότητας», Ιωάννινα, 16-19 Νοεμβρίου 2006

Περίληψη
Η εργασία εντάσσεται στο πλαίσιο μελέτης της φαινολογίας άνθησης, της γυρεοπαραγωγής και της εξάπλωσης στην ευρύτερη περιοχή Θεσσαλονίκης ειδών αγρωστωδών που χαρακτηρίζονται από αλλεργιογόνο δράση των γυρεοκόκκων τους. Απαντούν 104 taxa αγρωστωδών που συμβάλλουν κατά 6% περίπου στο συνολικό φορτίο ανεμομεταφερόμενης γύρης. Από αυτά, επιλέχθηκε το Hordeum murinum L. ως το πιο άφθονο. Η μελέτη του έγινε σε τρεις σταθμούς (σε υψομετρο 0, 100 και 200 μέτρων). Στους δύο χαμηλότερους σταθμούς, απαντά το υποείδος murinum, ενώ στον ανώτερο το υποείδος lepοrinum. Η αφθονία του είδους παρουσίαζε διαβάθμιση αντιστρόφως ανάλογη του υψομέτρου (μεγάλη χαμηλά). Δεδομένου ότι το είδος χαρακτηρίζεται από κλειστογαμία, εκτιμήσαμε σε κάθε σταθμό το ποσοστό κλειστόγαμων ανθέων ανά ταξιανθία, δηλαδή αυτών που φέρουν εσωτερικά διαρρηγμένους ανθήρες. Κριτήριο προσδιορισμού της φάσης ανθοφορίας ήταν το χρώμα του στάχυ (πράσινο) και η ευκρινής μακροσκοπικά έκπτυξη των ανθήρων. Η γυρεοπαραγωγή εκτιμήθηκε σε 3 ώριμους ανθήρες 10 διαφορετικών ταξιανθιών (30 ανθήρες συνολικά) ανά σταθμό, με την ωριμότητά τους να προσδιορίζεται από το λευκό τους χρώμα. Η ανθοφορία έληξε αρχές Μαΐου. Παρά τις μικρές υψομετρικές διαφορές, τα χαρακτηριστικά της φαινολογίας άνθησης βρέθηκαν να μεταβάλλονται. Στο χαμηλότερο σταθμό, η ανθοφορία ολοκληρώθηκε πολύ νωρίτερα απ? ό,τι στους δύο υψηλότερους σταθμούς, ενώ η μεγαλύτερη γυρεοπαραγωγή καθώς και το μικρότερο ποσοστό κλειστόγαμων σταχιδίων καταγράφηκε στο χαμηλότερο σταθμό. Διαφάνηκε τάση αύξησης του βαθμού κλειστογαμίας με τη μείωση της αφθονίας, γεγονός που πιθανόν σχετίζεται με την ύπαρξη εξωγενούς παρέμβασης (περιοδική αφαίρεση υπέργειας βιομάζας). Παρά την αφθονία του είδους, η κορύφωση της ανθοφορίας του τον Απρίλιο σε σχέση με την κυκλοφορία γυρεοκόκκων των αγρωστωδών (κορύφωση τον Ιούνιο), καθώς και η έντονη κλειστογαμία του αποτελούν ενδείξεις χαμηλής συμμετοχής του στην κυκλοφορία της γύρης των αγρωστωδών στο αστικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης

16-11-2006 (Υποέργο: 80900)
Δάμιαλης Α., Συροπούλου Ε., Κρίγκας Ν., Φωτίου Χ., Γκιουλέκας Δ., Βώκου Δ., "Σχέση φαινολογίας και ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας γυρεοκόκκων τεσσάρων φυτικών ειδών στην ευρύτερη περιοχή Θεσσαλονίκης", 3ο Συνέδριο της Ελληνικής Οικολογικής και της Ελληνικής Ζωολογικής Εταιρίας. «Οικολογία και Διατήρηςη της Βιοποικιλότητας», Ιωάννινα, 16-19 Νοεμβρίου 2006

Περίληψη
Σκοπός της εργασίας ήταν η μελέτη της ανθικής φαινολογίας ειδών με αλλεργιογόνο δράση και περαιτέρω η σύνδεση των προτύπων ανθοφορίας με αυτά της ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας των γυρεοκόκκων τους. Επιλέχτηκαν τα Corylus avellana, Cupressus sempervirens, Olea europaea, Platanus orientalis. Το πρότυπο ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας των γυρεοκόκκων τους έχει προκύψει με βάση δεδομένα παγίδευσης στο κέντρο της Θεσσαλονίκης (γυρεοσυλλέκτης Burkard). Η μελέτη της ανθικής φαινολογίας για κάθε είδος έγινε επί δύο έτη (2004, 2005), σε τουλάχιστον δύο σταθμούς, οι οποίοι διέφεραν κατά το υψόμετρο ή και την έκθεση, και σε 10 άτομα ανά σταθμό. Σε χαμηλότερα υψόμετρα και σε νότιες ή ανατολικές εκθέσεις, η ανθοφορία για τα O. europaea και P. orientalis βρέθηκε να ξεκινά νωρίτερα, κατά μία ή τέσσερις εβδομάδες, ενώ ανάλογη μεταβολή δεν παρατηρήθηκε για τα άλλα δύο είδη. Μετατόπιση της έναρξης ανθοφορίας, αργότερα το 2005 σε σχέση με το 2004, εντοπίστηκε και στα τέσσερα είδη. Συνδυάζοντας τα ετήσια πρότυπα κυκλοφορίας γυρεοκόκκων με τα αντίστοιχα πρότυπα ανθικής φαινολογίας, προέκυψε ότι το C. avellana εμφανίζει χρονική υστέρηση περίπου ένα μήνα μεταξύ της έναρξης ανθοφορίας των πληθυσμών που μελετήθηκαν και της έναρξης παγίδευσης των γυρεοκόκκων του. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως σε σταθμούς σχετικά μεγάλου υψομέτρου των P. orientalis και O. europaea, παρατηρήθηκε ανθοφορία μετά τη λήξη της περιόδου κατά την οποία συλλαμβάνονται οι ανεμομεταφερόμενοι γυρεόκοκκοί τους. Η αδυναμία παγίδευσης γυρεοκόκκων προερχόμενων από αυτούς τους σταθμούς στο κέντρο της πόλης δημιουργεί ερωτήματα ως προς τα αίτια. Τα τελευταία μπορεί να σχετίζονται με βιοτικούς (περισσότερο μόνιμους) χαρακτήρες, όπως το μέγεθος του πληθυσμού, ή αβιοτικούς (περισσότερο περιστασιακούς) παράγοντες, όπως τα χαρακτηριστικά των πνεόντων ανέμων. Πέραν του θεωρητικού ενδιαφέροντος, η διερεύνηση των προτύπων κυκλοφορίας γύρης και ανθικής φαινολογίας μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερες προβλέψεις σχετικά με την κυκλοφορία των γυρεοκόκκων σε μια περιοχή, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό όταν αυτοί διαθέτουν αλλεργιογόνο δράση

27-09-2006 (Υποέργο: 80900)
Fotiou C., Damialis A., Krigas N., Mavrommatis T., Vokou D., "Flowering phenology and pollen yield of the allergenic urban invader Parietaria judaica under differing environmental conditions", 4th European Conference on Biological Invasions, Vienna, 27-29 September 2006

Περίληψη
Parietaria judaica (wall pellitory) is a wind pollinated, ruderal species. It invades urban environments and has highly allergenic pollen. Given its occurrence and impacts on human health, it is important to know the species flowering phenology and pollen productivity patterns. We studied two populations of the species in Thessaloniki, the second largest city of Greece, where P. judaica is widely distributed forming dense stands. The populations examined differ in exposure - southern and northern. P. judaica flowers both in spring and autumn. We followed progression of flowering in three sampling areas of 0.5 m2 in each population, on a 5-day basis, during both flowering periods; we divided sampling areas into five equal-sized sub-units, sampled 3 shoots from each (45, in total) and estimated the percentage of open flowers that they carried. In both flowering seasons, we collected 30 shoots from each population, measured their length and counted the number of flowers present. We further counted the number of pollen grains bore by the anthers in three indehiscent flowers from each of the 30 shoots, and we also measured corolla width in the autumn sampling. Flowering started at least one week earlier in the population of southern-exposure, in spring, but no difference was observed in autumn. In the spring period, peak of flowering occurred in mid-April, whereas in the autumn period, it occurred in mid-October. Plants in the population of southern exposure were higher and bearing more flowers; there was no difference regarding the flower size. Corolla width was found to be positively correlated with the pollen content. To examine the influence of temperature on flowering phenology, we performed multiple regression analyses. Progression of flowering was more related with minimum rather than with average or maximum temperature for both populations. Given the dependence of pollen amount from temperature and of allergenic incidents from pollen amount, it is very likely that wall pellitory-related allergy will be more frequently and/or severely manifested in response to global warming.

15-08-2006 (Υποέργο: 80900)
Damialis A., Halley J.M., Gioulekas D., Mavromatis T., Vokou D., "Airborne allergenic pollen and climatic change", 8th International Congress on Aerobiology, Neuchatel, 15-19 August 2006

Περίληψη
Pollen of various plant taxa is implicated in the manifestation of seasonal allergic symptoms. Given that sensitisation to natural allergenic agents has been increasing recently, it is necessary to assess the environmental quality regarding airborne allergenic pollen. In addition, it is reported that global warming will result in higher loads of atmospheric pollen, but the relevant evidence is not adequate yet. In the current work we examined that kind of potential co-variations, regarding the total pollen load and those of individual taxa in the air of the second largest city of Greece. On the basis of data collected during the period 1987-2005 in Thessaloniki (north Greece), we estimated the pollen time-series trends of different taxa, whose individual contribution to the total annual pollen concentration accounted for more than 0.5%. Moreover, we examined whether there are shifting patterns in the annual main pollen period. Potential trends in meteorological factors were also explored. Relationships among atmospheric pollen loads and meteorological variables were investigated, focusing especially on lagged effects. Total airborne pollen has been increasing. The same holds true for the majority of the individual taxa examined (13 out of 16). This pollen increase was paralleled by a rise in air temperature (minimum and mean annual). No systematic shifting patterns were observed regarding onset, end or duration of the main pollen period. Mean air temperature was related to the annual pollen count in seven taxa, whereas minimum temperature in all taxa, except for one (Populus), of the total 13 presenting an increasing trend. The latter taxon displayed a decreasing trend, which was negatively correlated with air temperature. In all relationships, there was a delayed effect of temperature on airborne pollen concentration, with the most prevalent lags being those of 1-3 years, depending on taxon. Air temperature in Thessaloniki has been increasing during the last 20 years and the same holds true for the atmospheric pollen load. The first indicates climate warming. The latter, combined with the lack of any systematic shifts to an earlier or longer main pollen period, suggests dependence of pollen production (rather than pollination time) on temperature, and hence global warming. It is expected, therefore, that if climate warming persists, episodes of respiratory allergy will become more frequent and/or severe

17-07-2006 (Υποέργο: 80900)
Fotiou C., Vokou D., "Phenotypic plasticity and reproductive ability of the urban invader Parietaria judaica", 1st International Symposium Intractable Weeds and Plant Invaders ISIW&PI, Ponta Delgada, 17-21 July 2006

Περίληψη
Parietaria judaica is a species invading urban environments. We examined a number of its reproductive features in an attempt to identify traits that may confer invasive ability. We studied two populations differing in exposure: northern and southern. We found that flowering of P. judaica is bimodal; it occurs in spring and in autumn. Flowering started earlier in the population of southernexposure, in spring; no difference was observed in autumn. From each population and for both flowering seasons, we collected 30 shoots and counted the number of inflorescences and flowers that they carried. We also estimated pollen production per flower after measuring the pollen content of three flowers from each of the 30 shoots. In spring, both the number of flowers produced and the pollen content per flower were higher. More flowers were produced in the southern sites, in both flowering seasons. The same held true for pollen content per flower, but only in spring. This plasticity of the species reproductive traits may be linked with its invasive ability; the increase of pollen production under warmer conditions might indicate a higher invasive risk in such environments.

10-06-2006 (Υποέργο: 80900)
Damialis A., Halley J.M., Mavromatis T., Gioulekas D., Vokou D., "Bi-hourly variations in atmospheric concentrations of allergenic pollen: assessing the role of rainfall and other meteorological factors", 25th Congress of the European Academy of Allergology and Clinical Immunology, Vienna, 10-14 June 2006

Περίληψη
Airborne pollen transport and forecasting have attracted widespread interest because pollen from several plant taxa is associated with respiratory allergy. Understanding short-range changes in atmospheric pollen loads and of the factors responsible are considered to be crucial for the development of reliable predictive models. The aim of this work was to elaborate the relationships between pollen levels and meteorological factors in short-range (bi-hourly) data. We examined the effect of the various meteorological factors, with emphasis on rainfall, on the atmospheric concentrations of pollen in Thessaloniki area, in northern Greece, using bi-hourly records of 2004 and 2005. We studied 16 plant taxa associated with the most abundant pollen loads, among which the most allergenic ones are included. The analyses were repeated for different timescales. Strong diurnal patterns were found for all taxa examined. Of the meteorological factors, rainfall had a most significant influence on pollen transport. On the bi-hourly timescale, even very low levels of rainfall suppressed pollen circulation entirely so that the absence of rain was a prerequisite for pollen transport. However, this relationship weakened at longer timescales. Other factors playing a significant role were wind direction and speed, air temperature, solar radiation, relative humidity and some of the interactions between these factors. Pollen circulation is strongly influenced by diurnal patterns and also by changes in meteorological factors, especially rainfall. The relative significance of these factors changes, sometimes dramatically, according to the timescale of analysis. We believe that these findings have important implications for forecasting pollen loads and will be of value to clinical and everyday practice

01-06-2006 (Υποέργο: 80900)
Δάμιαλης Α., Halley J.M., Γκιουλέκας Δ., Μαυρομμάτης Θ., Βώκου Δ., "Κυκλοφορία γυρεοκόκκων στην περιοχή Θεσσαλονίκης: διαχρονικές μεταβολές ατμοσφαιρικού φορτίου", 2ο Συνέδριο Συμβουλίου Περιβάλλοντος Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης: «Τα περιβαλλοντικά προβλήματα της περιοχής Θεσσαλονίκης. Η άποψη του Α.Π.Θ.», Θεσσαλονίκη, 1-4 Ιουνίου 2006

Περίληψη
Η παραγωγή γύρης είναι μια φυσική διεργασία που εξασφαλίζει την αναπαραγωγή των φυτών. Ταυτόχρονα αποτελεί και αιτία εκδήλωσης σειράς εποχικών αλλεργικών συμπτωμάτων. Με δεδομένο ότι παρατηρείται όλο και μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση των ανθρώπων σε φυσικούς αλλεργιογόνους παράγοντες, είναι απαραίτητη η αξιολόγηση της επικινδυνότητας του περιβάλλοντος και η διερεύνηση των παραμέτρων που την επηρεάζουν. Στο πλαίσιο αυτό και με βάση δεδομένα που αφορούν το χρονικό διάστημα 1987-2005, έγινε εκτίμηση της ποσοτικής συμμετοχής των γυρεοκόκκων επιμέρους ταξινομικών μονάδων στο συνολικό ατμοσφαιρικό φορτίο και διερευνήθηκε περαιτέρω η ύπαρξη τάσεων αναφορικά με το ετήσιο φορτίο, την έναρξη, λήξη και διάρκεια της περιόδου κυκλοφορίας τους. Προέκυψε αυξητική τάση του ατμοσφαιρικού φορτίου για την πλειονότητα των εξεταζόμενων ταξινομικών μονάδων, παράλληλη αυξητική τάση θερμοκρασιακών παραμέτρων, ενώ δεν παρατηρήθηκε αξιόλογη μεταβολή της διάρκειας κυκλοφορίας, της έναρξης και λήξης της. Εάν συνεχιστούν αυτές οι τάσεις, αναμένεται αύξηση των επεισοδίων αναπνευστικής αλλεργίας σε ευαίσθητες πληθυσμιακές ομάδες, σε συχνότητα ή/και σε σφοδρότητα.

00-00-2007 (Υποέργο: 80934)
Μελέτη της μη γενωμικής δράσης της θυρεοειδούς ορμόνης σε καρδιομυοκύτταρα ενήλικου αρουραίου και στην κυτταρική σειρά H9C2. Ιορδανίδου Α., Χατζοπούλου-Κλαδαρά Μ., Λάζου Α. Ελληνική Εταιρεία Βιολογικών Επιστημών, Πρακτικά 29ου Επιστημονικού Συνεδρίου, 423, 2007

Περίληψη
Η θυρεοειδής ορμόνη (Τ3) έχει πολλαπλές επιδράσεις στη φυσιολογία και παθοφυσιολογία της καρδιάς. Εκτός από την καλά χαρακτηρισμένη γενωμική της δράση που επιτυγχάνεται μέσω της πρόσδεσης της στους θυρεοειδικούς πυρηνικούς υποδοχείς, πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν την ύπαρξη μη γενωμικής δράσης, η οποία μπορεί να επιτυγχάνεται μέσω σηματοδοτικών οδών. Η δράση της Τ3 πιθανόν να διεκπεραιώνεται μετά απο πρόσδεση της σε υποδοχείς συζευγμένων με πρωτεϊνες G στην πλασματική μεμβράνη. Σκοπός αυτής της εργασίας είναι η διερεύνηση της επίδρασης της Τ3 σε σηματοδοτικές οδούς κινασών και ο προσδιορισμος της σημασίας της μη γενωμικής δράσης της θυρεοειδής ορμόνης στη φυσιολογία της καρδίας. Απομονομένα καρδιομυοκύτταρα ενήλικου αρουραίου και η κυτταρική σειρά H9C2 εκτέθηκαν σε Τ3 (10-7 Μ) σε διαφορετικούς χρόνους. Παρατηρήθηκε ενεργοποίηση των σηματοδοτικών μονοπατιών των p38 MAPK, PKCα/β και PKCδ κινασών στα καρδιομυοκύτταρα και των ERK1/2, PKCε, και PKCα/β κινασών στα H9C2 στα πρώτα λέπτα της επίδρασης. Αντίθετα, η παρουσία της Τ3 δεν ενεργοποίησε τις ERK1/2 και PKCε κινάσες στα καρδιομυοκύτταρα και τις p38 MAPK, PKCδ κινάσες στα H9C2. Ταυτόχρονη χορήγηση θυρεοειδικών αναλόγων (10-7Μ και 10-5Μ), τα οποία είναι γνωστό ότι εμποδίζουν τη δράση της Τ3 στην πλασματική μεμβράνη, ανέστειλε την ενεργοποίηση των προαναφερθέντων κινασών. Τα παραπάνω αποτελέσματα επιβεβαιώνουν τη βραχυπρόθεσμη δράση της θυρεοειδικής ορμόνης σε καρδιομυοκύτταρα με την ενεργοποίηση διαφορετικών σηματοδοτικών μονοπατιών κινασών. Παράλληλα πραγματοποιούνται μελέτες με σκοπό να διερευνηθεί ο μηχανισμός με τον οποίο οι κινάσες μπορούν να ενεργοποιήσουν τους θυρεοειδικούς πυρηνικούς υποδοχείς

00-00-2006 (Υποέργο: 80934)
Διερεύνηση της γενωμικής και μη γενωμικής δράσης της θυρεοειδούς ορμόνης σε καρδιομυοκύτταρα ενήλικου αρουραίου. Ιορδανίδου Α., Μαυροματίδης Β., Αγγελίδου Ε., Λάζου Α., Χατζοπούλου-Κλαδαρά Μ. Ελληνική Εταιρεία Βιολογικών Επιστημών, Πρακτικά 28ου Επιστημονικού Συνεδρίου, 422, 2006

Περίληψη
Η θυρεοειδής ορμόνη (Τ3) έχει πολλαπλές επιδράσεις στη φυσιολογία και παθοφυσιολογία της καρδιάς. Εκτός από την καλά χαρακτηρισμένη γενωμική δράση της, μέσω των πυρηνικών υποδοχέων, πρόσφατες ενδείξεις υποστηρίζουν την ύπαρξη μη γενωμικής δράσης, η οποία μπορεί να επιτυγχάνεται μέσω σηματοδοτικών οδών. Στη παρούσα εργασία διερευνάται αφενός η επίδραση της Τ3 σε σηματοδοτικές οδούς κινασών και αφετέρου η μεταγραφική δραστηριότητα των ισομορφών TRα1 και TRβ1 των θυρεοειδικών υποδοχέων παρουσία θυρεοειδικών αναλόγων με σκοπό την αναγνώριση ειδικών αναστολέων. Μετά από έκθεση καρδιομυοκυττάρων σε Τ3 σε διαφορετικούς χρόνους, παρατηρήθηκε ενεργοποίηση των p38 MAPK, JNKs και PDK1 κινασών με μέγιστο στα 20΄ και των ERKs με μέγιστο στα 5΄. Προσθήκη triac και tetrac (10-7 Μ), παράγοντες που εμποδίζουν την είσοδο της Τ3 στα κύτταρα, ανέστειλε την παραπάνω ενεργοποίηση. Προτείνεται ότι η βραχυπρόθεσμη δράση της Τ3 σε καρδιομυοκύτταρα ενεργοποιεί διαφορετικά σηματοδοτικά μονοπάτια κινασών, πιθανόν μέσω ενός μη αναγνωρισμένου μεβρανικού υποδοχέα. Παράλληλα, μελετήθηκε η μεταγραφική δραστηριότητα των ισομορφών TRα1 και TRβ1 των θυρεοειδικών υποδοχέων, μετά από παροδική επιμόλυνση σε κυτταρικές σειρές HeLa και CV-1 και ταυτόχρονη επίδραση με Τ3 και τα θυρεοειδικά ανάλογα δεσαιθυλαμιοδαρόνη (DEA) και ντεμπουτυλδρονεδαρόνη (DBD). Παρατηρήθηκε ότι η παρουσία της Τ3 προκαλεί αύξηση της μεταγραφικής δραστηριότητας τόσο του TRα1, όσο και του TRβ1 υποδοχέων. Αντίθετα, παρουσία του DEA παρατηρείται μείωση της δράσης και των δυο TR υποδοχέων. H παρουσία του DBD αναστέλλει επιλεκτικά τη δράση του TRα1, υποδεικνύοντας ότι δρα ως ειδικός αναστολέας

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Γενικού Φυσικών & Μαθηματικών Επιστημών

07-07-2005 (Υποέργο: 21899)
"Pressure and temperature dependence of the Boson peak in glassy As2S3 studied by Raman scattering" K.S. Andrikopoulos, S.N. Yannopoulos, D. Christofilos, G. A. Kourouklis 5IDMRCS - 5th International Discussion Meeting on Relaxations in Complex Systems, 7-13 July 2005, Lille/France

Περίληψη
The Boson peak (BP) is the manifestation of the excess vibrational modes existing in an amorphous medium over the Debye expectation. It appears as an asymmetric band in low frequency Raman scattering spectra. Its universal presence has triggered a large number of investigations; however, its origin is still considered highly controversial. An important way to get information on the origin of the BP is to elucidate the dependence of its spectral features as a function of some external stimuli. Temperature is frequently used to alter structural and dynamical features of a glass and hence the characteristics of the BP. On the contrary, less attention has been paid to the pressure dependence of this peak. In this work we attempt a combined pressure and temperature dependent study of the BP of a model 2D network glass, As2S3. The study is based on appropriately manipulated data obtained from in situ application of Raman spectroscopy that enabled spectra at the low wavenumber spectral region to be recorded: (i) at ambient pressure and from 20oC up to ~350 oC (ii) at 20oC and from ambient pressure up to ~10GPa. More specifically the dependence of BP position and intensity on temperature and pressure provided valuable information on its nature in addition to the dynamics of As2S3 glass. The results are compared with the soft potential model showing a remarkable similarity with its prediction.

27-06-2005 (Υποέργο: 21899)
"Pressure induced structural modifications of As2S3 glass" K.S. Andrikopoulos, D. Christofilos, S.N. Yannopoulos, G. A. Kourouklis Joint 20th AIRAPT – 43th EHPRG, June 27 – July 1, Karlsruhe/Germany 2005

Περίληψη
The current work refers to the pressure induced structural rearrangements of a model chalcogenide glass, As2S3. High pressure Raman experiments performed on a thermally annealed sample provide evidence of modifications in the short and medium range order. In order to avoid photo-induced structural rearrangements, off-resonance Raman spectra were recorded up to ~100kbar. In the Raman spectrum of glass, apart from the vibrational bands attributed to AsS3 pyramids, vibrational bands of cage-like As4S4 species can be resolved as well. The pressure dependence of the internal vibrational modes along with the corresponding dependence of the boson peak is being discussed. Interrelations of the obtained results with the optical properties of the corresponding crystal (orpiment) as a function of pressure are addressed. Finally, differences observed between the Raman spectra recorded before the application of pressure and the corresponding spectra recorded upon pressure release indicate that permanent structural modifications take place.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Γεωλογίας

05-10-2005 (Υποέργο: 21886)
Anagnostopoulou Chr, Tolika K, Flocas H and Maheras P 2005: Cyclones in the Mediterranean region: Present and Future climate scenarios derived from a General Circulation Model (HadAM3P). Presentation in 7th Plinius Conference on Mediterranean Storms, Rethymnon, Crete, Greece, 05–07 October 2005

Περίληψη
In this study an attempt is made to assess and evaluate the skill of the Hadley Center atmospheric General Circulation Model (HadAM3P) in generating successfully the frequency and intensity characteristics of severe cyclones in the Mediterranean region. In this way, it will be examined if the General Circulation Model (GCM) could provide valid and useful circulation based predictors applied on downscaling methods for the simulation of several local –scale parameters and justify the prediction of the increasing frequency and intensity of extreme events in the Mediterranean. The data used in this study are time series of daily sea level pressure (SLP) and 500hPa geopotential height produced during NCEP/NCAR Re-analysis project as well as the corresponding simulated datasets of SLP and 500hPa geopotential heights of the HadAM3P. All the datasets consist of grid point values of 2.5o x 2.5o, allowing the study of synoptic scale cyclones. A period of 30 years (1961-1990) is covered for the reanalysis data, consistent with the available period of the control run simulations and 30 years period (2071-2100) for the future scenarios. Cyclones (with central surface pressure less than 1000hPa) are identified with the aid of an objective method based on grid point values, available every 24 hours. The cyclonic occurrences are studied in three regions of enhanced cyclonic activity: gulf of Genoa, southern Italy and Cyprus. The comparison between the three datasets was based on: a) the seasonal differences (biases) of frequency of NCEP from the control run of HadAM3P (HadAM3P control run – NCEP) b) the differences of the future and present scenario frequencies as derived from the GCM simulations (HadAM3Pscenario – HadAM3Pcontrol run) and c) the seasonal differences (biases) of the average pressure distribution at mean sea level and the 500hPa geopotential height. The significance of these differences was examined with the aid of Student – Ficher t-test at a level of significance 0.05. According to preliminary results for the present day conditions,for the Genoa cyclones there is a prevalence of surface fluxes for all seasons, while the orographic effect contribute more significantly in winter and spring. For southern Italy cyclones, the upper level dynamics control the occurrence of the surface cyclones, although they are not always associated with geopotential anomalies. For Cyprus cyclones, the upper level dynamics seem to constitute a dominant feature in winter, spring and summer although the surface dynamics and the orography are likely to be more significant in winter and spring. It is noteworthly that the 500hPa anomalies are located in the southwestern of the cyclone centre, both in Genoa and southern Italy cyclones.

15-09-2005 (Υποέργο: 21886)
Kutiel H., Tolika K., Anagnostopoulou Chr, Flocas E. et Maheras P., 2005: Comparaison des fréquences des types de circulation observées (données de NCEP) et simulées (donnes de hadam3p) en Grèce. 8eme Colloque, Association Internationale de Climatologie. Septembre 2005.

Περίληψη
The geopotential data at 500hPa from the general circulation model HadAM3P can reproduce satisfactorily the regional circulation of the eastern Mediterranean. However, the use of a downscaling model based on a circulation type approach should be used with prudence.

15-09-2005 (Υποέργο: 21886)
Maheras P., Tolika K., Anagnostopoulou Chr., Flocas E. et Vafiadis M., 2004: Evaluation des données du geopotentiel a 500hpa produites par les modelés de circulation générale (MCG) pour l’Europe et la Méditerranée. 8eme Colloque, Association Internationale de Climatologie. Septembre 2005.

Περίληψη
The data from the atmospheric model HadAM3P has some success in reproducing the mean seasonal patterns at 500hPa geopotential heights, although systematic errors occur more in winter than in the other seasons.

24-04-2005 (Υποέργο: 21886)
Chr. Anagnostopoulou, K. Tolika,, P. Maheras, H. Flocas and M. Vafiadis 2005: «Simulation of Extreme Temperature in Greece Using a Circulation Type Approach» Presentation in the international conference of the European Geosciences Union 2005 (EGU 2005), Vienna, Austria, 24-29 April 2005.

Περίληψη
In this study an attempt is made to examine in space and time the relationship between temperature extremes in the Greek area with the regional atmospheric circulation, as well as to identify the best potential circulation based on predictor variables for temperature extremes. Furthermore, a downscaling procedure is constructed based on circulation type approach with a multiple regression analysis, in order to develop a plausible scenario for seasonal extreme temperatures in Greece. Daily maximum and minimum temperature series for 22 Greek stations evenly distributed over Greece have been used for the period 1958-2000. Geopotential data for the thickness field 1000-500hPa that are used, derived from the National Center for Environmental Prediction – National Center of Atmospheric Research (NCEP-NCAR) reanalysis project and from the general circulation model (GCM)-HadAM3P. The atmospheric circulation over the Greek area was classified according to the geopotential thickness field 1000-500 hPa. It was found that the anticyclonic circulation types present generally positive trends, while the cyclonic types present negative ones. The analysis of the annual trends of temperature extreme indices demonstrated an overall increasing (decreasing) of the warm (cold) extremes over the Greek area with spatial and seasonal variations. The investigation of the temperature anomalies corresponding to each circulation type revealed that the increase of the frequency of the anticyclonic types, in the majority of the stations, could explain partly the upward trend of the maximum temperature in summer. The downscaling model was calibrated for the period 1958-1978 + 1994-2000 (NCEP-NCAR data, station data) and validated for the period 1979-1993 (NCEP-NCAR data, station data). The correlation coefficients between observed and simulated data for the validation period were high both for maximum and minimum temperature. The highest correlation coefficient appeared in winter maximum temperature, where these coefficients are higher than 90% for some stations. Additionally, there were small biases between observed and simulated data for the majority of the stations. For almost all stations, the maximum and minimum simulated temperatures are overestimated compared to the observed values. On the contrary, there is an underestimation of the model’s variability in which, for some stations, the biases of the standard deviation are statistical significant at the level of 0.05. Finally, the application of the model using the HadAM3P data (calibration period: 1958-2000 (NCEP-NCAR data, stations data) and validation period 1960-1990 (HadAM3P, control run data) showed that summer maximum temperatures presented a non-statistical significant overestimation, while the winter minimum temperature presented an underestimation. The biases for winter minimum temperature - not statistically significant for a number of stations - varied between –0.2oC and -1.2oC. It becomes evident that the downscaling model can be used for the construction of a plausible future climate change scenario for extreme temperatures.

27-09-2004 (Υποέργο: 21886)
2. Αναγνωστοπούλου Χρ. Τολίκα Κ. και Μαχαίρας Π., 2004: Μελέτη των τάσεων των ακραίων καιρικών συνθηκών στον ευρύτερο Ελλαδικό χώρο για το δεύτερο μισό του 20οι αιώνα (Μέρος Β – Θερμοκρασία). Εργασία στα πλαίσια του 6ου Πανελλήνιου (Διεθνές) Συνεδρίου Μετεωρολογίας – Κλιματολογίας και Φυσικής της Ατμόσφαιρας, Λευκωσία 27-30 Σεπτεμβρίου 2004.

Περίληψη
Η εργασία αυτή έχει σκοπό την έρευνα και την εκτίμηση των ακραίων θερμοκρασιών κατά την διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα στην ευρύτερη ελληνική περιοχή. Η ανάλυση των ακραίων θερμοκρασιών έγινε με την χρήση ημερήσιων τιμών θερμοκρασίας από 22 μετεωρολογικούς σταθμούς, οι οποίοι βρίσκονται ομοιόμορφα κατανεμημένοι στον ελληνικό χώρο, για τη χρονική περίοδο 1958-2000. Για την καλύτερη μελέτη των ακραίων θερμοκρασιών υπολογίστηκαν με τη χρήση κατάλληλου λογισμικού προγράμματος ορισμένοι δείκτες ακραίων θερμοκρασιών. Βασισμένοι σε γνωστές από την βιβλιογραφία στατιστικές μεθόδους γίνεται έλεγχος για την εμφάνιση ή μη αλλαγών στην παρουσία των ακραίων θερμοκρασιών κατά τη περίοδο μελέτης. Επίσης, ελέγχεται η στατιστική σημαντικότητα των αλλαγών αυτών καθώς επίσης και αν εμφανίζουν εποχικότητα.

08-09-2004 (Υποέργο: 21886)
Tolika K., Maheras P., Vafiadis M., et Anagnostopoulou Ch. 2004: Simulation des températures moyennes saisonnières maximales en Grèce par une approche de réseau de neurones artificiels. 7eme Colloque, Association Internationale de Climatologie. "Climat, mémoire du temps. Les relations climat – espace – société". Caen 8-10 Septembre 2004, France.

Περίληψη
In the present paper, using the Artificial Neural Network (ANN) technique, we tried to construct a downscaling and simulation method for the maximum seasonal temperatures in Greece. This method is proven to be very efficient due to fact that the results (biases and correlation coefficients between the simulated and the observed data for the validation period) are very satisfactory.

02-10-2005 (Υποέργο: 21891)
Faulting Geometry and Seismic Coupling of the Southwest Part of the Hellenic Subduction Zone Papadimitriou, E.E and Karakostas, V.G. 33rd Assembly of the International Association of Seismology and Physics of the Earth's Interior, Santiago, Chile, 2–8 October, 2005.

Περίληψη
The eastern Mediterranean plate is subducted under the Aegean microplate along the Hellenic Arc with a rate of 4.5 cm/yr. The shape of the descending plate was investigated in detail by several researchers by using high-quality hypocenter data and reliable fault plane solutions. The seismicity is very high throughout the arc, which is dominated by thrust faulting with a NE-SW direction of the axis of maximum compression. A particularly damaging earthquake occurred in 365 AD in the southwestern part of the Hellenic Arc, near the Crete Island. The tsunami generated by this event affected almost the entire eastern Mediterranean region. Taking into account that the time history of seismicity in this region is fairly complete for such earthquakes in the historical catalog, which can be dated as back as the 5th century B. C., there is no indication that this segment of plate boundary has been fully ruptured again. The study of the regional tectonics and slab geometry necessitates a qualitative evaluation of the rupture characteristics of the stronger events that occurred in this part of the Hellenic Arc. In addition to the instrumental recordings, the historical earthquake catalog, which includes documented earthquake information for the broader Aegean area and provides adequate data, was used for this purpose. Thus, an attempt is made to constrain the faulting geometry in the southwestern part of the Hellenic Arc, using information gleaned from historical reports, and the spatial distribution and focal mechanisms of earthquakes that occurred during the instrumental period. The ratio of the rate of slip that occurs in earthquakes to the rate of the relative plate motion was determined, known as the seismic coupling coefficient, and it was found to be a few percent. This is an indication of the lack of complete seismic coupling that is common in subduction zones. It also agrees with previous results showing low coupling for extensional strain of the upper plate, which in the present case is the fast southwestwards moving Aegean microplate.

26-09-2005 (Υποέργο: 21891)
Stress triggering in thrust and strike slip earthquakes along the Hellenic arc Messini, A. D., Papadimitriou, E.E., Karakostas, V.G., and Baskoutas, I. Workshop on fracture dynamics. Theory and applications to earthquakes, 26-28 September 2005, Madrid, Spain.

Περίληψη
Coulomb stress changes (ΔCFF) associated with strong earthquakes (M≥6.3) and the evolution of the stress field along the western and southwestern part of the Hellenic arc since 1959 has been studied. The study area extends from the Kefalonia transform fault that connects the region of continental collision between the Adriatic microplate and the External Hellenides to the north and oceanic subduction to the south, to Ptolemaios trough south of Crete. The area is dominated by thrust and strike slip faults and high seismicity along the subduction interface is evident. Coulomb stress changes were calculated assuming that earthquakes can be modeled as static dislocations in an elastic half-space, considering the coseismic slip during strong events and the slow tectonic stress build-up along major fault segments due to the movements of the tectonic plates. The rupture is modeled taking into account the strike, dip, and rake appropriate to each event examined. We evaluate whether the stress changes brought a given earthquake closer to, or farther away from, failure. We examine the type of earthquakes triggered by thrust, subduction and strike slip earthquakes in the region by calculating the stress imparted by the strong events examined to the major thrust and strike slip faults of the area as well as the normal faults located in the back arc region. Subduction zone ruptures tend to promote thrust–faulting events on the periphery of the seismic rupture and its downdip extension. Slip on the Kefalonia strike slip system modulates the stress acting on nearby thrust and strike slip faults. It was found that the majority of the events (strong and smaller) are located in areas of positive ΔCFF.

25-06-2005 (Υποέργο: 21891)
Seismicity Patterns Before the Occurrence of the Great Sumatra–Andaman–Nicobar Islands Earthquake and the main characteristics of the aftershock sequence Karakostas, V.G. Proceedings of the 22nd International Tsunami Symposium, Chania, Greece, 25–28 June 2005, 104-112, (2005)

Περίληψη
Spatial and temporal distribution of the seismic activity of strong (M ³ 6.0) earthquakes in the broader area of the Great Sumatra–Andaman–Nicobar Islands main shock (Mw9.3) is analyzed aiming to identify regularities before its occurrence. For this purpose, the catalog of the broader epicentral area (10oS–30oN, 80oE–110oE) for the period 1900–2004 has been revised in order to be homogeneous in the magnitude determination. This revised catalog seems to be complete for earthquakes with M ³ 6.0 at least since the decade of thirties. A migration of the epicenters of the M ³ 7.0 earthquakes towards the epicenter of the main shock since the beginning of the 20th century and a seismic quiescence in the epicentral area north of the main shock until its northernmost end were observed. The spatiotemporal behavior and fault plane solutions of the aftershocks were used to defining the dimensions of the main rupture. Calculation of the static stress changes revealed that the main shock enhanced the stress field on the epicentral region of the 28 March 2005, M=8.7 earthquake.

24-04-2005 (Υποέργο: 21945)
Karagianni E.E., & Papazachos C.B., "New results for the S-wave structure of the Aegean area using Rayleigh and Love wave group velocity inversion and comparison with independent 3-d travel time velocity models: Do the models match?", Paper presented at the Congress of European Geophysical Society (EGS), Vienna, 24-29 April 2005

Περίληψη
In the present work we present the results from a large scale study of surface wave group velocity dispersion beneath the Aegean area. The main aim of the work is to derive a 3D tomographic model of the S wave velocity structure of the crust-uppermost mantle in the Aegean area using the group velocities of Rayleigh and Love wave of the fundamental mode. The database consists from regional earthquakes recorded at portable broad-band 3-component digital stations. For each epicenter-station ray path group velocity dispersion curves are measured using appropriate frequency time analysis (FTAN) and dispersion measurements for more than 600 Love wave paths were used. We have also incorporated previous results concerning 700 Rayleigh wave-path of the study area (Karagianni et al., 2002). The local dispersion curves were used to perform surface wave tomography and group velocity maps for Rayleigh and Love waves were computed for periods from 6 to 30sec, both independently and jointly. In most cases the joint inversion is able to determine a single model (from the multiple models compatible with the data) that can interpret both Rayleigh and Love data. On the basis of a regionalization of the dispersion measurements, local averaged dispersion curves have been obtained and non- linearly inverted in order to obtain models of shear-wave velocity versus depth. Strong lateral variations of the S-wave velocities of the crust and uppermost mantle of the studied area are found due to the complex tectonic setting of the Aegean area. In the Southern Aegean Sea, as well as in a part of the Central Aegean Sea a thin crust of approximately 20-22 km is observed, whereas the remaining Aegean Sea area exhibits a crustal thickness less than 28-30km. On the contrary, a crustal thickness of 40-46 km is observed in western Greece along the Hellenides mountain range, whereas in the eastern continental Greece the crust has a typical thickness of about 30-34 km, in agreement with previous results. In the Southern Aegean Sea very low S-wave velocities (3.6-4.0 km/sec) are observed in the mantle wedge just below the Moho discontinuity, which can be associated with the presence of a partially melt mantle wedge in the Southern Aegean subduction zone.

12-09-2004 (Υποέργο: 21945)
E.E.Karagianni, C.B.Papazachos, "Shear wave velocity structure beneath the Aegean area obtained from a joint inversion of Rayleigh and Love waves", Paper presented in the XXIX General Assembly of the European Seismological Commission (ESC 2004), Neues Palais, Potsdam, Germany, 12-17 September 2004)

Περίληψη
We present the results from a large scale study of surface wave group velocity dispersion beneath the Aegean area. The final target was to derive a 3D tomographic image of the shear wave velocity structure of the crust-uppermost mantle in the Aegean area using the group velocities of Rayleigh and Love wave of the fundamental mode. Our database consists from regional earthquakes recorded at portable broad-band 3-component digital stations. For each epicenter-station ray path we have measured the group velocity dispersion curves using the method of frequency time analysis (FTAN), and overall the dispersion measurements for 600 Love wave paths were used. We have also incorporated previous results concerning 700 Rayleigh wave-path of the study area (Karagianni et al., 2002). These curves were used to perform surface wave tomography and the group velocity maps for Rayleigh and Love waves were computed for periods from 6 to 30sec. Our results indicate that short period (~6-10sec) structure is sensitive to slow velocities associated with the large sedimentary thickness, such as the Northern Aegean trough and the Southern Aegean basin. Our long period data (≥20sec) are more sensitive to crustal thickness and we observe high velocity anomalies in the inner Aegean Sea, whereas low group velocity anomalies are observed in Western Greece. On the basis of a regionalization of the dispersion measurements, local averaged dispersion curves have been obtained and non- linearly inverted in order to obtain models of shear-wave velocity versus depth. Strong lateral variations of the S-wave velocities of the crust and uppermost mantle of the studied area are found due to the complex tectonic setting of the Aegean area. In the Southern Aegean Sea, as well as in a part of the Central Aegean Sea a thin crust of approximately 20-22 km is observed, whereas the remaining Aegean Sea area exhibits a crustal thickness less than 28-30km. On the contrary, a crustal thickness of 40-46 km is observed in western Greece along the Hellenides mountain range, whereas in the eastern continental Greece the crust has a typical thickness of about 30-34 km, in agreement with previous results. In the Southern Aegean Sea very low S-wave velocities (3.6-4.0 km/sec) are observed in the mantle wedge just below the Moho discontinuity, which can be associated with the presence of a partially melt mantle wedge in the Southern Aegean subduction zone.

12-09-2004 (Υποέργο: 21945)
I.M. Dimitriadis, E.E. Karagianni, D.G. Panagiotopoulos, C.B. Papazachos and P.M. Hatzidimitriou, "The recent seismo-volcanic activity at the Santorini volcanic center", Paper presented in the XXIX General Assembly of the European Seismological Commission (ESC 2004), Neues Palais, Potsdam, Germany, 12-17 September 2004

Περίληψη
The volcanic center of Santorini Island is one of the most active volcanoes of the southern Aegean volcanic arc. Within the framework of the e-Ruption E.C. Project (A satellite telecommunication and Internet-based seismic monitoring system for volcanic eruption forecasting and risk management) the deployment of a dense seismic array consisted of fourteen (14) portable broadband seismographs has been carried out in order to monitor and study the seismo-volcanic activity at the broader area of the Santorini volcanic center. The installation of these digital portable stations took place on March 2003 and they were in operation until September 2003. During this period a significant number of volcano-tectonic (VT) earthquakes were recorded, with local (duration) magnitudes, MD, up to 4.5 and focal depths varying from 0.5 km to 35 km. The estimation of the focal parameters for these events has been performed using the computer program HYPOELLIPSE (Lahr, 1999) with an initial local velocity model taken from Dimitriadis et al. (2003). The seismo-tectonic setting of the area under study has been completed with the determination of the fault plane solutions of the VT earthquakes. The estimation of the focal mechanisms has been performed using the computer program FPFIT (Reasenberg and Oppenheimer, 1985), which calculates the double couple fault plane solutions based on P-wave polarity readings. The results show that the main seismic activity of the Santorini volcanic center is associated with the volcanic processes as well as with the seismo-tectonic regime of the broader area of Santorini Islands. The main cluster of the epicenters is located near the northeastern edge of the Santorini Island at the Coloumbo Reef, which is a submarine volcano at the volcanic system of Santorini Islands. There is, also, some seismic activity along the southern boundary of a submarine graben located between the islands of Amorgos and Santorini (Anydros basin). The focal mechanisms of the best-located events show that the cluster at the Coloumbo Reef is connected with the “Kameni line” fracture zone (NE – SW direction), which is probably the continuation of the Santorini – Amorgos Fault, and is in very good agreement with the main stress field in the southern Aegean Sea. The hypocenters of the best-located events present a clear icon of the volcanic submarine structure at the Coloumbo Reef and the magmatic chamber could be located at depths between 5 and 9 km.

14-04-2004 (Υποέργο: 21945)
Dimitriadis, I.M., Karagianni, E.E., Panagiotopoulos, D.G., Papazachos, C.B. and Hatzidimitriou, P.M., "Preliminary Analysis of Seismological Data from Portable Broadband Seismic Array installed on Santorini Islands", Paper Presented in the 5th International Symposium on Eastern Mediterranean Geology (5th ISEMG), Thessaloniki, Greece, 14-20 April 2004)

Περίληψη
The volcanic center of Santorini Island is one of the most potentially dangerous volcanoes in the Eastern Mediterranean Sea. Within the framework of the E-ruption E.C. Project (A satellite telecommunication and Internet-based seismic monitoring system for volcanic eruption forecasting and risk management) the deployment of a dense seismic array of portable broadband stations has been carried out in order to complement the local analog permanent seismological network at Santorini Island. The installation of these digital portable stations took place on March 2003 and they were in operation until September 2003. As is shown in Figure (1), the local permanent seismological network consists of five (5) stations (AKR, CNL, OIA, KER and KAM) and the temporary seismic array was consisted of fourteen (14) portable stations (OIAX, AGEO, AART, AIAK, INPI, MONO, OTER, AFOT, FARO, AKRO, NKAM, PKAM, ELIK and RIVA). The main scope of this work was the monitoring and the study of the seismo-volcanic activity at the broader area of the Santorini volcano in the southern Aegean Sea. For this reason a large data set of local volcanic and tectonic earthquakes along with regional and teleseimic events was collected during the period March – September 2003. During this period a significant number of local earthquakes were recorded, with local (duration) magnitudes, MD, up to 4.5 and focal depths varying from 0.5 km to 35 km. The source location procedure has been performed as a function of the type of the seismic signal (e.g. classical hypocentral determination for volcano-tectonic earthquakes). The hypocentral estimation for the volcano-tectonic earthquakes has been performed using the computer program HYPOELLIPSE (Lahr, 1999) with an initial local velocity model taken from Dimitriadis et al. (2003). The seismo-tectonic study of the area under study has been completed with the determination of the fault plane solutions for the earthquakes located in the broader area of Santorini Island. The estimation of the focal mechanisms has been performed using the computer program FPFIT (Reasenberg and Oppenheimer, 1985), which calculates the double couple fault plane solutions based on P-wave polarity readings. The results show two clusters of epicenters located in the broader area of the Santorini Volcano. The first cluster is located in the caldera of the volcano and is associated with the volcanic process in the Kameni Island, while the second (larger) cluster is located near the northern edge of the Santorini Island at the Coloumbo Reef and is connected with the volcanic process at this reef. These clusters can be appropriately associated with the two main tectonic features (faults) in the area under study. The first one (N60oE direction) corresponds to the continuation of the Amorgos fault in the area, while the secondary tectonic line (EW direction) is probably related with the southern edge of a submarine graben located between the islands of Amorgos and Santorini. Using the data set of the best-located earthquakes recorded during this period, an attempt was made to derive an appropriate equivalent 1-D earth model for the area under study, in order to improve the accuracy of the determined hypocenters, as well as to make a comparison with the initial velocity model that was used.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Γεωπονίας

03-07-2005 (Υποέργο: 21890)
Orfanoudakis M., Mamolos A.P., Karanika F. & Veresoglou D.S., "Benomyl effects on plant productivity through arbuscular mycorrhizas restriction in a Greek upland grassland", XX International Grasslands Congress: Grassland a global Resource, Satellite Workshop: Optimisation of nutrient cycling and soil quality for sustainable grasslands, 3-6 July 2005Oxford England.

Περίληψη
Introduction Interactions between plants and microbes are important for plant community structure. Many plants establish symbioses with arbuscular mycorrhizal (AM) fungi, which play a central role in soil fertility, plant nutrition and the maintenance of stability and biodiversity within plant communities by improving uptake of nutrients and water. AM fungi can improve growth/performance in a variety of plant species by influencing intra- and interspecific competition of neighbouring plants and thus regulate coexistence and diversity in mixed communities. The aim was to study AMF effects on plant productivity and diversity in Greek upland grasslands. Materials and methods The experimental site (40*48΄N, 21*23΄E at 1340 m), on a Typic Xerothrent soil (average depth <35cm), faced south with 805 mm annual precipitation. Four blocks of two treatments (control, benomyl at 2.5 g benlate (DuPont)/m2) were randomly arranged in 4.25 x 4 m plots. Above-ground vegetation was harvested from two 50 x 50 cm quadrats randomly selected in each plot every 14 days starting on 29 April) and dried at 75o C for 48h. Undisturbed root samples of Agrostis capilaris, Phleum pratense and Plantago lanceolata from each of the blocks were collected with steel cylinders (10 cm x 20 cm long) on 7 July. 50g soil collected from the 0-15cm soil layer was mixed and AMF spores counted with a dissecting stereoscope at 160x magnification. Roots from each plant were stained with methyl blue, following Koske & Gemma (1989). The extent of colonisation was assessed by gridline intersection. Data were statistically analysed using ANOVAs. Results AM colonisation of Agrostis, Phleum and Plantago was significantly reduced after benomyl application, while spore numbers were not (Figure 1). Aboveground biomass production tended to be reduced with benomyl applications for plant community, grasses and forbs and individual species. Conclusions Herbaceous grasslands in northern Greece, at altitudes >1000 m, consist of perennial C3 species and are dominated by grasses and limited by water, N and P (Mamolos et al., 2005). Benomyl application a) reduced colonisation of AM of Agrostis capilaris, Phleum pratense and Plantago lanceolata, b) tended to reduce aboveground productivity by restricting growth of dominant species, but c) did not affect AMF spore abundance. The initial data indicate that AM associations can influence productivity and plant diversity in such grasslands.

13-12-2006 (Υποέργο: 21892)
Γεωργούσης Χ. και Χ. Μπαμπατζιμόπουλος, "Μελέτη της χωρικής μεταβλητότητας των υδραυλικών παραμέτρων του εδάφους με τη μέθοδο της κλιμάκωσης", Παρουσίαση στο 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ελληνικής Υδροτεχνικής Ένωσης (E.Y.E.) στην Ξάνθη 13-16/12/2006.

Περίληψη
Στην εργασία αυτή παρουσιάζεται και εφαρμόζεται η μέθοδος της κλιμάκωσης (scaling method) με στόχο την περιγραφή της χωρικής μεταβλητότητας υδραυλικών ιδιοτήτων του εδάφους. Η θεωρία της κλιμάκωσης βασίζεται στη θεωρία των «ομοίων μέσων» των Miller and Miller (1956) σύμφωνα με την οποία δύο εδαφοϋδατικά συστήματα θεωρούνται «όμοια» όταν το ένα αποτελεί υπό κλίμακα αναπαράσταση του άλλου. Τα «όμοια» μέσα διαφέρουν μόνο κατά την κλίμακα της εσωτερικής τους μικροσκοπικής γεωμετρίας και ως εκ τούτου έχουν ίσα πορώδη, αντίστοιχες κατανομές μεγέθους σωματιδίων και μεγέθους πόρων. Η απλοποίηση της περιγραφής της χωρικής μεταβλητότητας επιτυγχάνεται με την εξαγωγή μίας αντιπροσωπευτικής «μέσης» τιμής κάποιας παραμέτρου και ενός συνόλου συντελεστών κλίμακας που συσχετίζουν τη μετρημένη σε κάθε θέση παράμετρο με τη «μέση» τιμή. Έτσι η χωρική μεταβλητότητα της υδραυλικής παραμέτρου μπορεί να περιγραφεί από τη χωρική μεταβλητότητα των συντελεστών κλίμακας. Η μέθοδος εφαρμόζεται σε δεδομένα χαρακτηριστικής καμπύλης υγρασίας (ΧΚΥ) τα οποία πάρθηκαν από μια έκταση 400 περίπου στρεμμάτων στην πεδιάδα Θεσσαλονίκης. Ακολουθούνται 2 διαφορετικές προσεγγίσεις κλιμάκωσης των οποίων τα αποτελέσματα αξιολογούνται. Αν και η μία μέθοδος υπερτερεί της άλλης αφού δίνει μικρότερη τιμή για το μέσο τετραγωνικό σφάλμα RMS, όσον αφορά την απόκλιση των μετρημένων δεδομένων ΧΚΥ από τη «μέση» τιμή τους, οι συντελεστές κλίμακας (scaling factors) που προέρχονται από τις 2 μεθόδους συσχετίζονται απόλυτα (R2 &#8776; 1) μεταξύ τους. Παρατηρήθηκε επίσης ότι η στατιστική κατανομή που ακολουθούν οι συντελεστές κλίμακας στην περιοχή μελέτης, είναι η λογαριθμοκανονική, όπως ακριβώς επιβεβαιώνεται και από τη διεθνή βιβλιογραφία. Συνεπώς με τη δημιουργία τυχαίων τιμών που ακολουθούν αυτή την κατανομή, θα μπορούσαν να παραχθούν ίσης πιθανότητας «αναπαραστάσεις» της χωρικής μεταβλητότητας της περιοχής μελέτης, κάτι χρήσιμο στη στοχαστική μελέτη του υδατικού ισοζυγίου της εν λόγω περιοχής.

03-07-2006 (Υποέργο: 21892)
Matsi, Th. E.G. Hatzigiannakis, G.K. Arampatzis, A.G. Panoras, "Cadmium levels in soils of Halastra &#8211; Kalohori area", Proceedings of the international conference 'Protection and restoration of the environment' ,Chania, Greece, 3&#8211;7 July 2006

Περίληψη
A survey was conducted in order to estimate the levels of available Cd in soils of Halastra-alohori area (6300 ha), located in N. Greece. In this area, salt affected soils have been formed and phosphogypsum (PG), occasionally enriched with Cd, has been used as a soil amendment, for at least 20 years until 2000. A total of 1264 soil samples were collected from two depths (0-25 and 25-50 cm), during 2003 and 2004. All soils were alkaline in reaction. For both depths, concentrations of DTPA extractable Cd were higher for salt affected than normal soils and this could be attributed to the use of PG. In addition, a significant and positive correlation obtained for DTPA extractable Cd and ECe. However, DTPA extractable Cd ranged at levels similar or lower to those reported in the literature for cultivated soils with high P fertilization. This is something expected since 80 of all soils were sufficient or overfertilized with P. A significant and positive correlation obtained for DTPA extractable Cd and Olsen P supported the conclusion that the source of soil available Cd could also be traced to the longterm P fertilization.

06-10-2005 (Υποέργο: 21892)
Καλλιτσάρη X, Χ. Γεωργούσης, Χ. Μπαμπατζιμόπουλος, Α.Πανώρας και Δ.Καλαμπίδης, "Μελέτη της χωρικής μεταβλητότητας των υδραυλικών παραμέτρων του εδάφους", Πρακτικά του 4ου Εθνικού Συνεδρίου Εταιρείας Γεωργικών Μηχανικών Ελλάδος (ΕΓΜΕ), Αθήνα, 6&#8211;8 Οκτωβρίου 2005, σελ. 711&#8211;720.

Περίληψη
Στην εργασία αυτή μελετήθηκε η χωρική μεταβλητότητα των παραμέτρων της εξίσωσης Van Genuchten και της υδραυλικής αγωγιμότητας στον κορεσμό Ks. Επίσης διερευνήθηκε η ακρίβεια περιγραφής της χαρακτηριστικής καμπύλης υγρασίας (ΧΚΥ) με χρήση δύο (α και n), τριών (θr , α και n) ή τεσσάρων (θs, θr, α και n) παραμέτρων προσαρμογής. Συνολικά επελέγησαν 21 θέσεις δειγματοληψίας εντός μιας έκτασης 600 στρ. στην πεδιάδα Θεσσαλονίκης που παρουσίασαν διαφορετικές συμπεριφορές τόσο στις ΧΚΥ όσο και στις τιμές της Ks, ακόμη και σε δείγματα ίδιας μηχανικής σύστασης. Φαίνεται πως η ακρίβεια της εξίσωσης Van Genuchten βελτιώνεται όταν οι παράμετροι θs, θr, αποτελούν παραμέτρους προσαρμογής και όχι μετρημένες εργαστηριακά ποσότητες.

11-10-2005 (Υποέργο: 21931)
Κωβαίος, Δ.Σ., Γ.Δ. Μπρούφας, Μ.Λ. Παππά, Α. Δέλλα και Ευ. Παπαδοπούλου, "Αξιολόγηση της τοξικότητας ορισμένων εντομοκτόνων και ακαρεοκτόνων σε πληθυσμούς του αρπακτικού ακάρεως Euseius finlandicus (Acari: Phytoseiidae)", Πανελλήνιο Εντομολογικό Συνέδριο, Καρδίτσα 11-14 Οκτωβρίου 2005.

Περίληψη
Στις αρχές του θέρους του 2004 εγκαταστήθηκαν και διατηρήθηκαν στο εργαστήριο δώδεκα πληθυσμοί του αρπακτικού ακάρεως Euseius finlandicus με άτομα που συλλέχθηκαν από εμπορικούς οπωρώνες κερασιάς και ροδακινιάς της Μακεδονίας. Πειράματα αξιολόγησης της ευαισθησίας των πληθυσμών αυτών στο οργανοφωσφορικό εντομοκτόνο azinphos-methyl έδειξαν μεταξύ άλλων ότι, ένας πληθυσμός ήταν ευαίσθητος στην τοξική δράση του εντομοκτόνου, ενώ δύο άλλοι πληθυσμοί είχαν αναπτύξει ανθεκτικότητα και η μέση θανατηφόρος συγκέντρωση ήταν 40 και 67 φορές υψηλότερη σε σχέση με τον ευαίσθητο πληθυσμό. Για κάθε ένα από τους πληθυσμούς αυτούς υπολογίστηκε η μέση θανατηφόρος συγκέντρωση για μια σειρά ευρέως χρησιμοποιούμενων εντομοκτόνων. Από την ανάλυση των αποτελεσμάτων διαπιστώθηκε αυξημένη παραλλακτικότητα μεταξύ των πληθυσμών στην ευαισθησία τους σε ορισμένα εντομοκτόνα όπως τα alphacypermethrin, και deltamethrin, με τιμές μέσης θανατηφόρου συγκέντρωσης σημαντικά υψηλότερες από τη συνιστώμενη συγκέντρωση εφαρμογής, ενώ αντίθετα για ορισμένα εντομοκτόνα όπως τα methomyl και methamidophos οι τιμές της μέσης θανατηφόρου συγκέντρωσης ήταν σημαντικά μικρότερες από τη συνιστώμενη συγκέντρωση εφαρμογής και δε διέφεραν σημαντικά μεταξύ των πληθυσμών. Μικρή παραλλακτικότητα στις τιμές της μέσης θανατηφόρου συγκέντρωσης μεταξύ των διαφορετικών πληθυσμών βρέθηκε για τα imidacloprid, spirodiclofen, thiacloprid, thiamethoxam, spinosad, diazinon και για το ακαρεοκτόνο fenbutatin-oxide. Συζητείται η σημασία των αποτελεσμάτων αυτών σε σχέση με την πιθανή εκλεκτική δράση των εντομοκτόνων στο ύπαιθρο.

11-10-2005 (Υποέργο: 21931)
Μπρούφας, Γ.Δ., Δ.Σ. Κωβαίος, Μ.Λ. Παππά και Ε. Χατζηγιάννη, "Επίδραση της έκθεσης σε υπολείμματα του εντομοκτόνου azinphosmethyl σε δημογραφικές παραμέτρους του αρπακτικού ακάρεως Euseius finlandicus (Acari: Phytoseiidae)", Πανελλήνιο Εντομολογικό Συνέδριο, Καρδίτσα 11-14 Οκτωβρίου 2005.

Περίληψη
Σε συνθήκες εργαστηρίου μελέτηθηκε η επίδραση της έκθεσης σε φύλλα ψεκασμένα με διαφορετικές συγκεντρώσεις του εντομοκτόνου azinphos-methyl (Gusathion) στις δημογραφικές παραμέτρους ανάπτυξης του αρπακτικού ακάρεως Euseius finlandicus. Για τις ανάγκες των πειραμάτων χρησιμοποιήθηκαν άτομα του ακάρεως από μία εργαστηριακή αποικία που δημιουργήθηκε με άτομα που συλλέχθηκαν από ένα εμπορικό οπωρώνα ροδακινιάς της περιοχής της Βέροιας. Φυτά φασολιάς σε γλάστρες ψεκάζονταν μέχρι απορροής με διαφορετικές συγκεντρώσεις του εντομοκτόνου azinphos-methyl. Κυκλικοί δακτύλιοι αφαιρούνταν από τα ψεκασμένα φύλλα και τοποθετούνταν σε επαφή με διαβρεγμένη μάζα βαμβακιού. Σε κάθε δακτύλιο τοποθετούνταν ατομικά ένα αυγό ή ένα νεαρό ενήλικο θηλυκό άτομο του ακάρεως και καθημερινά καταγραφόταν η επιβίωση, το στάδιο ανάπτυξης καθώς και η ωοπαραγωγή του ακάρεως. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το άκαρι επιβιώνει και αναπτύσεται στους ψεκασμένους με το εντομοκτόνο δακτύλιους φύλλων. ΄Ομως, με αύξηση της συγκέντρωσης εφαρμογής του εντομοκτόνου η μέση διάρκεια ζωής και η μέση συνολική ωοπαραγωγή παρουσίασαν σημαντική μείωση. Σε μικρές συγκεντρώσεις του εντομοκτόνου αν και δεν υπήρχε άμεση θνησιμότητα, η ενδογενής ταχύτητα αύξησης του πληθυσμού του ακάρεως παρουσίασε μείωση. Συζητείται η σημασία των αποτελεσμάτων στη δυναμική πληθυσμών του ακάρεως.

11-10-2005 (Υποέργο: 21931)
Κωβαίος, Δ.Σ., Γ.Δ. Μπρούφας, Μ.Λ. Παππά, Ευ. Χατζηγιαννη, Α. Δέλλα, Ευ. Παπαδοπούλου, Δ. Προφήτπου-Αθανασιάδου και Ν. Κουλούσης, "Ανθεκτικότητα σε εντομοκτόνα πληθυσμών του αρπακτικού ακάρεως Euseius finlandicus (Acari: Phytoseiidae)", Πανελλήνιο Εντομολογικό Συνέδριο, Καρδίτσα 11-14 Οκτωβρίου 2005.

Περίληψη
Το θέρος του 2004 εγκαταστάθηκαν στο εργαστήριο δώδεκα πληθυσμοί του αρπακτικού ακάρεως Euseius finlandicus με άτομα που συλλέχθηκαν από διαφορετικούς εμπορικούς οπωρώνες κερασιάς και ροδακινιάς της Μακεδονίας. Για κάθε πληθυσμό προσδιορίστηκε η μέση θανατηφόρος συγκέντρωση του εντομοκτόνου azinphos-methyl (Gusathion) με εμβάπτιση θηλυκών ατόμων κολλημένων σε αντικειμενοφόρο πλάκα σε διάλυμα του εντομοτοκτόνου (slide dip method). Από την ανάλυση των αποτελεσμάτων προέκυψαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφορετικών πληθυσμών ως προς το επίπεδο της ανθεκτικότητας τους στο εντομοκτόνο. Η μέση θανατηφόρος συγκέντρωση του εντομοκτόνου για τον ανθεκτικότερο πληθυσμό βρέθηκε να είναι περίπου εξήντα επτά φορές μεγαλύτερη σε σχέση με εκείνη για τον ευαίσθητο πληθυσμό αναφοράς. Παραπλήσια αποτελέσματα βρέθηκαν πριν από μια διετία για πληθυσμούς του E. finlandicus που προέρχονταν από άλλους οπωρώνες της Μακεδονίας. Φαίνεται ότι, πληθυσμοί του αρπακτικού ακάρεως E. finlandicus που προέρχονται από εμπορικούς οπωρώνες, έχουν αναπτύξει ανθεκτικότητα σε ένα τουλάχιστον οργανοφωσφορικό εντομοκτόνο και ο βαθμός ανάπτυξης ανθεκτικότητας ποικίλει μεταξύ των διαφορετικών πληθυσμών.

11-10-2005 (Υποέργο: 21931)
Μπρούφας, Γ.Δ., Δ.Σ. Κωβαίος, Μ.Λ. Παππά, Γ. Βασιλείου και Χ. Αλεξούδης, "Επίδραση ορισμένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην επιβίωση και ωοπαραγωγή του αρπακτικού ακάρεως Euseius finlandicus (Acari: Phytoseiidae) σε συνθήκες εργαστηρίου", Πανελλήνιο Εντομολογικό Συνέδριο, Καρδίτσα 11-14 Οκτωβρίου 2005.

Περίληψη
Σε συνθήκες εργαστηρίου αξιολογήθηκε η επίδραση μίας σειράς εντομοκτόνων στην στην επιβίωση και ωοπαραγωγή του αρπακτικού ακάρεως Euseius finlandicus. Η εφαρμογή των εντομοκτόνων έγινε με ειδικό σύστημα ψεκασμού (spraying tower), με άμεση έκθεση (ψεκασμό) ατόμων που βρίσκονταν επάνω σε φυλλική επιφάνεια και με έκθεση των ατόμων σε υπολείμματα των εντομοκτόνων σε φυλλική επιφάνεια. Για τις ανάγκες των βιοδοκιμών χρησιμοποιήθηκαν νεαρά ενήλικα θηλυκά άτομα του αρπακτικού ακάρεως από εργαστηριακές εκτροφές δύο πληθυσμών με διαφορετικό ιστορικό έκθεσης σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Με βάση τα αποτελέσματα τα διαφορετικά φυτοπροστατευτικά προϊόντα (εντομοκτόνα, ακαρεοκτόνα και μυκητοκτόνα) που δοκιμάστηκαν κατατάχθηκαν σε μια κλίμακα τοξικότητας για το αρπακτικό άκαρι.

11-07-2005 (Υποέργο: 21931)
Broufas, G.D., D.S. Koveos, M.L. Pappas, D. Prophetou-Athanasiadou and N. Koulousis, "Intrapopulation variation in pesticide susceptibility of the predatory mite Euseius finlandicus (Acari: Phytoseiidae)", International Symposium on the Environmental Physiology of Ectotherms and Plants. July 11-16, 2005, Roskilde, Denmark.

Περίληψη
Populations of the predatory mite Euseius finlandicus were collected from six different areas of Northern Greece and tested for their susceptibility to several commonly used insecticides and acaricides. The slide dip method was used to determine the mean lethal concentration (LC50) of the selected pesticides in the different mite populations. Significant intrapopulation variation was detected in the response to the tested pesticides. Populations obtained from conventionally cultured peach orchards were in general less vulnerable to most of the pesticides tested, compared to those obtained from organic or abandoned orchards. A similar trend has also been recorded when survival and fecundity of young adult females exposed to fresh dry leaf residues of the selected pesticides was assessed. Intrapopulation variation in pesticide susceptibility was more pronounced to some of the pesticides tested such as azinphosmethyl in which a 60 fold increase in LC50 value was found for a field collected mite population compared to a laboratory susceptible reference population. However, some of the tested pesticides such as methamidophos were extremely toxic even to the most resistant mite populations. It is conluded that certain field populations of E. finlandicus collected from conventionally cultured orchards were resistant whereas other populations collected from abandoned or organic orchards were not resistant to certain commonly used pesticides.

11-06-2006 (Υποέργο: 80834)
G.A. Bardas, G.T. Tziros, C. Dordas, A. Lagopodi and K. Klonari. 2006. Effect of two Pseudomonas strains and Trichoderma koningii on eggplant growth and disease severity caused by Verticillium wilt. Proceedings of the 12th Mediterranean Phytopathological Congreess, 11-15 June 2006, Rhodes, Greece. pp: 438 ? 439

Περίληψη
Control of Verticillium wilt is one of the most important phytopathological problems of the sensitive variety ?Tsakoniki? of eggplant. Losses caused by this pathogen sometimes reached 100%. Biological control of the disease using antagonists as well as biological agents with antibiotic action seems to be a promising method. The aim of this research was to test the effect of Pseudomonas fluorescens WCS365, Pseudomonas chlororaphis PCL1391 and Trichoderma koningii for the wilt diseases control, in order to be used in an Integrated Pest Management system. Experiment showed that the bacterial strain P. chlororaphis PCL 1391 reduced the disease severity and increased stem length, dry weight of stem and root, diameter of stem and number of leaves. P. fluorescens WCS365 had no effect on disease severity but increased stem length, dry weight of stem and root, diameter of stem and number of leaves. The combined application of the two bacterial strains resulted in reduced disease severity and increased stem length, dry weight of stem and root, diameter of stem and number of leaves. T. koningii alone had no effect on disease severity and on plant growth, while the combined application with P. chlororaphis PCL 1391 resulted in increased stem length, dry weight of stem and root and number of leaves. The combination with P. fluorescens WCS365 increased stem length and dry weight of stem and root. The combination of the three biological agents had no effect on disease severity but increased stem length and dry weight of stem and root.

11-06-2006 (Υποέργο: 80834)
G.T. Tziros, C. Dordas, A. Lagopodi and K. Klonari. 2006. Effect of two Pseudomonas strains on Fusarium wilt of watermelon under different nitrogen nutrition levels. Proceedings of the 12th Mediterranean Phytopathological Congreess, 11-15 June 2006, Rhodes, Greece. pp: 585 ? 587.

Περίληψη
Fusarium wilt is one of the most important diseases of watermelon worldwide. Biological control of Fusarium oxysporum using other antagonistic fungi and bacteria has been proposed as an alternative control strategy in several crops. The aim of this study was to evaluate the effect of different nitrogen nutrition levels on the interaction between biological control agents such as Pseudomonas spp and F. oxysporum f. sp. niveum in pot experiments. According to the results the most effective strain was P. chlororaphis PCL1391, the least effective was P. fluorescens WCS365, while their combination had an intermediate effect. P. chlororaphis PCL1391 reduced significantly the disease severity with the only exception of plants grown under N surplus, where the disease severity was lower but the difference from the positive control was not significant. On the other hand, P. fluorescens WCS365 reduced the disease severity in all cases with the different nutrient solutions but the differences were not significant. When the two bacterial strains were used in combination the disease severity was reduced significantly at the treatment of complete nutrient solution. Protection by biocontrol agents is remarkable until the third week after inoculation as a mean difference of 24.3% - 35.9% in Disease Index (DI) is observed at N deficiency and complete nutrient solution treatments respectively. The biocontrol diminishes afterwards and one week later the difference in DI is smaller (7.9%-15.4%). Plants infested only with the fungus (positive control) presented the lower disease severity at the presence of N surplus, while the disease severity was not affected by the N deficiency. At the presence of P. chlororaphis PCL1391 the disease severity was not affected by N deficiency and surplus. The disease severity was not affected by the different nutrient solutions at the presence of P. fluorescens WCS365 and of the simultaneous application of the two bacterial strains.

19-10-2005 (Υποέργο: 80834)
Γ.Θ.Τζίρος, Α.Λ.Λαγοπόδη, Χ.Δόρδας και K.Τζαβέλλα-Κλωνάρη. 2005. Επίδραση της λίπανσης στην καταπολέμηση της αδροφουζαρίωσης της καρπουζιάς με δύο βακτηριακά στελέχη του γένους Pseudomonas. Πρακτικά 22ου Συνεδρίου Ελληνικής Εταιρίας Επιστήμης Οπωροκηπευτικών, Πάτρα, 19-21 Οκτωβρίου 2005. Σελ. 555-558.

Περίληψη
Για τη δυνατότητα αντιμετώπισης της αδροφουζαρίωσης της καρπουζιάς, που προκαλείται από το μύκητα Fusarium oxysporum f.sp. niveum, χρησιμοποιήθηκαν ως παράγοντες βιολογικού ελέγχου τα βακτηριακά στελέχη Pseudomonas chlororaphis PCL 1391 και Pseudomonas fluoroscens WCS365. Ο φυτοπαθογόνος μύκητας εφαρμόσθηκε με εμβάπτιση του ριζικού συστήματος των φυτών σε συγκέντρωση 106 κονίδια/ml. Η εφαρμογή των βακτηρίων έγινε με επικάλυψη των σπόρων με αιώρημά τους σε συγκέντρωση 2 x 109 cfu/ ml, ενώ έγινε και εμβάπτιση του ριζικού συστήματος κατά τη μεταφύτευση και πριν την εμβάπτιση στο αιώρημα των κονιδίων του μύκητα. Ερευνήθηκε η επίδραση της λίπανσης, και συγκεκριμένα της έλλειψης Ν, Ρ και Κ καθώς και της περίσσειας Ν, και συγχρόνως η επίδραση των ανταγωνιστικών βακτηρίων στην εξέλιξη της ασθένειας. Οι μετρήσεις έδειξαν πως με το P. chlororaphis PCL1391 επιτεύχθηκε περιορισμός της έντασης της ασθένειας, με μόνη εξαίρεση όταν τα φυτά αναπτύσσονταν σε συνθήκες περίσσειας Ν. Το P. fluoroscens WCS365 περιόρισε την ασθένεια μόνο σε συνθήκες έλλειψης Ρ αλλά και όταν χρησιμοποιήθηκε πλήρες θρεπτικό διάλυμα. Όταν τα δύο βακτήρια χρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό ο δείκτης ασθένειας ήταν μικρότερος μόνο στις περιπτώσεις του πλήρους θρεπτικού διαλύματος και της υπερεπάρκειας Ν. Σε σχέση με τα φυτά που αναπτύχθηκαν μόνο παρουσία του F. oxysporum f.sp. niveum, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η ένταση της ασθένειας ήταν μικρότερη, με τη μεγαλύτερη μείωση στην περίπτωση του P. chlororaphis PCL1391, και ακολούθως ο συνδυασμός των δύο βακτηρίων και το P. fluoroscens WCS365. Παρόλα αυτά, με τη χρησιμοποίηση των δύο βακτηριακών στελεχών και των διαφορετικών επιπέδων λίπανσης δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές όσον αφορά τα μετρήσιμα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης των φυτών, συγκρινόμενα με τα φυτά εκείνα που αναπτύχθηκαν παρουσία μόνο του παθογόνου.

09-03-2007 (Υποέργο: 80853)
Lazaridou, A., Vaikousi, H. and Biliaderis, C. G.., "4. Effects of polyols on barley β-glucan cryogelation in ice cream model systems.", Proceedings of the 5th International Congress in Food Technology: Consumer Protection through Food Process Improvement & Innovation in the Real World, 9-11 March, 2007, Thessaloniki, Greece, Vol. 2, p. 269-276

Περίληψη
The effects of various polyols at 15% (w/w) concentration on cryogelation of barley β-glucans (3% w/w) without or with skim milk (12% w/w) were investigated; three β-glucan isolates differing in apparent molecular weight (210, 140 and 70 kDa) were used. For the high molecular weight β-D-glucan (210 kDa) preparation, with exception of sorbitol (promoter of cryogelation), the addition of polyols to the polysaccharide dispersions retarded the cryogelation process and resulted in weaker cryogels (G΄ values) compared to those of polyol-free gels; the inhibitory effect follows the order xylose, fructose > glucose, sucrose. However, these polyol effects were largely diminished with decreasing of the β-glucan molecular weight and seemed to be independent on the type of polyol for the 140 and 70 kDa β-glucan samples. The melting temperature (Tm) of β-glucan cryogels generally follows the order of sorbitol > sucrose > control, glucose > fructose > xylose. Comparing the G΄ and Tm values of β-glucan cryogels fortified with polyols with the respective formulations containing skim milk, the latter structures were stronger and more thermostable. In contrast, large deformation mechanical tests revealed an increase in firmness and a decrease in brittleness of β-glucan-skim milk cryogels with inclusion of polyols and/or skim milk.

18-06-2006 (Υποέργο: 80853)
Lazaridou, A. and Biliaderis, C.G., "3. Effects of sugars on cryogelation of barley β-glucans.", 2nd International Congress on Bioprocesses in Food Industries (ICBF 2006), June 18-21, 2006, Patras, Greece

Περίληψη
The effects of sugars on barley mixed-linkage (1?3), (1?4) β-D-glucans (β-glucans) cryogelation behavior were investigated. Various sugars (fructose, glucose, sorbitol, sucrose and xylose) were incorporated at concentrations ranging from 5 to 30% (w/w) in aqueous β-glucan solutions (3% w/w) and the dispersions were subjected to repeated freezing (-15oC for 24h) and thawing (5oC for 24h) cycles. With exception of sorbitol, the addition of sugars to β-glucan solutions retarded the formation of cryogels as shown by phenomenological observations after each freezing-thawing cycle and resulted in weaker cryogels compared to those of control, as determined by small deformation mechanical measurements. With increasing sugar concentration there was an increase in the number of cycles, at which cryostructurates were formed, and the resultant gels exhibited lower elastic modulus (G΄) and melting temperature (Tm), and higher tanδ values compared to cryogels without polyol added. Xylose and fructose showed a stronger inhibitory effect on structure formation compared to sucrose and glucose. On the other hand, addition of sorbitol increased the strength and the melting temperature of the formed β-glucan cryogels. Moreover, with increasing sorbitol level the elasticity of the cryogels decreased, whereas their stability upon heating increased.

12-06-2006 (Υποέργο: 80853)
Lazaridou, A., Biliaderis, C.G. and Vaikousi, H., "Enrichment of gluten-free bread formulations with water-soluble oat β-glucan: effects on dough rheology and bread quality parameters.", Dietary fibre 2006, June 12-14, 2006, Helsinki, Finland

Περίληψη
Oat β-glucan displays all the physiological properties that have been attributed to soluble dietary fibers, since it has been associated with a reduction of plasma cholesterol and a better control of postprandial serum glucose levels in humans and animals (Wood, 1991). Moreover, rising demands for gluten-free products parallels the apparent or real increase in coeliac disease, or other allergic reactions/intolerances to gluten consumption (Gallagher et al., 2004). In this study, pure β-glucan, free from gluten proteins, was isolated from oat whole flour by water-extraction (Skendi et al., 2003) and incorporated into gluten-free breads to increase the dietary fiber levels in these diet products. The effect of oat β-glucan on dough rheology and bread quality parameters in gluten-free formulations based on rice flour, corn starch, and sodium caseinate (control) was studied; β-glucan was added at 1 and 2% w/w (rice flour basis) to the bread formulations. Incorporation of 1% β-glucan into dough did not seem to affect its rheological properties, whereas the elasticity and resistance to deformation of gluten-free dough formulations increased when β-glucan was added at 2% level compared to control formulations as indicated by oscillatory and creep measurements of the doughs. Empirical methods were used for evaluation of bread volume as well as of porosity and elasticity of the crumb. Loaf volume and crumb porosity increased with inclusion of β-glucan at both levels of supplementation, whereas elasticity of the crumb improved only when the polysaccharide was added at a high level (2%). An increase in lightness (L value) for crust was observed with the addition of β-glucan at both levels, whereas the L values for the crumb increased with inclusion of β-glucan at 2%. Although incorporation of β-glucan into gluten-free breads could not further improve the consumer preference for the product compared to the control formulation, the breads enriched with β-glucan were acceptable receiving relatively high acceptability ratings (6.6-6.7 in a 9 point hedonic scale). The addition of β-glucan increased the water activity (aw) values of the crumb as well as the crumb firmness as determined by large deformation mechanical measurements (compression tests). Moreover, during the storage of gluten-free breads a reduction was observed for the aw and the hardening of the crumb.

20-06-2005 (Υποέργο: 80853)
Kontogiorgos, V., Vaikousi, H. Lazaridou, A., and Biliaderis, C.G., "Fractal scaling behavior of cross-linked β-glucan gel networks.", 13th Gums and Stabilizers for the Food Industry Conference, 20-24 June, 2005, Wrexham, UK

Περίληψη
The structure and gelation kinetics of mixed linkage barley β-glucans of varying Mw have been investigated. The fractal concept has been applied to describe the structure of barley β-glucan gels using a scaling model and dynamic rheometry data, an approach undertaken for the first time for a polysaccharide gel. The model supports that the structure of the gels consists of fractal clusters that upon aggregation lead to a three-dimensional network. The analysis showed that with increasing Mw a denser (more packed) network is formed as indicated by the corresponding fractal dimension (df) values. The microelastic parameter of the model, α, showed that all gel structures were in the transition regime implying structural reordering upon ageing. The description of the microstructure as a fractal network seems to be able to explain syneresis and other observations from large deformation testing of such systems. The molecular treatment of the gelation kinetics revealed that the gelling behavior is governed by the probability of collision of chain fragments with consecutive cellotriosyl units, which is greater for small chains due to their higher diffusion rates, and for chains having lower amounts of cellulose like fragments and showing smaller degree of intrachain interactions; as a result, the faster gelling systems exhibit lower fractal dimensionality (more disordered systems).

21-11-2007 (Υποέργο: 80855)
Souna Aikaterini, Menkissoglu-Spiroudi Urania and Thrasyvoulou Andreas, "Determination and fate of tetracyclines in honey" ,5th MGPR International Symposium, Agadir, Morocco από 21-24 Νοεμβρίου 2007

Περίληψη
Tetracyclines are used against European and American foulbrood, although their use in beekeeping is not registered in many European countries, including Greece. The aim of this study was: i) the development of a sensitive, effective, rapid and low cost method for quantitative determination of tetracyclines (oxytetracycline OTC, tetracycline TC and chlortetracycline CTC) in honey; ii) the investigation of tetracyclines stability in honey. The analytical method involves a Solid Phase Extraction cleanup step with Oasis cartridges for sample preparation, followed by HPLC analysis, isocratic elution with methanol-acetonitrile-0.01M aqueous oxalic acid as mobile phase, and UV detection at 350nm for oxytetracycline and tetracycline and 365nm for chrorotetracycline. The quantitative method was validated by determining the following parameters: limit of detection (0.020mg/kg for oxytetracycline and tetracycline and 0.050mg/kg for chrorotetracycline), limit of quantification (0.050mg/kg for oxytetracycline and tetracycline and 0.100mg/kg for chrorotetracycline), recoveries at three fortification levels, repeatability of the method, inter-day and intra-day repeatability. The method was applied for tetracyclines residue analysis to 88 honey samples obtained from beekeepers. The stability of oxytetracycline and tetracycline was also investigated in spiked honey samples under various storage conditions (-20oC, 4oC, 20oC and 36-40oC). The experiments, carried out in spiked honey (at concentration levels <0.200mg/kg), showed that oxytetracycline degrades faster than tetracycline and the degradation rate of both follows a first-order kinetic model. At -20οC tetracycline is quite stable even after two months, whereas the decrease of oxytetracycline reaches 20%. On the other hand, tetracyclines in spiked honey at a concentration level >1mg/kg are stable at least seven months under storage at 4οC. Moreover the degradation of oxytetracycline and tetracycline was studied by heating spiked honey samples at various temperatures (75oC, 65oC and 45oC), similar to those applied during a typical packaging process. The results also showed that oxytetracycline degrades faster than tetracycline and higher heating temperatures result in a more rapid degradation.

21-11-2007 (Υποέργο: 80855)
Karazafeiris Emmanuel, Souna Aikaterini, Menkissoglu-Spiroudi Urania and Thrasyvoulou Andreas, "Survey of pesticide and antibiotic residues in Greek honey" ,5th MGPR International Symposium, Agadir, Morocco από 21-24 Νοεμβρίου 2007

Περίληψη
Honey can be contaminated either from beekeeping practices with acaricides and antibiotics or from environmental sources, with various contaminants, including pesticides1,2. Residues of acaricides applied in beehives are the most often reported, while there is not evidence for transferring residues of agricultural pesticides inside the beehive and contaminating the honey3. Moreover antibiotic residues, mostly tetracyclines have been found in honey in various countries1. A survey of antibiotic and pesticide residues in honey produced and /or traded in Greek market was conducted during the period 2003-2007. Samples (88) of spring floral honey were analysed for oxytetracycline OTC, tetracycline TC and chlortetracycline CTC residues. A sensitive, effective, rapid and low cost method for quantitive determination of tetracyclines in honey was developed, validated and used for isolation of tetracyclines on OASIS HLB cartridges and determination on an HPLC system coupled with UV detection. Tetracycline residues were measured in 23% of the samples, indicating the use of veterinary formulations, non-authorised for apiculture. Honey samples (150) of 8 different botanical origin categories, were botanically identified and analyzed in order to investigate the presence of residues originating from agricultural use on the plants visited by honeybees for feeding. No pesticide residues originating from the environment due to agricultural use were detected in these samples but only residues of acaricides used by beekeepers in beehives. Moreover, 234 samples of packed honey and 369 samples of bulk honey were analyzed for the presence of pesticide residues. A total of 7 samples (2 %) were MRL (coumaphos) while residues of the non-authorized pesticide malathion were detected in 23 samples. Coumaphos and fluvalinate residues, not exceeding the MRLs, were measured in 50 % and 20% of the samples respectively. It is noticeable that the percentage of cotton honey samples contaminated with acaricide residues was significantly lower than samples of other botanical origin. A C18 SPE method, followed by GC/ microECD on a DB-608 column was developed and used for residue determination of 25 different pesticides.

00-04-2007 (Υποέργο: 80855)
Τανανάκη Χ, Θρασυβούλου Α., "Το πρόβλημα των υπολειμμάτων π-διχλωρο-βενζολίου στο ελληνικό μέλι κατά τα έτη 2003-2006", 3ο Επιστημονικό Συνέδριο Μελισσοκομίας-Σηροτροφίας, Απρίλιος 2007, Θεσσαλονίκη

Περίληψη
Ένα από τα προβλήματα που απασχολούν τον μελισσοκόμο είναι η αντιμετώπιση του λεπιδόπτερου Galleria mellonela, το οποίο πραγματοποιεί καταστροφικές ζημιές στις αποθηκεμένες κηρήθρες. Κατά το παρελθόν προκειμένου να αντιμετωπισουν το φαινόμενο αυτό οι μελισσοκόμοι χρησιμοποιούσαν κηροσκωρίνη (1,4-διχλωρο-βενζόλιο). Το 2003 για πρώτη φορά εντοπίστηκαν υπολείμματα 1,4-δίχλωρο-βενζολίου (p-DCB) σε ελληνικά δείγματα μελιού. Από τη χρονιά εκείνη έως το 2006 αναλύθηκαν συνολικά 1612 δείγματα μελιού από τα οποία τα 1432 άνηκαν σε παραγωγούς, ενώ τα υπόλοιπα ήταν συσκευασμένα μέλια που κυκλοφορούσαν στην ελληνικά αγορά. Για τον προσδιορισμό των συγκεντρώσεων του πτητικού συστατικού 1,4-διχλωρο-βενζολίου χρησιμοποιήθηκε σύστημα Purge & Trap ? GC ? MS. Τα αποτελέσματα των αναλύσεων την πρώτη χρονιά ήταν απογοητευτικά καθώς πάνω από το 80% των εμπορικών και τα μισά περίπου των μελιών από παραγωγούς βρέθηκαν να περιέχουν υπολείμματα p-DCB σε συγκεντρώσεις μεγαλύτερες από 10 μg Kg-1. Με την ενημέρωση των μελισσοκόμων διαπιστώθηκε μια σταδιακή μείωση των υπολειμμάτων με αποτέλεσμα το ποσοστό αυτό να πέσει το 2006 στο 6,1% για τα εμπορικά δείγματα και 8,1% για τα δείγματα από τους παραγωγούς. Μείωση διαπιστώθηκε και ως προς τις μέγιστες τιμές, οι οποίες ενώ το 2003 ήταν σε συγκεντρώσεις 407,8 μg Kg-1 για τα δείγματα από τους παραγωγούς και 147,2 μg Kg-1 για τα εμπορικά, κατά το 2006 οι αντίστοιχες μέγιστες τιμές ήταν 198 μg Kg-1 και 102,8 μg Kg-1. Στα δείγματα που αναλύθηκαν εντοπίστηκαν επίσης υπολείμματα 1,2-δίβρωμο-αιθανίου (DBE) και ναφθαλενίου, σκευάσματα τα οποία χρησιμοποιούνται και αυτά για την αντιμετώπιση του κηρόσκωρου. Το ποσοστό των δειγμάτων με συγκεντρώσεις σε DBE υψηλότερες από 10 μg Kg-1 κυμάνθηκε από 9,% έως 1,2 %, ενώ για το ναφθαλένιο οι τιμές αυτές κυμάνθηκαν από 0,8 % έως 4,9%. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν μια εντυπωσιακή εκτόνωση του προβλήματος κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών. Το ελληνικό μέλι φαίνεται να έχει απαλλαχθεί από υπολείμματα p-DCB, γεγονός που οφείλεται στην εφαρμογή βιολογικών μεθόδων αντιμετώπισης του κηρόσκωρου και την σταδιακή αντικατάσταση των παλιών κηρηθρών.

00-04-2007 (Υποέργο: 80855)
Καραζαφείρης Εμμανουήλ, Μενκίσογλου-Σπυρούδη Ουρανία και Θρασυβούλου Ανδρέας, "Υπολείμματα φυτοπροστατευτικών ουσιών και ακαρεοκτόνων στο μέλι", 3ο Επιστημονικό Συνέδριο Μελισσοκομίας-Σηροτροφίας, Απρίλιος 2007, Θεσσαλονίκη

Περίληψη
Η παρουσία στα προϊόντα κυψέλης υπολειμμάτων ακαρεοκτόνων τα οποία οφείλονται σε επεμβάσεις στην κυψέλη έχει μελετηθεί από πολλούς ερευνητές. Ελάχιστες όμως είναι οι εργασίες που αναφέρονται στην παρουσία στο μέλι υπολειμμάτων φυτοπροστατευτικών ουσιών οι οποίες χρησιμοποιούνται στη γεωργία και είναι πιθανό να μεταφερθούν στην κυψέλη. Οι περισσότερες έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί έδειξαν ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι φυτοπροστατευτικές ουσίες που χρησιμοποιούνται εκτός κυψέλης δεν ανιχνεύονται ή ανιχνεύονται σε ίχνη στο μέλι. Σκοπός της εργασίας αυτής ήταν να διερευνηθεί τόσο η μεταφορά υπολειμμάτων φυτοπροστατευτικών ουσιών από τη γεωργική καλλιέργεια στο μέλι όσο και η διερεύνηση γενικά της παρουσίας στο μέλι υπολειμμάτων ανεξαρτήτως προέλευσης (περιβάλλον ή μελισσοκομικές επεμβάσεις). Για το σκοπό αυτόν, πέντε κυψέλες μεταφέρθηκαν και τοποθετήθηκαν στην έναρξη της καλλιεργητικής περιόδου σε αγρούς με καλλιέργεια βαμβακιού με γνωστό ιστορικό επεμβάσεων. Αναπτύχθηκε μία πολυδύναμη μέθοδος με σκοπό τον ταυτόχρονο προσδιορισμό οργανοχλωριωμένων, οργανοφωσφορικών και πυρεθροειδών εντομοκτόνων/ακαρεοκτόνων (23 δραστικές ουσίες). Ο καθαρισμός των δειγμάτων και η απομόνωση των αναλυτών πραγματοποιήθηκε με εκχύλιση στερεάς φάσης με μικροστήλες C18. Ο διαχωρισμός και ποσοτικός προσδιορισμός έγινε με σύστημα αέριας χρωματογραφίας σε στήλη ενδιάμεσης πολικότητας DB-608 και μικροανιχνευτή δέσμευσης ηλεκτρονίων. Αμιγή δείγματα μελιού από βαμβάκι (πειραματικές κυψέλες n=13 και παραγωγοί n=78), θυμάρι (n=23), πορτοκάλι (n=24), πεύκο (n=14) και λοιπά (n=11) αναλύθηκαν για την παρουσία υπολειμμάτων φυτοπροστατευτικών ουσιών που μπορεί να χρησιμοποιήθηκαν σε παρακείμενες καλλιέργειες. Η βοτανική προέλευση κάθε δείγματος προσδιορίστηκε με οργανοληπτικές, μακροσκοπικές και μελισσοπαλινολογικές μεθόδους. Επιπλέον, δείγματα εμπορίου (n=156) και δείγματα από παραγωγούς (n=269) αναλύθηκαν το διάστημα 2004-2006 με σκοπό τον προσδιορισμό υπολειμμάτων εντομοκτόνων/ακαρεοκτόνων. Σε καμία περίπτωση δεν ανιχνεύθηκαν υπολείμματα φυτοπροστατευτικών ουσιών που χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες, ώστε να υποδεικνύεται μεταφορά υπολειμμάτων από το περιβάλλον στην κυψέλη, Αντίθετα στα δείγματα βρέθηκαν υπολείμματα από τα ακαρεοκτόνα (coumaphos, fluvalinate, malathion) που χρησιμοποιούν οι ίδιοι οι μελισσοκόμοι με επεμβάσεις στην κυψέλη.

00-04-2007 (Υποέργο: 80855)
Σουνά Κ., Μενκίσογλου-Σπυρούδη Ου. και Θρασυβούλου Α., "Προσδιορισμός και συμπεριφορά τετρακυκλινών στο μέλι", 3ο Επιστημονικό Συνέδριο Μελισσοκομίας-Σηροτροφίας, Απρίλιος 2007, Θεσσαλονίκη

Περίληψη
Στόχος της παρούσας εργασίας ήταν η ανάπτυξη μιας μεθόδου ποσοτικού προσδιορισμού τετρακυκλινών (οξυτετρακυκλίνης OTC, τετρακυκλίνης TC και χλωροτετρακυκλίνης CTC) στο μέλι η οποία θα είναι ευαίσθητη, ευέλικτη, γρήγορη και οικονομική. Η προετοιμασία του δείγματος περιλαμβάνει καθαρισμό του με εκχύλιση στερεής φάσης. Ο διαχωρισμός και η ανάλυση των τετρακυκλινών πραγματοποιείται με υγρή χρωματογραφία υψηλής πίεσης και ανίχνευση με UV στα 350 nm για τις οξυτετρακυκλίνη, τετρακυκλίνη και στα 365 nm για τη χλωροτετρακυκλίνη. Στην εργασία επίσης μελετήθηκε η σταθερότητα των τετρακυκλινών (οξυτετρακυκλίνης και τετρακυκλίνης) τόσο σε πρότυπα διαλύματα όσο και σε επιβαρημένο μέλι σε διαφορετικές συνθήκες αποθήκευσης (? 20ο C, 4ο C, 20ο C και 36-40ο C) και θερμικής επεξεργασίας (75ο C, 65ο C και 45ο C). Τέλος, με τη μέθοδο που αναπτύχθηκε αναλύθηκαν 88 δείγματα παραγωγών με σκοπό να διερευνηθεί η πιθανή επιβάρυνση του μελιού με τετρακυκλίνες.

21-05-2006 (Υποέργο: 80855)
Karazafiris Emmanuel, Goras Georgios, Menkissoglu-Spiroudi Urania and Thrasyvoulou Andreas, "A new Solid Phase Extraction method for pesticide residues analysis in royal jelly", Πανευρωπαϊκό Συνέδριο του European Pesticide Residues Workshop, 21-25 Μαϊου 2006, Κέρκυρα, Ελλάδα

Περίληψη
Acaricides used inside the beehives for the control of varroa often result in presence of residues in beehive products.1,2 Although, royal jelly is one of major importance bee products, few studies have been published on residues, and are mainly reported on antibiotics. As far as we know, only one method reports on analysis of tau-fluvalinate and coumaphos residues in royal jelly.3 A new multiresidue method was developed for analysis of nine pesticides in royal jelly. Solid Phase Extraction RP-C18 (BondElut, 500 mg) cartridges were used for sample purification and isolation of the analytes. The final solution was analyzed with GC and micro ECD. The main synthetic acaricides used by beekeepers, (bromopropylate, coumaphos, malathion, tau-fluvalinate), and moreover two organochlorines (lindane, a-endosulfan), two organophosphates (parathion methyl, ethion) and one pyrethroid (lamda cyhalothrine) insecticides were tested. The method was linear in the range of 50-2000pg, the Limit of Quantification was 0.005mg/kg for each analyte and mean recoveries ranged from 74.2 to 95.8%.

21-09-2005 (Υποέργο: 80855)
Karazafeiris Emmanuel, Menkissoglu-Spiroudi I. Urania and Thrasyvoulou Andreas, "Assessment of Pesticide Residues in Cotton Honey from Greece", Διεθνές Συνέδριο του Mediterranean Group of Pesticide Residues, 21-24 Σεπτεμβρίου 2005, Κουσάντασι, Τουρκία

Περίληψη
Cotton plants are very popular among the beekeepers due to their unique nectar secretion during the summer, a period of year with no other blooming of beekeeping importance. Cotton honey has been reported as a high quality product, exhibiting high antibacterial and antioxidant properties compared with the other types of floral honey. The main disadvantage of cotton plants is the great number of different pesticides treatments, resulting in loss of a part of bee 1. Συμμετοχή με μορφή ανηρτημένης ανακοίνωσης στο Διεθνές Συνέδριο του Mediterranean Group of Pesticide Residues που πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβριο του 2005 στο Κουσάντασι της Τουρκίας. «Assessment of Pesticide Residues in Cotton Honey from Greece» Karazafeiris Emmanuel1, Menkissoglu-Spiroudi I. Urania2 and Thrasyvoulou Andreas1 1Laboratory of Apiculture-Sericulture and 2Pesticide Laboratory, Faculty of Agriculture, Aristotle University of Thessaloniki, 54124 Thessaloniki, GREECE Cotton plants are very popular among the beekeepers due to their unique nectar secretion during the summer, a period of year with no other blooming of beekeeping importance. Cotton honey has been reported as a high quality product, exhibiting high antibacterial and antioxidant properties compared with the other types of floral honey. The main disadvantage of cotton plants is the great number of different pesticides treatments, resulting in loss of a part of bee population. Moreover cotton honey was accused to be contaminated with residues. The presence in cotton honey of pesticide residues originating from cotton plants or beehive treatments was investigated in this study. A multiresidue method was developed in order to determine residues of organochlorine, organophosphate and pyrethroid pesticides. A C18 Solid Phase Extraction procedure was used for cleanup and isolation of pesticides, eluted with ethylacetate and petroleum benzene. The final extract was injected through a cool on column inlet to a Gas Chromatograph, Agilent HP6890, equipped with a HP7683 autosampler, an intermediate polarity DB-608 mega bore column and a μECD detector. A HP5890 GC with a HP7673 autosampler, a split/splitless inlet, a non-polar HP-5 capillary column and an ECD was used for the confirmation of the results. Beehives were transferred and placed in cotton plant fields early in the season, before the application of any pesticide and thirteen samples were collected from them. In addition, sixty two samples of cotton honey were collected from beekeepers. The botanical origin of each sample was confirmed by organoleptic, macroscopic and melissopalinological methods. Acaricides used by beekeepers against Varroa destructor Anderson were determined (coumaphos, tau fluvalinate and malathion), while no pesticide applied to cotton plants was detected in samples.

21-08-2006 (Υποέργο: 80866)
Tananaki Ch., Goras G. A.Thrasyvoulou and A.Zotou (2006) Determination of 1,4-Dichrorobenzene in royal jelly XXXIX Apimondia Congress 21-26th August, Dublin, Ireland.

Περίληψη
Αναπτύχθηκε μέθοδος προσδιορισμού 1,4-διχλωρο-βενζολίου (p-DCB) σε βασιλικό πολτό με την τεχνική εκχύλισης διάταξης παγίδευσης σε συνδυασμό με σύστημα αέριου χρωματογράφου ? φασματογράφου μάζας. Στη συνέχεια μελετήθηκε η μεταφορά της παραπάνω χημικής ένωσης από κηρήθρες στις οποίες έχει εφαρμοστεί το p-DCB σε βασιλικό πολτό και μέλι. Για το σκοπό αυτό παράχθηκε με τη χρήση της απαραίτητης τεχνικής, βασιλικός πολτός σε φυσικά κελιά που δημιουργήθηκαν πάνω σε πλαίσια στα οποία είχε εφαρμοστεί προηγουμένως κηροσκωρίνη. Συλλέχθηκε από τα κελιά αυτά βασιλικός πολτός, ενώ από τις ίδιες κηρήθρες συλλέχθηκε και μέλι. Τα αποτελέσματα των αναλύσεων έδειξαν τη μεταφορά του p-DCB όχι μόνο στο μέλι, αλλά και στο βασιλικό πολτό και μάλιστα σε μεγαλύτερες συγκεντρώσεις.

21-05-2006 (Υποέργο: 80866)
Goras G., E. Karazafiris, D. Kanelis, M. Ioannidou, U. Menkissoglou-Spiroudi & A. Thrasyvoulou (2006) Assesment of residues detected in royal jelly after the application of registered synthetic acaricides. 6th European Pesticide Residue Workshop. Corfu-Greece, May 21-25

Περίληψη
Δέκα μελίσσια εγκαταστάθηκαν σε κυψέλες τύπου Langstroth με ένα μόνο πάτωμα (γονοφωλιά). Στα εννέα μελίσσια έγινε εφαρμογή 3 διαφορετικών συνθετικών σκευασμάτων (Apistan, Perizin, CheckMite+) που χρησιμοποιούνται εναντίον του παρασιτικού ακάρεος βαρρόα (Varroa destructor) και στο τελευταίο δεν έγινε καμιά επέμβαση (μάρτυρας). Εφαρμογή των σκευασμάτων έγινε την ημέρα 0 σύμφωνα με τις οδηγίες της παρασκευάστριας εταιρείας. Δείγματα βασιλικού πολτού συλλέκτηκαν τις ημέρες 0+1, 0+7, 0+10, 0+16, 0+43 από τεχνικά εμβολιασμένα κελιά. Συλλέκτηκε επίσης και ένα δείγμα το οποίο έγινε από το άθροισμα της συνολικής παραγωγής βασιλικού πολτού (bulk sample). Εξετάστηκε επίσης η παραλλακτικότητα που παρατηρείται στο βασιλικό πολτό που παράγεται σε ένα μελίσσι. Χρησιμοποιήθηκε αέριος χρωματογράφος με ανιχνευτή μECD. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση tau-fluvalinate η δραστική ουσία του Apistan, βρέθηκε την ημέρα 0+43 (0.052mg/kg). Η μεγαλύτερη συγκέντρωση του coumaphos δραστική ουσία των Perizin and CheckMite+ βρέθηκε την ημέρα 0+1 (0.099mg/kg) και την ημέρα 0+7 (0.694mg/kg) αντίστοιχα. Οι συγκεντρώσεις αυτές μειώθηκαν στο 0.009mg/kg και 0.295mg/kg, την ημέρα 0+43. Εφόσον δεν έχουν καθοριστεί ανεκτές συγκεντρώσεις υπολειμμάτων στο βασιλικό πολτό, οποιανδήποτε συγκέντρωση υπολειμμάτων καθιστά το προϊόν μη αποδεκτό.

20-08-2007 (Υποέργο: 80920)
Ιακωβίδου, Ό., Σ., Κουτσού και Μ., Παρταλίδου: Γυναίκες επιχειρηματίες στην ελληνική ύπαιθρο: μια τυπολογία βασισμένη στα κίνητρα και τα επιχειρηματικά τους χαρακτηριστικά. Εργασία που παρουσιάστηκε στο ΧΧΙΙ Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Κοινωνίας για την Αγροτική Κοινωνιολογία: ?Mobilities, Vulnerabilities and Sustainabilities: New questions and challenges for rural Europe?. Wageningen, The Nederlands, 20-24/08.

Περίληψη
Οι υπάρχουσες διαφορές μεταξύ των ανδρών και των γυναικών επιχειρηματιών επιβάλλουν τη μελέτη των χαρακτηριστικών των τελευταίων. Ιδιαίτερα δε στις αγροτικές περιοχές, η πληθώρα των επιστημονικών ερευνών καταδεικνύει πως οι γυναίκες αποτελούν μια σημαντική και ανεξερεύνητη πηγή εργατικού δυναμικού. Ωστόσο, λίγοι ερυνητές έχουν εξετάσει μεμονωμένα τις γυναίκες αγρότισσες και τα ζητήματα που σχετίζονται με την επιχειρηματική τους δράση. Η συμβολή της παρούσας εργασίας στη μελέτη της γυναικέιας επιχειρηματικότητας έγκειται στην εις βάθος μελέτη των γυναικών στις αγροτικές περιοχές της Ελλάδας. Στόχος της εργασίας είναι να διερευνηθούν παράγοντες οι οποίοι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη ανεξάρτητα, αναφορικά με την ποικιλομορφία των αγροτικών περιοχών με διαφορετική γεωμορφολογία και οικονομικό προφίλ. Τα χαρακτηριστικά της γυναικείας επιχειρηματικότητας στις αγροτικές περιοχές της Ελλάδας και τα κίνητρα των γυναικών για την ανάληψη επιχειρηματικής δράσης χρησιμοποιούνται στην παρούσα εργασία προκειμένου να δημιουργηθεί μια τυπολογία των γυναικών επιχειρηματιών στην ελληνική ύπαιθρο.

30-06-2007 (Υποέργο: 80920)
Ιακωβίδου, Ό. και Σ., Κουτσού: Γυναικείοι αγροτουριστικοί συνεταιρισμοί στην Ελλάδα. Στο: Διεθνές Συνέδριο για τον Αγροτικό Τουρισμό στην Καλαβρία, Ιταλία, Ιούνιος.

Περίληψη
Οι γυναικείοι συνεταιρισμοί αποτελούν την πιο γνήσια μορφή συνεταιρισμών στην Ελλάδα σε ότι αφορά το σχεδιασμό, την οργάνωση και τη διαχείριση και έχουν ως στόχο την αύξηση του οικογενειακού εισοδήματος και τη βελτίωση της θέσης των γυναικών στην κοινωνία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι συνεταιρισμοί χρηματοδοτήθηκαν από εθνικά ή ευρωπαϊκά προγράμματα. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να μελετηθούν οι γυναικείοι συνεταιρισμοί και να προσδιοριστούν οι παράγοντες που οδηγούν τις γυναίκες να συμμετέχουν σε αυτούς και να μελετηθούν επίσης οι επιδράσεις μιας τέτοιας απόφασης στις ζωές τους, αλλά και τα προβλήματα που προκύπτουν κατά τη λειτουργία των συνεταιρισμών. Από το σύνολο εβδομήντα ενός συνεταιρισμών μελετήθηκαν οι σαράντα, με τη χρήση ειδικά σχεδιασμένου ερωτηματολογίου το Φεβρουάριο του 2000. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι η συμμετοχή των αγροτισσών στους συνεταιρισμούς τους εξασφάλιζε μια πηγή συμπληρωματικού εισοδήματος και τους παρείχε ανεξαρτησία, αίσθηση δυναμισμού και αυτοεκτίμηση. Ωστόσο, θα πρέπει να γίνουν προσπάθειες προκειμένου να συνειδητοποιήσουν τα μέλη ότι οι συνεταιρισμοί είναι επιχειρήσεις οι οποίες λειτουργούν, επιβιώνουν και αναπτύσσονται σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον.

02-11-2006 (Υποέργο: 80920)
Ιακωβίδου, Ό, Σ., Κουτσού και Π., Συμεωνίδου, (2006) Χαρακτηριστικά γυναικών επιχειρηματιών στην ελληνική ύπαιθρο. 9Ο Συνέδριο ΕΤΑΓΡΟ, ?Η οικονομία και η κοινωνία μπροστά στις νέες προκλήσεις του παγκόσμιου αγροτροφικού συστήματος?. 2-5 Νοεμβρίου, Αθήνα.

Περίληψη
Οι έρευνες που κατά καιρούς έχουν διεξαχθεί τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη αφορούν κατά κύριο λόγο την πολυδραστηριότητα των αγροτισσών. Η καθ? αυτό επιχειρηματικότητα των γυναικών της υπαίθρου δεν έχει μελετηθεί εκτενώς. Ωστόσο, οι συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην ύπαιθρο είναι σημαντικά διαφοροποιημένες σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες, ακολουθώντας τις κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που υφίσταται η ευρύτερη κοινωνία, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Οι αλλαγές αυτές επιβάλουν διαφοροποίηση της παραγωγικής βάσης και πολυλειτουργικότητα της υπαίθρου, η οποία στηρίζεται και από τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό οι γυναίκες αποτελούν μία από τις σημαντικότερες ενδογενείς πηγές της υπαίθρου που καλούνται να αναλάβουν επιχειρηματικές πρωτοβουλίες οι οποίες θα αναδείξουν τη δυναμικότητα τους και τον ρόλο τους στην αναβάθμιση του κοινωνικού, οικονομικού και πολιτιστικού επιπέδου της υπαίθρου. Με την υπόθεση ότι το διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης των τομέων της οικονομίας προκαλεί διαφοροποιήσεις στην επιχειρηματικότητα των γυναικών, στην εισήγηση αυτή επιχειρείται η τυπολογία των γυναικών επιχειρηματιών και η σύγκριση αυτών σε πέντε περιοχές της βόρειας Ελλάδας οι οποίες παρουσιάζουν διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης, σε διαφορετικούς τομείς. Ειδικότερα θα μελετηθούν δημογραφικά χαρακτηριστικά των γυναικών επιχειρηματιών, καθώς και χαρακτηριστικά των επιχειρήσεών που αυτές δημιουργούν στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής, στη Σαμοθράκη, στη βιομηχανική περιοχή των Σερρών και στους ορεινούς όγκους του Πάικου και του Βόρα, προκειμένου να επισημανθούν οι αδυναμίες και οι προοπτικές των επιχειρήσεων αυτών, να καταδεχθούν οι ιδιαιτερότητες της γυναικείας επιχειρηματικότητας και οι τομείς στους οποίους αναπτύσσουν επιχειρηματική δράση. Αυτά με τη σειρά τους θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση στρατηγικών ανάπτυξης της γυναικείας επιχειρηματικότητας, καθώς και πολιτικών, οι οποίες αποσκοπούν στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των θεμάτων που συνδέονται με τη γυναικεία επιχειρηματικότητα στην ύπαιθρο.

22-09-2005 (Υποέργο: 80920)
Ιακωβίδου, Ό., Σ., Κουτσού και Χ., Βλάχου: Γυναίκες της υπαίθρου, επιχειρηματίες στον τουρισμό: η περίπτωση της Σαμοθράκης. In: Proceedings of the 5th Mediterranean conference: ?Mediterranean Tourism beyond the Coastline: New Trends in Tourism and the Social Organisation of Space?. Mediterranean association for the sociology of tourism, Iakovidou, O. (ed.), ZITI Publications, Τhessaloniki, 22-24/9.

Περίληψη
Ο αγροτικός χώρος έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές τις τελευταίες δεκαετίες, υπό την επίδραση των γοργά εξελισσόμενων κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Από χώρος βιωμένος σχεδόν κατ? αποκλειστικότητα από γεωργούς, σταδιακά καθίσταται ένας διευρυνόμενος χώρος παραγωγής και κατανάλωσης, όπου γεωργοί και μη-γεωργοί κάτοικοι της υπαίθρου αναζητούν τρόπους και πηγές εισοδημάτων εντός και εκτός γεωργίας. Η διαμόρφωση των νέων συνθηκών στην ύπαιθρο της Κοινότητας από τη μια μεριά, αλλά και οι απαιτήσεις της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας από την άλλη, οδήγησαν τόσο τις εθνικές όσο και την ευρωπαϊκή πολιτική σε νέα θεώρηση της ανάπτυξης του αγροτικού χώρου. Στο πλαίσιο αυτό "ανακαλύφθηκε" και η γυναίκα του αγροτικού χώρου, ως "εργατική δύναμη σε εφεδρεία", ένα "ενδογενές δυναμικό που μπορεί να κινητοποιήσει ενδογενείς πηγές πλούτου" και της αναγνωρίζεται πρωταγωνιστικός ρόλος για τη συγκράτηση του κοινωνικού ιστού των αγροτικών κοινοτήτων. Στόχος της εισήγησης αυτής είναι να διερευνήσει τους ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες που καθορίζουν την απόφαση των γυναικών να δημιουργήσουν τη δική τους επιχείρηση στις νησιωτικές περιοχές, ήπιας τουριστικής ανάπτυξης, τα αποτελέσματα της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας και τους τομείς στους οποίους αναλαμβάνουν επιχειρηματική δράση.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Δασολογίας

20-09-2005 (Υποέργο: 21893)
Chouvardas, D., Vrahnakis, M.S., Mantzanas, K., Ispikoudis, I. and Papanastasis, V.P., "Simulating land cover/use changes in a Mediterranean landscape with the Clue-s semi-empirical model", BioScene Conference 'Biodiversity conservation and sustainable development in mountain areas of Europe: The challenge of interdisciplinary research', organised by EU Bioscene Research Project Scenarios for reconciling biodiversity conservation with declining agricultural use in the mountains of Europe. Ioannina, Epirus, Greece, 20-24 September 2005.

Περίληψη
The research presents the simulation of the near future land use/cover changes in a Mediterranean landscape of Kolchicos basin, Lagadas county, northern Greece. Simulations performed with the use of CLUE-S model (Conversion of Land Use and its Effects at Small regional extent). The model was developed by the CLUE-Group in Wageningen University, The Netherlands, and consists of a spatial (including a decision rule system) and a non &#8211; spatial (demand) component. In the spatial component, the relationship (spatial logistic regression) between land use/cover types and the landscape driving factors (physiographic, geographic and socioeconomic) was evaluated. Land use management rules were set up for the area, and adequate time-lag for future land use/cover changes were inserted in the model through the decision rule system. In the demand component, a scenario of land use/cover change was formulated for 10 time-frames (each frame consisted of two years). A land use/cover change scenario was created by a linear extrapolation of past development (1945&#8211;1993) of land use/cover change based on aerial photographs. Simulation showed that all major land use/cover types would be increased from 1993 to 2013, except grasslands and open shrublands. More specifically, the largest increase would occur in closed forests (11.98%) and closed shrublands (11.95%), followed by open forests (4.05%), and agricultural areas (2.75%). On the contrary, grasslands would be dramatically decreased (95.69%) followed by open shrublands (9.22%). The simulated elimination of grasslands in the future landscape must be seriously taken under consideration in policy thinking, as these ecosystems are important for sustaining the biotic and abiotic integrity of the landscape.

20-09-2005 (Υποέργο: 21893)
Vrahnakis M.S., Fotiadis G., Chouvardas D., Mantzanas K., Plastargia, S. and Papanastasis, V.P., "Species richness and diversity evolution along a secondary successional gradient", BioScene Conference 'Biodiversity conservation and sustainable development in mountain areas of Europe: The challenge of interdisciplinary research', organised by EU Bioscene Research Project Scenarios for reconciling biodiversity conservation with declining agricultural use in the mountains of Europe. Ioannina, Epirus, Greece, 20-24 September 2005.

Περίληψη
Biodiversity encompasses ecosystem&#8217;s health, and measures of biodiversity are commonly used as bases for decision-making about conservation action, or for planning. Such decisions and actions are crucial for preserving intensively used natural ecosystems, like those experienced a long-term use by livestock. The present research investigates the effect of shrub encroachment, as an expression of secondary succession, on biodiversity loss. The research was conducted in Lagadas county, near Thessaloniki, Greece, where four distinct shrubland cover types were distinguished, i.e. those having shrub cover <15%, 15-30%, 30-45%, and >45%. These types represent stages of succession due to the abandonment of fuel cutting and reduction of grazing pressure by goats. In each type, nine plots of 0.1 ha were established and two transects (50 m each) at the middle of each plot were placed. Four quadrats (0.25 m2 each) were taken in each transect, and species richness and floristic diversity data were collected in each quadrat. Based on these data a parametric (Chao-Lee) and a non-parametric (Michaelis-Menten) estimation of species richness was carried out, and diversity and equitability (Shannon-Wiener) were measured, all applied in each shrubland cover type. In addition, the curves for species accumulation and diversity ordering (the latter based on Renyi&#8217;s family of equations) were plotted. Results showed that reductions in species richness and diversity were apparent as shrub cover increased. It is suggested that a cover of 15-30% should be pursued in shrublands of Lagadas as it supports high species richness and diversity, while it additionally permits high accessibility of food resources for grazing goats.

20-09-2005 (Υποέργο: 21893)
Papadimitriou, M., Zarovali, M.P. and Papanastasis, V.P., "Land use changes effects on plant diversity in Mediterranean landscapes", BioScene Conference 'Biodiversity conservation and sustainable development in mountain areas of Europe: The challenge of interdisciplinary research', organised by EU Bioscene Research Project Scenarios for reconciling biodiversity conservation with declining agricultural use in the mountains of Europe. Ioannina, Epirus, Greece, 20-24 September 2005.

Περίληψη
A man - maintained dynamic agropastoral equilibrium has been established over the centuries in Mediterranean landscapes. In the last few decades, major socio-economic developments have resulted in the gradual abandonment of the traditional land uses, threatening to disrupt this equilibrium. As a result, the Mediterranean landscape is converted from a diverse mosaic of patches to a largely homogenous and monotonous area with reduced plant diversity. In a study conducted in Lagadas county of N. Greece, the diversity of plant species was investigated in four stages of vegetation succession following land extensification and abandonment. The four treatments with four replicates/plots each studied were: abandoned arable field, grassland, open shrubland and dense shrubland. In each of the 16 plots at the time of peak biomass, species presence-absence was recorded in 20 quadrats per plot, while in 5 of them total aboveground herbage biomass was harvested and the live biomass was sorted manually into the constituent species. Three diversity indices were calculated: species richness derived from the presence-absence data, Shannon index and evenness derived from the species biomass data. It was found that grassland was the richest and the dense shrubland the poorest land use type in terms of number of species. On the contrary evenness was lowest in the grassland and highest in the dense shrubland and the abandoned field. Shannon index did not show any significant differences among the four treatments. These results suggest that as land extensification and abandonment proceed, plant communities with lower plant diversity are developed, with a more even proportion of the component species.

30-06-2005 (Υποέργο: 21893)
Vrahnakis M.S., Fotiadis G., Chouvardas D., Mantzanas K., and Papanastasis, V.P., "Components of floristic diversity in kermes oak shrublands", In: Integrating efficient grassland farming and biodiversity (R. Lillak, R. Viiralt, A. Linke and V. Geherman, eds). European Grassland Federation, Grassland Science in Europe, Vol. 10, 2005, Estonia

Περίληψη
Kermes oak (Quercus coccifera L.) shrublands are valuable land resources in Greece. Despite their low commercial value in terms of wood production they are important feeding resources for domestic and wild animals, provide fuel to local people of remote areas, and play significant role in preventing soil erosion. The complexity and stability of kermes oak ecosystems are approached in this research by analysing the components of floristic diversity. Four shrubland sub-types were identified in northern Greece according to their scaling to shrub density. Nine plots (0.1 ha each) per each shrub cover class were randomly selected and two 50-m transects were randomly assigned in each plot. Four quadrats per each transect were systematically taken and floral composition and the taxa richness were recorded. A total of 288 quadrats were taken and differences among the four shrubland sub-types in terms of Shannon-Weiner index of diversity, evenness, Berger-Parker index of dominance, and the first order jackknife plant richness estimator were explored. Finally, the diversity ordering of the four communities based on Renyi index was made. It was found that a total of 372 taxa will be potentially sustained by the kermes oak shrublands of the area, and the denser shrublands are the lower in terms of floristic α-diversity shrublands are.

10-11-2004 (Υποέργο: 21893)
Δ. Χουβαρδάς, Ι. Ισπικούδης και Β. Π. Παπαναστάσης. 2004. Ανάλυση των διαχρονικών αλλαγών του τοπίου της λεκάνης Κολχικού της λίμνης Κορώνειας με τη χρήση των Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών (Γ.Σ.Π.). Πρακτικά 4ου Πανελλήνιου Λιβαδοπονικού Συνεδρίου "Λιβάδια των πεδινών και ημιορεινών περιοχών: Μοχλός ανάπτυξης της υπαίθρου", 10-12 Νοεμβρίου 2004, Βόλος.

Περίληψη
Τα τοπία των ημιορεινών περιοχών της χώρας έχουν υποστεί τα τελευταία 50 χρόνια σημαντικές δομικές αλλαγές, που εκφράζονται με αλλαγές στη διάθρωση και την ποικιλότητα της κατανομής των κατηγοριών χρήσεων/κάλυψης γης. Για τους σκοπούς της έρευνας επιλέχτηκε η περιοχή της λεκάνης του ρέματος του Κολχικού, που εκβάλει στη λίμνη Κορώνεια του νομού Θεσσαλονίκης. Το τοπίο της περιοχής, χαρακτηριστικό πολλών ημιορεινών τοπίων της χώρας, παρουσιάζει έντονο γεωργοκτηνοτροφικό χαρακτήρα. Οι αλλαγές στις παραδοσιακές διαχειριστικές πρακτικές αλλά και οι δημογραφικές και κοινωνικοοικονομικές αλλαγές οδήγησαν σε διαφοροποίηση των δομικών χαρακτηριστικών του. Οι γενικές τάσεις εξέλιξης του τοπίου αλλά και οι κατά χώρο διαχρονικές μεταβολές του εκτιμήθηκαν με την ψηφιακή επεξεργασία δύο διαχρονικών σειρών αεροφωτογραφιών (1960 και 1993) και τη χρήση των Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών (Γ.Σ.Π.). Από την επεξεργασία των ψηφιακών δεδομένων προέκυψε η δημιουργία ενός διαγράμματος μεταβολών των χρήσεων/κάλυψης γης, όπου αναγνωρίστηκαν επακριβώς οι διαφοροποιήσεις των κατηγοριών χρήσεων/κάλυψης γης. Παράλληλα έγινε συλλογή αναλυτικών δημογραφικών και κοινωνικοοικονομικών απογραφικών δεδομένων από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος (ΕΣΥΕ), που στη συνέχεια συσχετίσθηκαν με τις τάσεις μετασχηματισμού του τοπίου.

00-00-0000 (Υποέργο: 21893)
Papadimitriou, M., Zarovali, M.P. and Papanastasis, V.P., "Relationship between plant diversity and herbage production in Mediterranean grasslands", In: Integrating efficient grassland farming and biodiversity (R. Lillak, R. Viiralt, A. Linke and V. Geherman, eds). European Grassland Federation, Grassland Science in Europe, Vol. 10, Estonia, (2005) pp. 392-395.

Περίληψη
The relationship between biodiversity and productivity is an issue of great interest in grasslands that has not yet been fully investigated. In this study, we compared two Mediterranean grasslands, one dominated by annual and the other by perennial species. Both species diversity and herbage production were measured in random plots, 0.25m2 each in size. No significant correlation was found between plant diversity and herbage production in any of the two grassland types. This was attributed to the fact that only a few species were contributing to bulk herbage production. The results suggest that as Mediterranean grasslands evolve from temporary (annual) to permanent (perennial) plant communities they become more species-rich and at the same time more heterogeneous in terms of the contribution to biomass of the constituent species.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Μηχανικών Υπολογιστών

06-02-2006 (Υποέργο: 21937)
P.N. Biskas, A.G. Bakirtzis, "Decentralized OPF of large multi-area power systems", AIESP '06, 6-10 February 2006, Madeira, Portugal.

Περίληψη
Στο άρθρο αυτό παρουσιάζεται μία μέθοδος αποκεντρωμένης επίλυσης του προβλήματος Βέλτιστης Ροής Φορτίου με εξισώσεις Ροής Φορτίου Εναλλασσομένου Ρεύματος (ΒΡΦ-ΕΡ) σε διασυνδεδεμένα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας. Η μαθηματική αρχή απόζευξης του συνολικού προβλήματος ΒΡΦ-ΕΡ βασίζεται στην απόζευξη των συνθηκών πρώτης τάξης ΚΚΤ του συνολικού προβλήματος. Έτσι δημιουργούνται πολλά ανεξάρτητα υποπροβλήματα ΒΡΦ-ΕΡ, ένα για κάθε περιοχή. Οι λύσεις των υποπροβλημάτων ΒΡΦ-ΕΡ των διαφόρων περιοχών συντονίζονται μέσω ενός μηχανισμού ανταλλαγής τιμών (που αφορούν τις διασυνδέσεις), έως ότου συγκλίνουν στη λύση του συνολικού συστήματος.

06-11-2005 (Υποέργο: 21937)
P. N. Biskas, N. P. Ziogos, A. Tellidou, C. E. Zoumas, A. G. Bakirtzis, V. Petridis, "Comparison of two metaheuristics with mathematical programming methods for the solution of OPF", ISAP '05, Washington, USA, 6-9 November 2005.

Περίληψη
Στο άρθρο αυτό παρουσιάζεται η σύγκριση των τεσσάρων διαφορετικών μεθόδων για την επίλυση του μη-γραμμικού προβλήματος Βέλτιστης Ροής Φορτίου με εξισώσεις Ροής Φορτίου Εναλλασσομένου Ρεύματος (ΒΡΦ-ΕΡ), που αναφέρθηκε στην παράγραφο 6.3. Παρουσιάζονται τα αποτελέσματα από την εφαρμογή των τεσσάρων μεθόδων σε διάφορα συστήματα, που προκύπτουν από την επανάληψη της μιας περιοχής του συστήματος "IEEE RTS-96" και του συστήματος "IEEE 118-bus".

26-06-2005 (Υποέργο: 21937)
P.N. Biskas, A.G. Bakirtzis, "Decentralised Security Constrained DC-OPF of interconnected power systems", POWERTECH &#8217;05, St. Petersburg, Russia, 26-30 June 2005.

Περίληψη
Στο άρθρο αυτό παρουσιάζεται η μέθοδος αποκεντρωμένης επίλυσης του προβλήματος Βέλτιστης Ροής Φορτίου με εξισώσεις Ροής Φορτίου Συνεχούς Ρεύματος με Περιορισμούς Ασφαλείας (ΒΡΦ-ΠΑ), που αναφέρθηκε στην παράγραφο 6.1. Παρουσιάζονται τα αποτελέσματα από την εφαρμογή της μεθόδου στο σύστημα "IEEE RTS-96" και στο ηλεκτρικό σύστημα των Βαλκανίων.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Ιατρικής

02-09-2005 (Υποέργο: 21922)
ULTRASTRUCTURAL OBSERVATIONS OF THE LIVER PARENCHYMA ON PREGNANT MICE "IN VIVO" TREATED WITH ALL-TRANS RETINOIC ACID AND HYDROXYUREA. EXPERIMENTAL MORPHOLOGICAL STUDY E.-N. Emmanouil*, H. Frangou**, E. Nikoloussis*, M.-E. Manthou*, Ch. Lycartsis*, S. Massouridou**, G. Evagelou*, A. Manthos* *Department of Histology, Embryology and Anthropology **Department of General Biology Faculty of Medicine, Aristotle University of Thessaloniki, Greece Παρουσιάσθηκε στο 16th Annual Conference of the European Networks of Teratology Information Services ( ENTIS ) and Conjoint Meeting with 33rd European Teratology Society ( ETS) Meeting Haarlem , Netherlands, September 2-7, 2005. Περίληψη Δημοσιεύθηκε στο πρόγραμμα του Συνεδρίου της ENTIS.

Περίληψη
Introduction. All-Trans-R-A is used for Leukemia types of disease, as well as at several blood dyscracias. HU is used at Antiretroviral therapy, as a single drug, or in combination with other Antiretroviral drugs. Besides of the therapeutic effects of those drugs, they are considered as Teratogenic and Toxic agents in several dosage levels and for several days of treatment. Aim of the study. We have studied the ultra structure of liver cells after &#8220; in vivo&#8221; treatment of pregnant mice, to specify the effect of the above substances on liver parenchyma toxicity during pregnancy. The possibility of liver toxicity after treatment with those drugs is recently discussed at the International Literature. With this study we intend to contribute at the pathological alterations that the drugs can induce evaluating their toxicity. Materials and Methods. We have treated &#8220; in vivo&#8221; pregnant Balb/C mice ~30 gr, at their mid gestational period, with: a) Corn oil, b) All-Trans R.A. 50 mg/k.b. weight, d) NaCl 9%0, f) HU 4,56 mg/k.b. weight. The animals were sacrificed at the 19th gestational day,the embryos were collected and evaluated for external malformations. Maternal livers were removed and properly prepared for Epon embedding in order to be observed by Transmission Electron Microscope, GEOL GEM FX II. Results. Our results showed normal liver cellular ultrastructure and liver girder&#8217;s architecture at both the untreated groups of animals. The ultrastructural morphology of the liver cell parenchyma from pregnant animals treated with All-Trans R.A. showed disorganization of the liver cell parenchyma and several cells which have been morphologically changed to apoptotic cells. Also, an extended disorganization was found at Rough and Smooth Endoplasmic Reticulum and cellular Mitochondria. Livers, from pregnant mice treated with HU, presented more severe ultra structural pathological effects at their liver cells, such as accumulation of giant lipid droplets and disorganization of the glycogen . Conclusions. Our results indicate that both all-trans retinoic acid and hydroxyurea can act as cytotoxic substances and may influence liver function during pregnancy, additional to their teratogenic effects.

03-12-2005 (Υποέργο: 21935)
Παναγοπούλου, Ε., Ταρλατζής, Β., (2005). Ψυχολογικοί παράγοντες και εξωσωματική γονιμοποίηση. Πανελλήνιο Συνέδριο Ελληνικής Ψυχολογικής Εταιρείας στα Ιωάννινα 3-5 Δεκεμβρίου 2005.

Περίληψη
Οι ψυχολογικές επιπτώσεις από τη διάγνωση της υπογονιμότητας και την εφαρμογή ιατρικών τεχνικών για την αντιμετώπισή της συχνά παραμελούνται. Η παρούσα έρευνα επιχειρεί όχι μόνο να καταδείξει τον αρνητικό αντίκτυπο «σωματικών» προβλημάτων και θεραπειών στην ψυχοκοινωνική προσαρμογή αλλά και να διερευνήσει το πώς αυτές οι ψυχολογικές και κοινωνικές παράμετροι αλληλεπιδρούν και καθορίζουν το αποτέλεσμα των θεραπειών. Αξιοσημείωτο είναι και το ότι η ψυχολογική δυσφορία αξιολογείται όχι μόνο με ερωτηματολόγια αλλά και μέσα από μετρήσεις του Ανοσοποιητικού και Αυτόνομου Νευρικού Σύστηματος. Μέσα από μια ολιστική, βιο-ψυχοκοινωνική οπτική, διερευνάται το κόστος των τεχνικών υποβοηθούμενης παραγωγής στην ψυχολογική, ανοσοποιητική και φυσιολογική λειτουργία και κατόπιν συγκρίνεται η επίδρασή τους στο αποτέλεσμα της εγκυμοσύνης. Δεδομένου ότι το ποσοστό επιτυχίας τέτοιων τεχνικών είναι χαμηλό και ιατρικοί παράγοντες αδυνατούν να εξηγήσουν σε ποιες περιπτώσεις η θεραπευτική παρέμβαση θα είναι επιτυχής ή όχι, η παρούσα έρευνα θα δώσει πολύτιμες πληροφορίες για τους παράγοντες εκείνους που διαμορφώνουν το τελικό αποτέλεσμα. Για πρώτη φορά επίσης, διερευνάται το εάν μια ελάχιστη ψυχολογική παρέμβαση, όπως είναι η γραπτή συναισθηματική έκφραση θα επιφέρει αλλαγές στα επίπεδα ψυχολογικής δυσφορίας και στην ποιότητα της συζυγικής σχέσης καθώς και στο αποτέλεσμα της γονιμοποίησης. Φιλοδοξία μας είναι πρώτον να αποδείξουμε ότι η διαδικασία αυτή είναι μια ιδανική εναλλακτική λύση, δεδομένης της απροθυμίας των γυναικών να απευθυνθούν σε επίσημες μορφές στήριξης και επιπλέον να τονίσουμε την ανάγκη να ληφθούν υπόψη ψυχολογικές παράμετροι στο σχεδιασμό της παροχής υπηρεσιών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

29-08-2005 (Υποέργο: 21935)
Panagopoulou, Vedhara, Tarlatzis.(2005). Coping and IVF3. 3rd Synergy Workshop "Emotional Processes and Health: The Role Of Emotional Disclosure" Galway, Ireland, August 29th - 31st 2005

Abstract

24-06-2006 (Υποέργο: 21958)
E. Georgiou, Ch. Karageorgopoulos, G. Tzimagiorgis, R. Valeri, I. Angel, T. Agidou, T. Katopodi, D. Krikelis, X. Tsilikas, G. Sarikos, Ch. Destouni, G. Spanos and S. Kouidou, "Aberrant promoter hypermethylation of p16 and MGMT genes among Greek NSCLC patients and heavy smokers", 31st FEBS Congress, June 24&#8211;29, 2006, Istanbul, Turkey

Περίληψη
Aberrant promoter hypermethylation, an epigenetic change associated with gene inactivation, has been demonstrated to occur in a variety of human cancers including lung cancer. In this study, we determined the frequency of aberrant promoter methylation of p16 and MGMT genes, two of the most promising epigenetic markers for lung cancer, in 34 resected primary NSCLC specimens and corresponding non malignant lung tissues as well as in 40 sputum samples from heavy smokers (cancer-free individuals) using a two-stage methylation specific PCR. Our results reveal that aberrant methylation is detected in the promoter regions of p16 (27/33, 81.8%) and MGMT (23/29, 79.3%) genes. In non-malignant lung tissues the observed frequency for p16 methylation was 15/33, 45,5%, while for the MGMT it was 21/28 (75.0%). All cancer tissue specimens tested exhibited p16 and/or MGMT methylation. Sputum analysis revealed that aberrant methylation was detected in the promoter regions of p16 (9/40, 22.5%) and MGMT (8/36, 22.2%) genes. Interestingly, in all sputum samples tested, methylation was observed in either p16 or MGMT promoter region. Correlation of the p16 and/or MGMT methylation positive individuals with elevated cigarette consumption reveals that only p16 methylation was observed in the heaviest smokers (7/13, 53.84%, p<0.001). In summary, evaluation of p16 and /or MGMT aberrant methylation could be of particular importance for the early detection of human lung cancer in high-risk populations.

24-03-2006 (Υποέργο: 21958)
I. Angel, G. Sarikos, R. Valeri, E. Georgiou, G. Tzimagiorgis, L. Kampas, S. Kouidou, Ch. Destouni, "Sputum cytology as a tool for the early detection of lung cancer using liquid based cytology (thin prep) and PCR technique", 4th ERS Lung Cancer Conference, March 24&#8211;26, 2006, Taormina, Sicily, Italy

Περίληψη
Introduction. Lung cancer is the leading cause-rerelated to detah in the world. This is because to date there are no reliable methods for early detection. Sputum cytology is regarded by many clinicians as a noninvasise, cheap and simple test fo the diagnosis of bronchgenic carcinoma. In recent years, the development of the new techniques are based on the sputum specomens in order to achieve early detection. Methods. The cytomorphological findings in 60 sputum smeras from lung cancer patients and heavy smokers were correlated to the frequency of aberrant promoter methylation of p16, one of the most promising epigenetic markers for the lung cancer, usong a sensitive two-stage methylation specific PCR. Our material was prepared using thin prep technique (an automated method of processing and smearing on a monolayer) and microscopic examination followed. Results. Our results are classified as: 12 malignant, 5 susicious for malignacy, 5 atypical and 38 negative. Methylation of p16 was detected in all positive and the suspicious favor malignant cases and also in 3 atypical cases. In conclusion, our results reveal that sputum cytology in association with the evaluation of p16 seems to be of great value in the early detection of human lung cancer, mainly in high-risk populations.

09-11-2005 (Υποέργο: 21958)
E. Georgiou, Ch. Karageorgopoulos, T. Agidou, R. Valeri, I. Angel, D. Krikelis, G. Sarikos, A. Dimitriadou, Ch. Destouni, G. Tzimagiorgis and S. Kouidou, "Aberrant promoter hypermethylation of p16 and MGMT genes in sputum from heavy smokers", 57o Πανελλήνιο Συνέδριο Βιοχημείας και Μοριακής Βιολογίας, Αθήνα 9-11 Νοεμβρίου 2005

Περίληψη
Lung cancer is the leading cause of cancer-related death in the world. The development of sensitive molecular markers detectable at the earliest stages of the disease could greatly reduce the mortality rate of the disease. In this study, we determined the frequency of aberrant promoter methylation of p16 and MGMT genes, two of the most promising epigenetic markers for lung cancer, in 40 sputum samples from heavy smokers (cancer-free individuals) using a sensitive two-stage methylation specific PCR. Our results reveal that aberrant methylation was detected in the promoter region of p16 (9/40, 22.5%) and MGMT (8/36, 22.2%) genes. Interestingly, in all sputum samples tested, methylation was observed in either p16 or MGMT promoter region. Correlation of the p16 and/or MGMT methylation positive individuals with the cigarette consumption reveals that only p16 methylation was observed in the heaviest smokers (7/13, 53.84%, p<0.001). Our results reveal that the evaluation of p16 and /or MGMT aberrant methylation could be of particular importance in early detection of human lung cancer in high-risk populations.

09-11-2005 (Υποέργο: 21958)
Ch. Karageorgopoulos, E. Georgiou, T. Agidou, T. Katopodi, D. Krikelis, G. Spanos, Ch. Tsilikas, G. Sarikos, A. Dimitriadou, S. Kouidou and G. Tzimagiorgis, "Aberrant promoter hypermethylation of p16 and MGMT genes in non-small cell lung carcinomas", 57o Πανελλήνιο Συνέδριο Βιοχημείας και Μοριακής Βιολογίας, Αθήνα 9-11 Νοεμβρίου 2005

Περίληψη
Aberrant methylation of CpG islands in the promoter region acquired during tumor growth is one mechanism that could lead to transcriptional inactivation of a variety of tumor suppressor genes. In this study, we determined the frequency of aberrant promoter methylation of p16 and MGMT genes in 34 resected primary non-small cell lung cancer (NSCLC) specimens and in the corresponding non malignant lung tissues using the methylation specific PCR (MSP). Our results reveal that aberrant methylation was detected in the promoter region of p16 (27/33, 81.8%) and MGMT (23/29, 79.3%) genes. In the non- malignant lung tissues the observed frequency for p16 was 15/33, 45,5%, while for the MGMT was 21/28 (75.0%). All cancer specimens tested exhibited p16 and/or MGMT methylation. Interestingly, aberrant methylation in both genes was also observed in 11/28 (39.3%) of the non-malignant tissue tested. Our results indicate that aberrant methylation of p16 and MGMT could be used as a molecular marker for the early diagnosis of the disease in suitable non-invasive biological fluids.

25-11-2004 (Υποέργο: 21958)
Georgiou E., Agidou S., Krikelis D., Valeri R., Anzel I., Tsilikas C., Sarikos G., Destouni C., Dimitriadou A., Tzimagiorgis G., and Kouidou S., "Distribution of p16 promoter methylation in lung cancer biopsies and cytological specimens from patients and high-risk individuals-heavy smokers", 56o Πανελλήνιο Συνέδριο Βιοχημείας και Μοριακής Βιολογίας, Λάρισα, 25-27 Νοεμβρίου 2004

Περίληψη
Methylation of p16 tumor suppressor promoter is one of the most promising epigenetic markers for the early detection of lung cancer. It is presently believed that together with sputum atypia it could be used as a screening marker for Non-Small Cell Lung Carcinoma (NSCLC) in high-risk individuals. In the present study we investigated the detection of p16 methylation in biopsies, bronchial washing and material acquired by non-invasive methods (sputum) from patients and high-risk individuals, heavy smokers. Sensitivity of the marker in sputum compared to biopsies and cytological material from bronchial washing is discussed. DNA was isolated from 66 tissue specimens from NSCLC patients (33 from the tumor and an equal number from the corresponding macroscopically non-cancerous specimens obtained from a remote site from the same patients). Bronchial washings from 64 patients and 10 sputum specimens from the same patients, as well as 26 sputum specimens from high-risk individuals from a smoking cessation clinic were also analyzed. DNA was modified according to previously reported techniques and amplified using methylation specific PCR (MSP). p16 promoter methylation was very frequently detected among lung carcinoma specimens (27/33, 82%) and less frequently among non-cancerous tissue from the same individuals, revealing a transformation process (field cancerization) in the non-cancerous lung tissue. High frequency of methylation was detected in bronchial washings from NSCLC patients (41/51; 80%) indicating a correlation between biopsies and this cytological specimen. However, sputum tested from a limited number of these patients was less frequently positive (3/10); correlation between sputum and bronchial washings was observed only in 60% of the cases (five negative, one positive) while in 4 cases opposite results were observed from the two sources. The frequency of methylation in sputum specimens from patients was considerably lower than that detected for the other biological specimens, although considerably higher than that observed in high risk individuals such as heavy smokers (2/26; 8%) or in washings from patients with chronic obstructive pulmonary disease (2/7). In conclusion, p16 promoter methylation appears to be a promising marker of malignancy, very frequently observed in tumors, yet not always detectable in the corresponding non-invasive material (sputum). Improvement of the sputum collection process, and increasing its cellular population could make this marker useful for screening high-risk individuals.

25-11-2004 (Υποέργο: 21958)
Kouidou S., Kyrkou A., Agidou S., Andreou A., Katopodi T., Krikelis D., Georgiou E., Dimitriadou A., Tzimagiorgis G., "Aberrant methylation in p53 exon 5 and abnormal mRNA transcription in non-small cell lung carcinoma", 56o Πανελλήνιο Συνέδριο Βιοχημείας και Μοριακής Βιολογίας, Λάρισα, 25-27 Νοεμβρίου 2004

Περίληψη
In lung carcinoma, C>T and G>A mutations are frequently observed at CpG sequences of p53 exon 5. These mutations as well as G>T transversions, which are frequent among smokers, have been correlated with the presence of methylation at the corresponding sites of the gene. However, the mutational spectrum of p53 in lung cancer is also characterized by high frequency of C>T and G>A mutations at non-CpG sequences which could be indicative of extensive non-CpG de novo methylation. Exonic methylation has not been investigated, probably since its role on transcription still remains unclear. Recently however, it was shown that methylation in the open reading frame of a gene can repress its expression in somatic cells. Small abnormal p53 mRNAs are frequently observed in SCC. Using direct methylation-sequencing, we investigated the methylation of p53 exon 5 in 14 out of 28 lung carcinoma specimens. Our results reveal extensive clustered methylation in three regions of exon 5, codons 156-159, 175-179 and the splice site between exons 5 and 6. In the first two regions, C>T and G>A mutations are frequently reported in p53 mutation databanks. Using RT/PCR we also amplified exons 4-6 in all these lung carcinoma specimens and the unaffected adjacent tissue using actin as internal control. In 15/28 carcinoma and 7/28 adjacent tissue specimens tested, exons 4-6 could not be amplified, though in the same specimens, exons 6-9 were efficiently amplified. Amplification of exons 4-9 in the abnormally expressed specimens revealed the presence of small molecular weight products missing exon 5 and exhibiting multiple transcription anomalies. These results are discussed in relation to previous reports on the anomalous expression of p53 and to factors inducing non-CpG de novo methylation.

25-11-2004 (Υποέργο: 21958)
Krikelis D., Tzimagiorgis G., Anzel I., Georgiou E., Kovatsi L., Katopodi Th., Valeri R., Lambropoulos A., Destouni Ch., and Kouidou S., "HPV-16 detection in lung cancer", 56o Πανελλήνιο Συνέδριο Βιοχημείας και Μοριακής Βιολογίας, Λάρισα, 25-27 Νοεμβρίου 2004

Περίληψη
Introduction: The involvement of oncogenic Human Papilloma Viruses (HPV) (particularly type 16) in lung carcinogenesis is subject of prolonged dispute, although the presence of the virus has been reported in over 21.7% of the 2,468 bronchial carcinomas tested. In addition, morphological changes often observed in invasive bronchial cancer, resemble those observed in HPV lesions. In this paper, we report on the frequent presence of HPV-16 E6/E7 viral oncogene sequences in lung carcinoma and bronchial washings and its expression mainly in cancerous tissue vs. non-cancerous tissue. Materials and Methods: Lung carcinoma specimens (30), an equal number of corresponding non-cancerous tissues and 32 bronchial washings from cancer patients were used for this study. HPV-16 positive specimens from cervical carcinoma were used as positive control. Using a variety of primers reported in the literature, we designed a protocol for the identification of HPV-16, based on the amplification of HPV-16 E7 oncogene from DNA pre-amplified for the E6/E7 common region. The expected PCR product (310 bp) was also digested with PvuII restriction endonuclease yielding two fragments 181 and 129 bp. Results and Discussion: Using the above nested PCR protocol we detected HPV-16 E6/E7 sequences in 25/29 (86%) cancerous specimens, 12/18 (66,6%) in non-cancerous lung tissue from the same patients and 10/32 from bronchial washings tested. However, the nested PCR products obtained from 30 randomly selected specimens (18 cancerous, 2 non-cancerous, 5 bronchial washings) were resistant to PvuII digestion contrary to the products obtained from cervical carcinoma specimens. Denaturating agents ie DMSO or high fidelity Taq polymerases (Platinum), did not change the negative outcome of the endonuclease reaction. In addition, we determined by RT/PCR the abundance of the E6/E7 common transcript of the virus in 22 cDNA samples, (11 from carcinoma specimens and an equal number from non-cancerous specimens), randomly selected from the above tissues. The cDNA was obtained using an HPV-16 E7 specific primer for reverse transcription. In this case viral expression was detected only in carcinoma specimens (8/11). The presence of E6 or E7 was also verified by independent amplification of each of these viral transcripts. Conclusion: The presence of HPV-16 in lung cancer specimens was evaluated using a nested PCR protocol for identifying HPV-16 E6/E7 region, which can specifically detect the virus in cervical smears. The difference in PvuII susceptibility of the nested PCR amplification products from lung cancer and cervical specimens, reveals that the viral sequences detected in the lung differ from those detected in the cervix. This issue is presently under investigation.

23-05-2007 (Υποέργο: 80847)
Παππάς Θ, Wilson MR, Coleman AL, Harris A, Αναστασόπουλος Ε, Yu F, Κοσκοσάς Α, Φουντή Π, Τοπούζης Φ, Η συσχέτιση του επιπολασμού του Πρωτοπαθούς Γλαυκώματος Ανοιχτής Γωνίας και του Ψευδοαποφολιδωτικού Γλαυκώματος με την ενδοφθάλμια πίεση στο Thessaloniki Eye Study (TES). Πανελλήνιο Οφθαλμολογικό Συνέδριο, 23-26 Μαΐου 2007 Αθήνα

Περίληψη
Σκοπός: Η εκτίμηση της συσχέτισης του επιπολασμού του πρωτοπαθούς γλαυκώματος ανοιχτής γωνίας (ΠΓAΓ) και του ψευδοαποφολιδωτικού γλαυκώματος (ΨΑΦΓ) με την ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ) στο Thessaloniki Eye Study. Μέθοδος: Το TES είναι μια επιδημιολογική μελέτη γενικού πληθυσμού 2554 κατοίκων της Θεσσαλονίκης. Η διάγνωση του ΠΓAΓ στους συμμετέχοντες τέθηκε επί υπάρξεως γλαυκώματος σε ένα τουλάχιστον οφθαλμό, ανοιχτής γωνίας προσθίου θαλάμου και απουσίας δευτεροπαθών αιτιών γλαυκώματος. Η διάγνωση ΨΑΦΓ τέθηκε επί υπάρξεως γλαυκώματος και ψευδοαποφολιδωτικού υλικού σε ένα τουλάχιστον οφθαλμό. Αποτελέσματα: Ανάμεσα στους συμμετέχοντες στην μελέτη 94 είχαν ΠΓΑΓ (4.2%) και 41 ΨΑΦΓ (1.8%), ενώ 270 (12%) εμφάνιζαν ψευδοαποφολίδωση (ΨΑΦ). Η συχνότητα του ΨΑΦΓ ανάμεσα στα άτομα που εμφάνιζαν ΨΑΦ εκτιμήθηκε στο 15.2%. Η μέση ΕΟΠ ήταν 19.2 mmHg και 21.3mmHg για το ΠΓΑΓ και το ΨΑΦΓ αντίστοιχα. 39 άτομα με ΠΓΑΓ και 26 με ΨΑΦΓ βρισκόταν σε θεραπεία (φαρμακευτική ή χειρουργική), ενώ η μέση ΕΟΠ ήταν 18.6 mmHg και 19.3 mmHg αντίστοιχα. Στα άτομα που δεν λάμβαναν θεραπεία η μέση ΕΟΠ ήταν 19.6 mmHg και 24.6 mmHg για τα άτομα με ΠΓΑΓ και ΨΑΦΓ αντίστοιχα. Το ΨΑΦΓ εμφάνισε υψηλότερο επιπολασμό σε σύγκριση με το ΠΓΑΓ για το ίδιο επίπεδο ΕΟΠ καθ? όλο το φάσμα της ΕΟΠ. Ο κίνδυνος παρουσίας γλαυκώματος αυξάνει εκθετικά για ΕΟΠ υψηλότερη των 21 mmHg τόσο για το ΠΓΑΓ όσο και για το ΨΑΦΓ. Συμπεράσματα: Στο TES παρατηρήθηκε μεγαλύτερος επιπολασμός του ΨΑΦΓ σε σύγκριση με το ΠΓΑΓ για το ίδιο επίπεδο ΕΟΠ. Αυτό ίσως να είναι συνέπεια της υψηλότερης διακύμανσης της ΕΟΠ στους οφθαλμούς με ΨΑΦ ή της μεγαλύτερης ευαισθησίας του οπτικού νεύρου των οφθαλμών με ΨΑΦ.

00-05-2007 (Υποέργο: 80847)
E. Anastasopoulos, F. Topouzis, A. Harris, M. R. Wilson, F. Yu, A. Koskosas, T. Pappas, P. Founti and A. L. Coleman, Σύγκριση των χαρακτηριστικών μεταξύ των ατόμων με και χωρίς ψευδοαποφολίδωση στο Thessaloniki Eye Study. Oral presentation at Association for Research in Vision and Ophthalmology, Annual Meeting. Fort Lauderdale, Florida, U.S.A. May 2007

Περίληψη
ΣΚΟΠΟΣ: Η σύγκριση των κλινικών χαρακτηριστικών μεταξύ ατόμων με ψευδοαποφολίδωση (ΨΑ) και αυτών χωρίς ΨΑ έτσι όπως αυτά έχουν ταυτοποιηθεί κατά την εξέτασή τους στο Thessaloniki Eye Study (TES). ΥΛΙΚΟ-ΜΕΘΟΔΟΙ: Το TES είναι μια επιδημιολογική γενικού πληθυσμού μελέτη των κυριότερων οφθαλμολογικών νοσημάτων στον Ελληνικό πληθυσμό. Η παρουσία ψευδοαποφολιδωτικού υλικού στο φακό ή την ίριδα των συμμετεχόντων στην κλινική εξέταση, διερευνήθηκε μέσω βιομικροσκόπησης με μεγάλη μεγέθυνση. Η ηλικία, το φύλο, η ΕΟΠ, (η μεγαλύτερη μεταξύ των δύο οφθαλμών), το ποσοστό της εμφάνισης ΕΟΠ>22mmHg, το ποσοστό της ύπαρξης γλαυκωματικού τύπου βλάβης του οπτικού δίσκου, το κάθετο C/D ratio (το μεγαλύτερο μεταξύ των δύο οφθαλμών) και το ποσοστό του κάθετου C/D ratio> 0.7 συγκρίθηκαν μεταξύ των ατόμων με και χωρίς ΨΑ (chi-square or Kruskall-Wallis tests). Η ανάλυση επαναλήφθηκε αφού εξαιρέθηκαν της ανάλυσης τα άτομα με γλαύκωμα. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: 270 άτομα (12% από τους 2261 συμμετέχοντες στην κλινική εξέταση) βρέθηκαν να έχουν ΨΑ σε τουλάχιστον ένα οφθαλμό. Η αύξηση της ηλικίας συσχετίστηκε με αύξηση της συχνότητας εμφάνισης ΨΑ (p<0.0001). Τα άτομα με ΨΑ σε σύγκριση με αυτά χωρίς, παρουσίαζαν υψηλότερη ΕΟΠ κατά την εξέταση (16.8mmHg vs 15.9mmHg, p=0.002),υψηλότερο ποσοστό ΕΟΠ>22mmHg (10.9% vs 5.8%, p=0.002) υψηλότερο ποσοστό γλαυκωματικής βλάβης του οπτικού δίσκου (24% vs 14%, p<0.0001) και υψηλότερο ποσοστό κάθετου C/D ratio>0.7 (9% vs 3% p<0.0001). Μετά την εξαίρεση των ατόμων με γλαύκωμα από την ανάλυση, τα άτομα με ΨΑ, σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς ΨΑ, εμφάνιζαν παρόμοια ΕΟΠ, παρόμοιο κάθετο C/D ratio και παρόμοιο ποσοστό ΕΟΠ>22mmHg και κάθετου C/D ratio>0.7. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Στο ΤΕS η συχνότητα ΨΑ αυξάνονταν με την αύξηση της ηλικίας. Η ΨΑ δεν συσχετίζονταν με αυξημένα επίπεδα ΕΟΠ και C/D ratio όταν τα άτομα με γλαύκωμα δεν συμμετείχαν στην ανάλυση

00-05-2007 (Υποέργο: 80847)
F. Topouzis, M. R. Wilson, A. Harris, E. Anastasopoulos, F. Yu, T. Pappas, A. Koskosas, P. Founti and A. L. Coleman, Η συσχέτιση του επιπολασμού του Πρωτοπαθούς Γλαυκώματος Ανοιχτής Γωνίας και του Ψευδοαποφολιδωτικού Γλαυκώματος με την ενδοφθάλμια πίεση στο Thessaloniki Eye Study (TES). Association for Research in Vision and Ophthalmology, Annual Meeting. Fort Lauderdale, Florida, U.S.A. May 2007

Περίληψη
Σκοπός: Η εκτίμηση της συσχέτισης του επιπολασμού του πρωτοπαθούς γλαυκώματος ανοιχτής γωνίας (ΠΓAΓ) και του ψευδοαποφολιδωτικού γλαυκώματος (ΨΑΦΓ) με την ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ) στο Thessaloniki Eye Study. Μέθοδος: Το TES είναι μια επιδημιολογική μελέτη γενικού πληθυσμού 2554 κατοίκων της Θεσσαλονίκης. Η διάγνωση του ΠΓAΓ στους συμμετέχοντες τέθηκε επί υπάρξεως γλαυκώματος σε ένα τουλάχιστον οφθαλμό, ανοιχτής γωνίας προσθίου θαλάμου και απουσίας δευτεροπαθών αιτιών γλαυκώματος. Η διάγνωση ΨΑΦΓ τέθηκε επί υπάρξεως γλαυκώματος και ψευδοαποφολιδωτικού υλικού σε ένα τουλάχιστον οφθαλμό. Αποτελέσματα: Ανάμεσα στους συμμετέχοντες στην μελέτη 94 είχαν ΠΓΑΓ (4.2%) και 41 ΨΑΦΓ (1.8%), ενώ 270 (12%) εμφάνιζαν ψευδοαποφολίδωση (ΨΑΦ). Η συχνότητα του ΨΑΦΓ ανάμεσα στα άτομα που εμφάνιζαν ΨΑΦ εκτιμήθηκε στο 15.2%. Η μέση ΕΟΠ ήταν 19.2 mmHg και 21.3mmHg για το ΠΓΑΓ και το ΨΑΦΓ αντίστοιχα. 39 άτομα με ΠΓΑΓ και 26 με ΨΑΦΓ βρισκόταν σε θεραπεία (φαρμακευτική ή χειρουργική), ενώ η μέση ΕΟΠ ήταν 18.6 mmHg και 19.3 mmHg αντίστοιχα. Στα άτομα που δεν λάμβαναν θεραπεία η μέση ΕΟΠ ήταν 19.6 mmHg και 24.6 mmHg για τα άτομα με ΠΓΑΓ και ΨΑΦΓ αντίστοιχα. Το ΨΑΦΓ εμφάνισε υψηλότερο επιπολασμό σε σύγκριση με το ΠΓΑΓ για το ίδιο επίπεδο ΕΟΠ καθ? όλο το φάσμα της ΕΟΠ. Ο κίνδυνος παρουσίας γλαυκώματος αυξάνει εκθετικά για ΕΟΠ υψηλότερη των 21 mmHg τόσο για το ΠΓΑΓ όσο και για το ΨΑΦΓ. Συμπεράσματα: Στο TES παρατηρήθηκε μεγαλύτερος επιπολασμός του ΨΑΦΓ σε σύγκριση με το ΠΓΑΓ για το ίδιο επίπεδο ΕΟΠ. Αυτό ίσως να είναι συνέπεια της υψηλότερης διακύμανσης της ΕΟΠ στους οφθαλμούς με ΨΑΦ ή της μεγαλύτερης ευαισθησίας του οπτικού νεύρου των οφθαλμών με ΨΑΦ.

00-05-2007 (Υποέργο: 80847)
E. Aναστασόπουλος, A.L.Coleman, M.R.Wilson, A.Harris, F.Yu, A. Kοσκοσάς, Θ. Παππάς, Π.Φουντή, Φ.Τοπούζης, Σύγκριση των χαρακτηριστικών μεταξύ των ατόμων με και χωρίς ψευδοαποφολίδωση στο Thessaloniki Eye Study. 40ο Πανελλήνιο Οφθαλμολογικό Συνέδριο, Αθήνα, Μάιος 2007

Περίληψη
ΣΚΟΠΟΣ: Η σύγκριση των κλινικών χαρακτηριστικών μεταξύ ατόμων με ψευδοαποφολίδωση (ΨΑ) και αυτών χωρίς ΨΑ έτσι όπως αυτά έχουν ταυτοποιηθεί κατά την εξέτασή τους στο Thessaloniki Eye Study (TES). ΥΛΙΚΟ-ΜΕΘΟΔΟΙ: Το TES είναι μια επιδημιολογική γενικού πληθυσμού μελέτη των κυριότερων οφθαλμολογικών νοσημάτων στον Ελληνικό πληθυσμό. Η παρουσία ψευδοαποφολιδωτικού υλικού στο φακό ή την ίριδα των συμμετεχόντων στην κλινική εξέταση, διερευνήθηκε μέσω βιομικροσκόπησης με μεγάλη μεγέθυνση. Η ηλικία, το φύλο, η ΕΟΠ, (η μεγαλύτερη μεταξύ των δύο οφθαλμών), το ποσοστό της εμφάνισης ΕΟΠ>22mmHg, το ποσοστό της ύπαρξης γλαυκωματικού τύπου βλάβης του οπτικού δίσκου, το κάθετο C/D ratio (το μεγαλύτερο μεταξύ των δύο οφθαλμών) και το ποσοστό του κάθετου C/D ratio> 0.7 συγκρίθηκαν μεταξύ των ατόμων με και χωρίς ΨΑ (chi-square or Kruskall-Wallis tests). Η ανάλυση επαναλήφθηκε αφού εξαιρέθηκαν της ανάλυσης τα άτομα με γλαύκωμα. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: 270 άτομα (12% από τους 2261 συμμετέχοντες στην κλινική εξέταση) βρέθηκαν να έχουν ΨΑ σε τουλάχιστον ένα οφθαλμό. Η αύξηση της ηλικίας συσχετίστηκε με αύξηση της συχνότητας εμφάνισης ΨΑ (p<0.0001). Τα άτομα με ΨΑ σε σύγκριση με αυτά χωρίς, παρουσίαζαν υψηλότερη ΕΟΠ κατά την εξέταση (16.8mmHg vs 15.9mmHg, p=0.002),υψηλότερο ποσοστό ΕΟΠ>22mmHg (10.9% vs 5.8%, p=0.002) υψηλότερο ποσοστό γλαυκωματικής βλάβης του οπτικού δίσκου (24% vs 14%, p<0.0001) και υψηλότερο ποσοστό κάθετου C/D ratio>0.7 (9% vs 3% p<0.0001).Μετά την εξαίρεση των ατόμων με γλαύκωμα από την ανάλυση, τα άτομα με ΨΑ, σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς ΨΑ, εμφάνιζαν παρόμοια ΕΟΠ, παρόμοιο κάθετο C/D ratio και παρόμοιο ποσοστό ΕΟΠ>22mmHg και κάθετου C/D ratio>0.7. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Στο ΤΕS η συχνότητα ΨΑ αυξάνονταν με την αύξηση της ηλικίας. Η ΨΑ δεν συσχετίζονταν με αυξημένα επίπεδα ΕΟΠ και C/D ratio όταν τα άτομα με γλαύκωμα δεν συμμετείχαν στην ανάλυση

00-06-2006 (Υποέργο: 80847)
Τοπούζης Φ., Wilson MR., Harris A, Αναστασόπουλος Ε, Yu F, Κοσκοσάς Α, Παππάς Θ, Μαυρουδής Λ, Coleman AL, Επιπολασμός Γλαυκώματος Ανοιχτής Γωνίας (ΓΑΓ) στον Ελληνικό πληθυσμό. Thessaloniki Eye Study, 39ο Πανελλήνιο Οφθαλμολογικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2006

Περίληψη
ΣΚΟΠΟΣ: Η εκτίμηση του επιπολασμού του ΓΑΓ σε ηλικιωμένο Ελληνικό πληθυσμό (>60 ετών). ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ: Επιδημιολογική μελέτη γενικού πληθυσμού ΜΕΘΟΔΟΙ: Άτομα άνω των 60 ετών επιλέχθηκαν τυχαία από τα δημοτολόγια του δήμου Θεσσαλονίκης και προσκλήθηκαν για τη διενέργεια πλήρους οφθαλμολογικής εξέτασης στο τμήμα έρευνας και κλινικών εφαρμογών οφθαλμολογίας , Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονόκης. Χρησιμοποιήθηκαν δύο διαφορετικοί ορισμοί για το γλαύκωμα. Ο πρώτος ορισμός απαιτούσε την ταυτόχρονη παρουσία γλαυκωματικού τύπου αλλοιώσεων του οπτικού νεύρου και επιβεβαιωμένες γλαυκωματικού τύπου έκπτωσης του οπτικού πεδίου σε τουλάχιστον ένα οφθαλμό, ανεξάρτητα από την ενδοφθάλμια πίεση (Κριτήριο 1-Ορισμός 1). Ως γλαυκωματικοί κατηγοριοποιήθηκαν επιπρόσθετα και εξετασθέντες για τους οποίους η κλινική εκτίμηση ήταν ισχυρή για την παρουσία γλαυκώματος ακόμη και αν τα αυστηρά-για την διάγνωση της πάθησης- κριτήρια ( έκπτωση οπτικού πεδίου και ταυτόχρονα γλαυκωματικού τύπου αλλοιώσεις στον οπτικό δίσκο) δεν ήταν παρόντα (κριτήριο2). ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: από τα 3617 άτομα στα οπία έγινε δυνατή η επικοινωνία και η πρόσκληση για συμμετοχή στο TES, 2554 συμμετείχαν (ποσοστό συμμετοχής 71%). ΓΑΓ που περιλαμβάνει αθροιστικά το πρωτοπαθές γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας (ΠΓΑΓ) και το ψευδοαποφολιδωτικό γλαύκωμα (ΨΓ), βρέθηκε στο 3.8% (n=96) του πληθυσμού σύμφωνα με τον ορισμό1 (2.7% ΠΓΑΓ και1.1% ΨΓ) και στο 5.5% (n=141) του πληθυσμού σύμφωνα με τον Ορισμό 2 (Κριτήριο1+Κριτήριο2) (3.8% ΠΓΑΓ και 1.7 ΨΓ). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η συχνότητα του ΓΑΓ στο ΤΕΣ είναι παρόμοια ή υψηλότερη σε σύγκριση με άλλες μελέτες γενικού πληθυσμού. Η συνολικά υψηλή συχνότητα του ΓΑΓ στο ΤΕΣ, οφείλεται κυρίως στην υψηλότερη συχνότητα του ΨΓ

00-06-2006 (Υποέργο: 80847)
Coleman AL, Τοπούζης Φ, Harris A, Αναστασόπουλος Ε, Yu F, Κοσκοσάς Α, Παππάς Θ, Wilson MR, Επιπολασμός του αδιάγνωστου πρωτοπαθούς γλαυκώματος ανοιχτής γωνίας (ΠΓΑΓ) και του ψευδοαποφολιδωτικού (ΨΓ) γλαυκώματος στην Ελλάδα. Thessaloniki Eye Study. 39ο Πανελλήνιο Οφθαλμολογικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2006

Περίληψη
ΣΚΟΠΟΣ: Η σύγκριση της συχνότητας του αδιάγνωστου ΠΓΑΓ και ΨΓ σε ηλικιωμένο Ελληνικό πληθυσμό (>60 ετών). ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ: Επιδημιολογική μελέτη γενικού πληθυσμού ΜΕΘΟΔΟΙ: Άτομα άνω των 60 ετών επιλέχθηκαν τυχαία από τα δημοτολόγια του δήμου Θεσσαλονίκης και προσκλήθηκαν για τη διενέργεια πλήρους οφθαλμολογικής εξέτασης από εκπαιδευμένους οφθαλμιάτρους. Η εξέταση περιλάμβανε εκτίμηση στην σχισμοειδή λυχνία υπό μυδρίαση, κλινική εκτίμηση και απεικονιστικό έλεγχο της κεφαλής του οπτικού νεύρου και αυτόματη περιμετρία. Ως γλαύκωμα ορίστηκε η ταυτόχρονη παρουσία γλαυκωματικού τύπου αλλοιώσεων του οπτικού νεύρου και επιβεβαιωμένης γλαυκωματικού τύπου έκπτωσης του οπτικού πεδίου σε κάθε οφθαλμό ανεξάρτητα από την ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ) (Ορισμός 1) ή έκπτωση οπτικού πεδίου και/ή γλαυκωματικού τύπου αλλοιώσεις στον οπτικό δίσκο σε τουλάχιστον ένα οφθαλμό με επιπρόσθετα, ισχυρή για την παρουσία γλαυκώματος κλινική εκτίμηση (Ορισμός 2). Η διάγνωση ΠΓΑΓ απαιτούσε την παρουσία ανοιχτής γωνία αμφοτερόπλευρα και την απουσία σημείων που σχετίζονται με δευτεροπαθή αίτια γλαυκώματος. Η διάγνωση ΨΓ απαιτούσε την παρουσία ανοιχτής γωνία αμφοτερόπλευρα και ψευδοαποφολιδωτικού υλικού στο πρόσθιο περιφάκιο ή/και στην ίριδα. Ως αδιάγνωστο γλαύκωμα ορίστηκε η απάντηση σε όλες τις παρακάτω ερωτήσεις που απευθύνονταν στους συμμετέχοντες και αφορούσαν: ιστορικό προηγηθείσας διάγνωσης γλαυκώματος, ιστορικό προηγηθείσας διάγνωσης οφθαλμικής υπερτονίας, ιστορικό φαρμακευτικής αγωγής και προηγηθείσας επέμβασης για γλαύκωμα. Οι απαντήσεις στις ερωτήσεις αυτές των ασθενών με ΠΓΑΓ και ΨΓ συγκρίθηκαν με chi-Square tests. Στατιστικά σημαντικές θεωρήθηκαν τιμές p<0.05. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Στο ΤΕΣ συμμετείχαν 2554 (ποσοστό συμμετοχής 71%). ΠΓΑΓ διαγνώσθηκε στο 2.7% του πληθυσμού σύμφωνα με τον Ορισμό 1 και στο 3.8% σύμφωνα με τον Ορισμό 2. ΨΓ διαγνώσθηκε στο 1.1% και 1.7% αντίστοιχα. Το ποσοστό αδιάγνωστου ΠΓΑΓ ήταν υψηλότερο από το αντίστοιχο του ΨΓ (54.1% έναντι 32.6%, p=0.027). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Στο ΤΕΣ οι ασθενείς με ΠΓΑΓ ήταν λιγότερο πιθανό να είχαν διαγνωστεί για γλαύκωμα σε σχέση με τους ασθενείς με ΨΓ. Μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών με ΨΓ διαγιγνώσκονται για την πάθησή τους σε σχέση με ΠΓΑΓ. Το τελευταίο μπορεί να οφείλεται στις αλλαγές του φακού που παρατηρούνται στο ΨΓ και στην αυξημένη εγρήγορση των Ελλήνων οφθαλμιάτρων όσον αφορά στην συσχέτιση αποφολίδωσης και γλαυκώματος.

00-06-2006 (Υποέργο: 80847)
Κοσκοσάς Α, Τοπούζης Φ, Coleman AL, Harris A, Jonescu-Cuypers C, Yu F, Μαυρουδής Λ, Αναστασόπουλος Ε, Παππάς Θ, Wilson MR, Η σχέση της αρτηριακής πίεσης με τη δομή του οπτικού δίσκου σε μη γλαυκωματικά άτομα του γενικού πληθυσμού. Thessaloniki Eye study. 39ο Πανελλήνιο Οφθαλμολογικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2006

Περίληψη
ΣΚΟΠΟΣ: Η σύγκριση των τοπογραφικών παραμέτρων του οπτικού δίσκου, έτσι όπως αυτές μετρώνται με το συνεστιακό scanning laser οφθαλμοσκόπιο [ Heidelberg Retina Tomograph (HRT)] μεταξύ ατόμων με φυσιολογική αρτηριακή πίεση (ΑΠ)και ατόμων με υπέρταση και η συσχέτιση της αρτηριακής πίεσης με τη δομή του οπτικού δίσκου σε μη γλαυκωματικά άτομα. ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ: Εξέταση συμμετεχόντων στα πλαίσια μελέτης γενικού πληθυσμού. ΜΕΘΟΔΟΙ: Στη μελέτη αυτή περιελήφθησαν διαδοχικοί συμμετέχοντες στο Thessaloniki Eye Study (TES). Έγινε λήψη εικόνων οπτικού δίσκου με το HRT καθώς και μετρήσεις της ΑΠ. Ως υπέρταση καθορίστηκε η λήψη τιμών ΑΠ συστολική ΑΠ (ΣΑΠ)?140mmHg και/ή διαστολική ΑΠ (ΔΑΠ) )?90mmHg. Οι συμμετέχοντες στη μελέτη κατηγοριοποιήθηκαν σε 3 ομάδες κάθε φορά, τόσο ανάλογα με τα επίπεδα της ΣΑΠ όσο και της ΔΑΠ και σε συνδυασμό με την χορήγηση ή όχι αντιυπερτασικής αγωγής. Η σύγκριση των 3 ομάδων για κάθε HRT παράμετρο έγινε με το Kruskal-Wallis test. Μοντέλα παλινδρόμησης, σταθμισμένα για ηλικία, φύλο, ύψος, κάθε ατόμου, μέγεθος οπτικού δίσκου, ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, ιστορικό διαβήτη, και διάρκεια αντιυπερτασικής αγωγής, χρησιμοποιήθηκαν για κάθε HRT παράμετρο για τη σύγκριση των τιμών ανάμεσα στις 3 διαφορετικές ομάδες. Στατιστικά σημαντικές θεωρήθηκαν τιμές όταν p<0.05. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Στην ανάλυση περιλήφθηκαν 232 άτομα. Η παράμετρος rim area ήταν στατιστικά σημαντικά διαφορετική ανάμεσα στις ομάδες όταν η ΔΑΠ θεωρήθηκε το κριτήριο για την κατηγοριοποίηση των ατόμων (p=0.005).Στα μοντέλα παλινδρόμησης η παράμετρος cup area και C/D ratio ήταν αυξημένα σε άτομα με φυσιολογική ΔΑΠ υπό αντιυπερτασική αγωγή, σε σύγκριση με άτομα με υψηλή ΔΑΠ και άτομα με φυσιολογική ΔΑΠ χωρίς αγωγή ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Σε μη γλαυκωματικούς ασθενείς η ΔΑΠ σε επίπεδα <90mmHg υπό αντιυπερτασική αγωγή συσχετίζεται με αυξημένη κοίλανση του οπτικού δίσκου και μειωμένη rim area. Η πληροφορία αυτή θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στην ερευνητική προσπάθεια για τον καθορισμό του ρόλου της ΑΠ ως ανεξάρτητου παράγοντα που ενέχεται σε πρόκληση μεταβολών του οπτικού δίσκου και/ή παράγοντα που πιθανόν συμβάλλει στην γλαυκωματική βλάβη

00-05-2006 (Υποέργο: 80847)
F. Topouzis, A.L. Coleman, A. Harris, E. Anastasopoulos, F. Yu, A. Koskosas, T. Pappas and M.R. Wilson, Επιπολασμός του αδιάγνωστου πρωτοπαθούς γλαυκώματος ανοιχτής γωνίας (ΠΓΑΓ) και του ψευδοαποφολιδωτικού (ΨΓ) γλαυκώματος στην Ελλάδα. Thessaloniki Eye Study, Association for Research in Vision and Ophthalmology, Annual Meeting. Fort Lauderdale, Florida, U.S.A. May 2006

Περίληψη
ΣΚΟΠΟΣ: Η σύγκριση της συχνότητας του αδιάγνωστου ΠΓΑΓ και ΨΓ σε ηλικιωμένο Ελληνικό πληθυσμό (>60 ετών). ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ: Επιδημιολογική μελέτη γενικού πληθυσμού ΜΕΘΟΔΟΙ: Άτομα άνω των 60 ετών επιλέχθηκαν τυχαία από τα δημοτολόγια του δήμου Θεσσαλονίκης και προσκλήθηκαν για τη διενέργεια πλήρους οφθαλμολογικής εξέτασης από εκπαιδευμένους οφθαλμιάτρους. Η εξέταση περιλάμβανε εκτίμηση στην σχισμοειδή λυχνία υπό μυδρίαση, κλινική εκτίμηση και απεικονιστικό έλεγχο της κεφαλής του οπτικού νεύρου και αυτόματη περιμετρία. Ως γλαύκωμα ορίστηκε η ταυτόχρονη παρουσία γλαυκωματικού τύπου αλλιώσεων του οπτικού νεύρου και επιβεβαιωμένης γλαυκωματικού τύπου έκπτωσης του οπτικού πεδίου σε κάθε οφθαλμό ανεξάρτητα από την ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ) (Ορισμός 1) ή έκπτωση οπτικού πεδίου και/ή γλαυκωματικού τύπου αλλοιώσεις στον οπτικό δίσκο σε τουλάχιστον ένα οφθαλμό με επιπρόσθετα, ισχυρή για την παρουσία γλαυκώματος κλινική εκτίμηση (Ορισμός 2). Η διάγνωση ΠΓΑΓ απαιτούσε την παρουσία ανοιχτής γωνία αμφοτερόπλευρα και την απουσία σημείων που σχετίζονται με δευτεροπαθή αίτια γλαυκώματος. Η διάγνωση ΨΓ απαιτούσε την παρουσία ανοιχτής γωνία αμφοτερόπλευρα και ψευδοαποφολιδωτικού υλικού στο πρόσθιο περιφάκιο ή/και στην ίριδα. Ως αδιάγνωστο γλαύκωμα ορίστηκε η απάντηση σε όλες τις παρακάτω ερωτήσεις που απευθύνονταν στους συμμετέχοντες και αφορούσαν: ιστορικό προηγηθείσας διάγνωσης γλαυκώματος, ιστορικό προηγηθείσας διάγνωσης οφθαλμικής υπερτονίας, ιστορικό φαρμακευτικής αγωγής και προηγηθείσας επέμβασης για γλαύκωμα. Οι απαντήσεις στις ερωτήσεις αυτές των ασθενών με ΠΓΑΓ και ΨΓ συγκρίθηκαν με chi-Square tests. Στατιστικά σημαντικές θεωρήθηκαν τιμές p<0.05. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Στο ΤΕΣ συμμετείχαν 2554 (ποσοστό συμμετοχής 71%). ΠΓΑΓ διαγνώσθηκε στο 2.7% του πληθυσμού σύμφωνα με τον Ορισμό 1 και στο 3.8% σύμφωνα με τον Ορισμό 2. ΨΓ διαγνώσθηκε στο 1.1% και 1.7% αντίστοιχα. Το ποσοστό αδιάγνωστου ΠΓΑΓ ήταν υψηλότερο από το αντίστοιχο του ΨΓ (54.1% έναντι 32.6%, p=0.027). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Στο ΤΕΣ οι ασθενείς με ΠΓΑΓ ήταν λιγότερο πιθανό να είχαν διαγνωστεί για γλαύκωμα σε σχέση με τους ασθενείς με ΨΓ. Μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών με ΨΓ διαγιγνώσκονται για την πάθησή τους σε σχέση με ΠΓΑΓ. Το τελευταίο μπορεί να οφείλεται στις αλλαγές του φακού που παρατηρούνται στο ΨΓ και στην αυξημένη εγρήγορση των Ελλήνων οφθαλμιάτρων όσον αφορά στην συσχέτιση αποφολίδωσης και γλαυκώματος.

00-05-2006 (Υποέργο: 80847)
E. Anastasopoulos, F. Topouzis, M. Wilson, A. Harris, F. Yu, A. Koskosas, T. Pappas, L. Mavroudis, G. Karkamani and A.L. Coleman, Επιπολασμός της Ηλικιακής Εκφύλισης της Ωχράς στην Ελλάδα. Thessaloniki Eye Study Association for Research in Vision and Ophthalmology, Annual Meeting. Fort Lauderdale, Florida, U.S.A. May 2006

Περίληψη
ΣΚΟΠΟΣ: Ο καθορισμός του επιπολασμού των προχωρημένων σταδίων της σχετιζόμενης με την ηλικία ωχροπάθειας [Ηλικιακή Εκφύλιση της ωχράς (ΗΕΩ)] στον πληθυσμό της Θεσσαλονίκης. ΜΕΘΟΔΟΙ: Άτομα άνω των 60 ετών επιλέχθηκαν τυχαία από τα δημοτολόγια του δήμου Θεσσαλονίκης και προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν στο Thessaloniki Eye Study, όπου διενεργήθηκε πλήρης οφθαλμολογική εξέταση από εκπαιδευμένους οφθαλμιάτρους. Η εξέταση περιλάμβανε την εκτίμηση της οπτικής οξύτητας, τόσο με την διόρθωση που έφεραν όσο και με την καλύτερη δυνατή διόρθωση, την κλινική εξέταση στην σχισμοειδή λυχνία υπό μυδρίαση με εκτίμηση της ωχράς κηλίδας. Ως ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς ορίστηκε σύμφωνα με το διεθνές σύστημα σταδιοποίησης η παρουσία γεωγραφικής ατροφίας (ΓΑ) ή χοριοειδικής νεοαγγείωσης (ΧΝ) σε ένα τουλάχιστον οφθαλμό. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Από τον Οκτώβριο του 2000 έως τον Μάρτιο του 2005, 2.554 άτομα εξετάστηκαν στην κλινική ή στο σπίτι (ποσοστό συμμετοχής 71%). Ο επιπολασμός της ΗΕΩ ήταν 2,5%, ενώ ο επιπολασμός της ΧΝ και της ΓΑ ήταν 1,4% και 1,3%, αντίστοιχα. Αμφοτερόπλευρη παρουσία ΗΕΩ παρατηρήθηκε στο 40% των ασθενών με ΗΕΩ. Η ηλικία συσχετιζόταν με μεγαλύτερο επιπολασμό της ΗΕΩ. Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Ο επιπολασμός της ΗΕΩ σε άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών στην Ελλάδα είναι παρόμοιος με τον επιπολασμό της νόσου σε άλλους Ευρωπαϊκής καταγωγής πληθυσμούς

24-08-2007 (Υποέργο: 80876)
C. Pourzitaki, I. Klagas, A. Sioga, A. Kaidoglou, A. Kritis, "COMBINED CASPASE AND CALPAIN INHIBITION OF PC12 AND NGF TREATED CELLS AFTER GLUCOSE AND OXYGEN DEPRIVATION INDUCED STRESS", 3rd Cell Stress Society International Congress on Stress Responses in Biology and Medicine and 2nd World Conference of Stress, 24th of August 2007

Περίληψη
Hypoxia-induced dysfunction of the central nervous system may be caused by neuronal cell death or by changes in its neurochemical implicated in the regulation of cell death. PC12 cells may serve as a useful model for studying the interaction between hypoxia, and cell death. Programmed cell death (apoptosis) plays an important role in a wide variety of physiological processes, as well as in pathological cellular insults. Abnormal elevation of intracellular Ca2 is thought to be a critical trigger of neuronal damage associated with hypoxia or ischemia. Several lines of evidence suggest that calcium-activated proteolysis plays a pivotal role in hypoxic-ischemic neuronal damage. Indeed, calpain-mediated proteolysis appears to be one of the earliest biochemical changes occurring after a dense ischemic challenge. In the present study, we tested the effects of z-VAD-fmk as a specific caspase inhibitor combined with MDL28170 a new and more permeable calpain inhibitor during oxygen and glucose deprivation in na?ve and NGF treated PC12 cells. Our results show that both protease inhibitors confer comparable cell death resistance to both naive and NGF treated PC12 cells at a concentration of 10μΜ. It seems that once the death signal is released the cell has to employ either apoptosis or necrosis in order to effect death. Since both classes of proteases are implicated in cell death in our system under the conditions studied, we hypothesize that the two processes, necrosis and apoptosis, are not exclusive to themselves and that at some stages they can share functions of their machinery to one another.

00-07-2006 (Υποέργο: 80876)
A. Kritis, C. Pourzitaki, I. Klagas, G. Tzimagiorgis and O. Guiba-Tziampiri, "Protease Inhibition Confreres Increased Resistance to Hypoxia Induced Cell Death on NGF Treated PC12 Cells", XVth World Congress of Pharmacology: Meeting Abstracts Acta Pharmacologica Sinica July 2006, Supplement 1:1-489

Περίληψη
To investigate the response of the central nervous system to ischemic conditions we used PC12 cells. These cells are oxygen-sensitive and upon treatment with nerve growth factor (NGF), differentiate to a sympathetic phenotype expressing neurites and excitability. Hypoxia induced cell death was effected by exposing undifferentiated and NGF-treated PC12 cells to a mixture of N2:CO2:O2 (93:5:2%) for up to 72 h. We investigated the recruitment of apoptosis using a general caspase inhibitor, benzyloxycarbonyl-Val-Ala-Asp-fluoromethyl ketone (zVAD-fmk) or necrosis using calpain inhibitor Cbz-Val-Phe-H (MDL28170). PC12 cells overexpressing the panprotease inhibitor a2-macrogloboulin were subjected to the same experimental conditions. Cell viability was estimated by a colorimetric method using MTT [3-(4,5-dimethylthiazol-2-yl)- 2,5-diphenyl tetrazolium bromide]. To differentiate between apoptosis, or necrosis we used Propidium Iodide and Annexin V staining. Our findings suggest that hypoxia induced cell death on NGF treated PC12 cells shares common features between apoptosis and necrosis. Protease inhibition confreres increased resistance to hypoxia induced cell death.

14-09-2008 (Υποέργο: 80878)
Μοντέλο της διεύθυνσης των ινών της ανθρώπινης καρδιάς χρησιμοποιώντας μια κλασσική ιστολογική μέθοδο, μαγνητική τομογραφία και τεχνικές interpolation. Ε.Κ. Θεοφιλογιαννάκος, Γ.Κ. Θεοφιλογιαννάκος, Α. Ανωγειανάκη, ΠΓ. Δανιάς, Ε. Ζαίρη. Θ. Ζαραμπούκας, Β. Στεργίου- Μιχαηλίδου, Κ. Καλλαράς, Γ. Ανωγειανάκις. Υποβλήθηκε στο 35ο ετήσιο συνέδριο Computers in Cardiology. 14-17 Σεπτεμβρίου 2008, Μπολόνια, Ιταλία

Περίληψη
The knowledge of cardiac microstructure (fiber density and orientation) is a prerequisite for any large scale simulation of the electrical and mechanical behavior of the heart. Our objective is to present a 3D cardiac model of post-mortem heart that can be applied to quantitative analysis of electrocardiologic and cardiomechanical problems. Two adult postmortem hearts in the systolic state of contraction were photographed (with a digital camera) and then were subjected to MRI scanning (1 mm slice thickness section in three orthogonal planes) using a superconducting 1.5 T clinical scanner. Hence, anatomical slicing was performed using an automatic large circular cutter that created 3mm thick sections. The first one dissected vertical to its longitudinal axis, from the apex to the base, and the second one at the sagittal plane, from the right to the left ventricle. Each section was further diced into smaller specimens for further histological process (fixation, dehydration, clearing, embedding, sectioning and staining with hematoxylin-eosin). All the microscopic slides were digitized, using a scanner equipped with a transparency media adapter for scanning film, in order to be used for histological sections reconstructing. The need to define the fiber orientation led us to create a specific drawing package in MATLAB? called FiberCad. It is a full software package that was used to create a realistic 3D reconstruction of the heart. For each point of the extracted 3D model, information of the electrical characteristics and the prevalent fibers? orientation can be accurately modeled. We present a human heart 3D fiber orientation model by using classical histological methods and the advances of MRI and contemporary computer programming.

14-09-2008 (Υποέργο: 80878)
Τρία υπολογιστικά εργαλεία για την επίλυση του ευθέως και ανάστροφου προβλήματος της ηλεκτροκαρδιολογίας. Ε.Κ. Θεοφιλογιαννάκος, Γ.Κ. Θεοφιλογιαννάκος, Α. Ανωγειανάκη, ΠΓ. Δανιάς, ΤΓ. Γιούλτσης, Β. Στεργίου- Μιχαηλίδου, Θ. Ξένος, Κ. Καλλαράς, Γ. Ανωγειανάκις. Υποβλήθηκε στο 35ο ετήσιο συνέδριο Computers in Cardiology. 14-17 Σεπτεμβρίου 2008, Μπολόνια, Ιταλία

Περίληψη
An accurate solution of the forward and inverse problems of electrocardiography would significantly increase the diagnostic accuracy of the 12-lead surface electrocardiogram. The accuracy of the solutions for both problems relies on the precise modeling of the anatomic and electrical properties of tissues in the thorax. This in turn requires good knowledge of the electrical anisotropy of the heart, lungs and other thoracic tissues, and understanding of the three-dimensional positional variations of the heart throughout the cardiac cycle. Cardiac electrical anisotropy is related to its microstructure (fiber length, density and orientation). We hereby present three computational tools that have been developed to address the modeling required for the solution of the forward and inverse problems of electrocardiography. The first one, called MRICad, is a semi-automatic software for creating a detailed three dimensional mesh of thorax and heart, using image data from contiguous two dimensional MRI slices. The second one, called FiberCad is used for modeling myocardial fiber orientation, deriving data from high-resolution ex vivo human heart MR images and from histology specimens of heart tissue. The third one, called TORSOheart, is used for modeling of the three-dimensional relative position of the heart within the human torso. Combined together, these three computer programs provide a realistic analytical model of the human torso and the heart in the form of three dimensional tetrahedral meshes.

27-03-2008 (Υποέργο: 80878)
Μοντέλο της διεύθυνσης των μυοκαρδιακών ινών πτωματικής καρδιάς. Ε.Κ. Θεοφιλογιαννάκος, Γ.Κ. Θεοφιλογιαννάκος, Α. Ανωγειανάκη, Π. Δανιάς, Θ. Ζαραμπούκας, Β. Στεργίου- Μιχαηλίδου, Σ. Ντζαου, Κ. Καλλαράς, Γ. Ανωγειανάκις. 23o Βορειοελλαδικό ιατρικό συνέδριο, Θεσσαλονίκη, 27-29 Μαρτίου 2008

Περίληψη
Εισαγωγή Ο προσδιορισμός της διεύθυνσης των μυοκαρδιακών ινών αποτελεί προϋπόθεση για την κατανόηση της φυσιολογικής και παθολογικής ηλεκτρικής δραστηριότητας του μυοκαρδίου (έναρξη και διάδοση κοιλιακών αρρυθμιών), αλλά και της μηχανικής της φυσιολογικής και ανεπαρκούσας καρδιάς. Σκοπός Η δημιουργία ενός τρισδιάστατου μοντέλου της αρχιτεκτονικής του μυοκαρδίου συνδυάζοντας τις κλασσικές ιστολογικές με τις σύγχρονες υπολογιστικές μεθόδους και την λεπτομερή ανατομική απεικόνιση της μαγνητικής τομογραφίας. Υλικό και Μέθοδοι Δύο νεκροτομικά παρασκευάσματα υποβλήθηκαν σε μαγνητική τομογραφία και ελήφθησαν τομές πάχους 1 mm σε τρία επίπεδα. Κατόπιν ανατάμηκαν (το ένα στο οβελιαίο και το άλλο στο εγκάρσιο επίπεδο) και προέκυψαν τομές πάχους 3 mm. Κάθε τομή ανατάμηκε σε μικρότερα ιστοτεμάχια τα οποία εγκλείσθηκαν σε κασέτες και υπέστησαν μονιμοποίηση, αφυδάτωση, διαύγαση, σκήνωση, μικροτόμηση (τομές 3 μm) και χρώση Αιματοξυλίνης- Ηωσίνης. Οι αντικειμενοφόρες πλάκες που προέκυψαν ψηφιοποιήθηκαν και κατόπιν ανασυντέθηκαν οι ιστολογικές τομές. Με την βοήθεια ειδικού προγράμματος που δημιουργήσαμε σε MATLAB, σχεδιάστηκαν πάνω στις ιστολογικές τομές ανύσματα οριζόντια ή κάθετα ως προς το επίπεδο της τομής, ανάλογα με την διεύθυνση των μυοκαρδιακών ινών. Τέλος προχωρήσαμε στην τρισδιάστατη ανασύνθεση της διεύθυνσης των ινών, αφού καταρχήν έγινε fit των ανασυντεθειμένων ιστολογικών τομών με τις τομές της μαγνητικής τομογραφίας. Αποτελέσματα Η διεύθυνση των ινών είναι ετερογενής ακόμη και εντός μικρών περιοχών του μυοκαρδίου. Επομένως ομιλούμε για επικρατούσα διεύθυνση εντός μιας περιοχής. Γενικά φαίνεται πως οι ίνες της αριστερής κοιλίας διατάσσονται σε τρεις στοιβάδες (έσω->κατακόρυφες, μέσο->κυκλοτερείς, έξω->κατακόρυφες), ενώ της δεξιάς σε δύο (έσω->κυκλοτερείς, έξω->κατακόρυφες). Συμπεράσματα Προτείνουμε ένα τρισδιάστατο μοντέλο της διεύθυνσης των μυοκαρδιακών ινών.

10-04-2005 (Υποέργο: 80878)
ΗΚΓ: 100 χρόνια μετά τον Einthoven. Ε.Κ. Θεοφιλογιαννάκος, Γ. Ανωγειανάκις, Ε. Ζαϊρη, Α. Ανωγειανάκη, Θ. Ζαραμπούκας. 3ο Επιστημονικό Συνέδριο Τμήματος Ιατρικής Α.Π.Θ. (Θεσσαλονίκη 10-13 Απριλίου 2005- Επιστημονική Επετηρίδα Τμήματος Ιατρικής Α.Π.Θ. 32, 2: 128)

Περίληψη
Η σύγχρονη απεικονιστική του μυοκαρδίου (MRI, CT) δεν συμπληρώνεται από μια αντίστοιχη ηλεκτροφυσιολογική περιγραφή που θεωρητικά πρέπει να παρέχει το ΗΚΓ (ακόμη και όταν επιχειρείται η χαρτογράφηση του ΗΚΓ με πολλαπλά επιφανειακά ηλεκτρόδια- Body Surface Potential Mapping). Η εύρεση απαγωγών που παρέχουν πληροφορίες για «ηλεκτροφυσιολογία δυσπρό¬σιτες» (π.χ. δεξιά κοιλία, οπίσθιο τοίχωμα} περιο¬χές του .μυοκαρδίου είναι ένα διαρκές αίτημα στην καρδιολογία. Η επίλυση του προβλήματος αυτού ταυτίζεται με την επίλυση του λεγόμενου ανάστροφου προβλήματος της ηλεκτροκαρδιογραφίας, δηλαδή της ακριβούς και μη επεμβατι¬κής εκτίμησης της ηλεκτρικής δραστηριότητας του μυοκαρδίου από τα ηλεκτρικά δυναμικά που αυτή προκαλεί στη επιφάνεια του θώρακα. Προϋπόθεση για την επιτυχή επίλυση του προ¬βλήματος αποδεικνύεται η λεπτομερής γνώση: 1, της ανατομικής του συστήματος «θωρακικός κλωβός-καρδιά» {τρισδιάστατη απεικόνιση με MRI καρδιάς), 2. της ιστολογίας του μυοκαρδίου {πυκνότητα και διεύθυνση των μυοκαρδιακών ινών), 3. των μεταβολών της ανατομικής, της θέσης και της ιστολογίας της καρδιάς κατά την συστολή και διαστολή της, 4. της αγωγιμότητας των στοιχείων που συναποτελούν τον θωρακικό κλωβό (καρδιακός μυς, πνευμονικός ιστός, οστά, λί¬πος, δέρμα). Στην εργασία αυτή παρουσιάζονται τα πρώτα αποτελέσματα της προσπάθειας μας για την ταυτοποίηση (coregistration) της τρισδιά¬στατης απεικόνισης της καρδιάς με ΜRΙ και της ιστολογίας του μυοκαρδίου.

11-10-2007 (Υποέργο: 81021)
Lourbopoulos. Bone marrow stromal cells transplantation in a new modified model of temporary middle cerebral artery occlusion (MCAO) in the rat. Προφορική Ανακοίνωση στο Συνέδριο ?Aristotle Vascular Experts? Meeting 2007?, Θεσσαλονίκη 11-13 Οκτωβρίου 2007

Abstract

00-00-0000 (Υποέργο: 81021)
Λουρμπόπουλος Αθανάσιος, Γρηγοριάδης Νικόλαος, Τουλούμη Όλγα, Κώττα Κωνσταντία, Καρακώστας Δημήτριος, Αρτέμης Νικόλαος, Μυλωνάς Ιωάννης, Τάσκος Νικόλαος. Ενδοκοιλιακή μεταμόσχευση Στρωματικών Κυττάρων Μυελού των Οστών σε τροποποιημένο μοντέλο εστιακής εγκεφαλικής ισχαιμίας επίμυος. Αναρτημένη ανακοίνωση στο 21ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας για τις Νευροεπιστήμες

Περίληψη
Το μοντέλο του αποκλεισμού της μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας (ΜΕΑ) με νήμα αποτελεί το συχνότερα χρησιμοποιούμενο για την πειραματική εστιακή εγκεφαλική ισχαιμία αλλά τα προκαλούμενα έμφρακτα μπορεί να έχουν μικρή επαναληψιμότητα και παράλληλα σχετικά υψηλά ποσοστά υπαραχνοειδούς αιμορραγίας (ΥΑΑ) ως επιπλοκή της μεθόδου. Παράλληλα, τα στρωματικά κυτταρα του μυελού των οστών (ΣΚΜΟ), τα οποία αποτελούν την μη-αιμοποιητική σειρά του μυελού, έχουν πρόσφατα βρεθεί ως ικανά να παράξουν αγγειοποιητικούς, αποιδηματικούς και νευροτροφικούς παράγοντες. Οι μέχρι σήμερα δοκιμασμένες οδοί μεταμόσχευσης των ΣΚΜΟ (ενδοαρτηριακά, ενδοφλέβια και ενδοραβδωτά) στους επίμυες έχουν σημαντικά κλινικά και ιστοπαθολογικά οφέλη. Η παρούσα μελέτη εστιάστηκε σε 3 ερωτήματα: 1) στην πιθανή βελτίωση του μοντέλου αποκλεισμού της ΜΕΑ με νήμα, 2) στην επιτυχή μεταμόσχευση των ΣΚΜΟ στις πλάγιες κοιλίες του εγκεφάλου και 3) στα πιθανά οφέλη από μία τέτοια μεταμόσχευση. Χρησιμοποιήθηκαν άρρενες επίμυες Wistar, διαφορετικών ηλικιών και βαρών οι οποίοι υπέστησαν δίωρο αποκλεισμό της ΜΕΑ και ακόλουθη επαναιμάτωση. Όλα τα πειραματόζωα εξετάστηκαν κλινικά με τις τροποποιημένες κλίμακες Neurological Stroke Scale (mNSS) και Bederson?s (mBS) καθώς και με τη δοκιμασία βάδισης σε πλέγμα. Για το πρώτο ερώτημα χρησιμοποιήθηκαν 2 ειδών νήματα -ένα νήμα 5/0 τύπου Koizumi (s-1) και ένα δεύτερο ίδιο επιπλέον καλυμμένο με πολυ-L-Λυσίνη (s-2)- και τα ζώα θυσιάστηκαν στις 24 ώρες. Το δεύτερο ερώτημα διερευνήθηκε με θυσία των πειραματοζώων στις 6 ώρες και χρώση στεφανιαίων τομών 1mm του εγκεφάλου με 2%TTC οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για τον επαναπροσδιορισμό των συντεταγμένων των πλαγίων κοιλιών και συσχετισμούς με τα κλινικά δεδομένα. Στη συνέχεια, για το τρίτο ερώτημα, σημάνθηκαν ΣΚΜΟ με BrdU, ενέθηκαν στις 2 πλάγιες κοιλίες στις 6 ώρες μετά την έναρξη της ισχαιμίας και τα πειραματόζωα θυσιάστηκαν στις 24 ώρες για τομές παραφίνης. Τα αποτελέσματά μας δείχνουν αύξηση της επαναληψιμότητας για το s-2 νήμα με κλάσμα πιθανοτήτων 24,87. Δεν παρατηρήθηκε ΥΑΑ. Οι όγκοι εμφράκτου, οιδήματος και τα κλινικά αποτελέσματα ήταν μεγαλύτερα για την ομάδα του s-2 νήματος (p<0,05). Το οίδημα μετέβαλλε σημαντικά τις στερεοτακτικές συντεταγμένες της σύστοιχης με το έμφρακτο πλάγιας κοιλίας αλλά όχι της αντίστοιχης και αυτές μπορούν να εκτιμηθούν από την mNSS. Η ενδοκοιλιακή μεταμόσχευση των ΣΚΜΟ ελάττωσε σημαντικά την μετεμφρακτική θνησιμότητα (p<0,05), γεγονός που πιθανόν οφείλεται στην σημαντική (p<0,05) ελάττωση του οιδήματος και της ενδοεγκεφαλικής πίεσης στα πειραματόζωα αυτά, χωρίς άλλες κλινικές διαφορές ή διαφορά στους όγκους εμφράκτων. Συμπερασματικά, 1) τροποποιήσαμε με επιτυχία το νήμα Koizumi με άυξηση της επαναληψιμότητας και μηδενισμό της ΥΑΑ, 2) προτείνουμε νέες στερεοτακτικές συντεταγμένες για εγχύσεις στις πλάγιες κοιλίες του εγκεφάλου μετά από ισχαιμία και 3) η ενδοκοιλιακή μεταμόσχευση των ΣΚΜΟ ελαττώνει το οίδημα και την μετεμφρακτική θνησιμότητα λόγω φαινομένων ενδοκρανιακής πίεσης

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας

26-03-2008 (Υποέργο: 80939)
N. Poulou-Papadimitriou ? S. Didioumi, Nouvelles donn?es sur la production de l?atelier c?ramique protobyzantine a Kardamaina (Cos ? Gr?ce), ΙΙΙrd International Conference on Late Roman Coarse Wares, Cooking Wares and Amphorae in the Mediterranean. Archaeology and Archaeometry, Parma/Pisa, 26-30 Μαρτίου 2008. R?sum?s, p. 4.

Abstract

15-12-2006 (Υποέργο: 80939)
N. Poulou-Papadimitriou, Les amphores byzantines de Cr?te (Ve ? IXe si?cle): remarques sur la production locale et les importations, Workshop on common wares and cooking wares in the Late Antique Mediterranean: Mechanisms of Production and Distribution, Universit? Libre de Bruxelles, Bruxels, 15-16 December 2006.

Abstract

12-11-2006 (Υποέργο: 80939)
N. Poulou-Papadimitriou, Μ. Xanthopoulou and Ε. Nodarou, Transport vessels and sea trade routes in the Aegean from the 5th to the 9th century AD, in Scientific Workshop for the pottery of the Late Antiquity in Greece: 3rd ? 7th century. Thessaloniki, 12-16 November 2006. Abstracts, pp. 70.

Abstract

01-10-2006 (Υποέργο: 80939)
N. Poulou-Papadimitriou ? E. Nodarou, Byzantine pottery from the islet of Pseira: archaeological and archaeometric study, in 10th International Cretological Conference, Chania, 1-8 October 2006, Abstracts, pp. 186-186.

Abstract

13-07-2006 (Υποέργο: 80939)
Emmanoulidou, M., Kouvelioti, V., Kellis, E. (2006) Schoolbag weight in 385 primary and secondary education students exceeds safety limits 11th European College of Sport Sciences Annual Conference, Lausagne, 13-16 July, Page 347

Περίληψη
Introduction: Carrying schoolbags constitutes a daily activity for children aged from 6 to 18 years old. In recent years there has been a widespread concern over the role of school bags in the occurrence of back pain during childhood and adolescence (Puckree et al. 2004). Press releases from governments and organizations make specific recommendations to parents and children concerning the weight, size and manner of carrying school bags (American Academy of Orthopaedic Surgeons). Previous studies in USA (Goodgold, et al 2004), Italy (Negrini et al. 1999) and N. Zealand (Whittfield et al. 2001) showed that the school bags weight represented 17.2%, 22% and 11.7%, of the body weight of the students respectively. The purpose of the study was to determine the weight of the school bags, and the percentage of body weight (% of BW) represented by school bags. Methods: A total of 385 (210 boys, 175 girls) students between the ages of 6 and 14 years (M=9.7, SD=?2.2) from a city in Northern Greece, volunteered to participate in this study. Body weight was measured to an accuracy of 0.5 kg using electronic scales and the same scales were used to determinate the weight of the school bagsData were collected on an unscheduled day so that students could not alter their schoolbag weight. Results: The mean body weight of elementary students was 37.28 ?11.0 kg and for high school students was 55.15 ?11.9 kg. The mean schoolbag weight for all student was 5.18 ?1.2 kg (range for 2.5 to 9). This value for elementary students was 5.6?1.1 kg and for high school students 5?1.4 kg. Percentage of BW by grade was as follows: elementary school: 1st=15.5%, 2nd=16.6%, 3rd=14.1%, 4th=14.3%, 5th =14.4%, 6th =12.4%, and high school: 1st =11.7%, 2nd =9.3%, 3rd =9%. Forty-seven percent of elementary students carried schoolbags that weighed from10% to 15% of their BW and thirty-nine percent more than 15% (ranging from 15% to 28.8 %) of their BW. Concerning high school, thirty-three percent of students carried schoolbags that weighed from 10% to 15% of their BW and thirteen percent more than 15% (ranging from 15% to 21.21%) of their BW. The most commonly reported type of schoolbags for the whole sample was back bags without a frame (92.6%). Discussion/Conclusion: Schoolbags loads represent a significant percentantage of BW of this sample and younger students carried proportionally heavier loads. Similar findings have also been obtained in the previous studies. The National Back Pain Association suggest that ideally a schoolbags should weigh no more than 10% of a student?s BW and this weight should be supported on both shoulders in a backpack style schoolbag.

13-04-2005 (Υποέργο: 80939)
N. Poulou-Papadimitriou ? E. Nodarou, La c?ramique protobyzantine de Pseira: la production locale et les importations, IIe Congr?s International sur la C?ramique Commune, la C?ramique Culinaire et les Amphores de l?Antiquit? tardive en M?diterran?e : Arch?ologie et Arch?om?trie, Aix-en-Provence-Marseille-Arles, 13-16 Avril 2005. R?sum?s, pp. 92-93.

Abstract

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Κτηνιατρικής

06-07-2008 (Υποέργο: 80851)
Bouzalas E.G., Dovas C.I., Kritas S.K., Papanastasopoulou M.P., Papakostaki D.V., Chatzinasiou E.K. Koptopoulos G.S., "DISTRIBUTION OF ABNORMAL PRION PROTEIN IN THE BRAIN OF GOATS", XXV World Buiatrics Congress, July 6-11, 2008, Budapest, Hungary

Περίληψη
The objective of this study was to assess the distribution of PrPSc in the brain of goats raised in a flock with high incidence of scrapie. Scrapie is a progressive fatal neurodegenerative disease affecting both sheep and goats. Its diagnosis is mainly based on the detection of the abnormal prion protein (PrPSc) in the medulla oblongata at the level of the obex. The study was undertaken in a semi-extensive flock of goats comprised of 250 animals, 105 of which were older than 12 months. All animals were euthanized and samples from medulla oblongata were taken from 86 out of the 105 goats. Additional samples were collected from pons, cerebellum, midbrain at the level of superior colliculus, diencephalon at the level of optic chiasm and frontal lobe of cerebrum to study the distribution of PrPSc in these animals. The samples were examined by a rapid ELISA (Enzyme-Linked-Immunosorbent-Assay) test (EC No 999/2001) and an immunochromatography assay and positive samples were additionally confirmed with Western blot (WB) and/or immunohistochemistry (IHC). Examination of the obex with the rapid ELISA test revealed the presence of PrPSc in 12 goats (14%). Five of them had shown also clinical signs such as disorientation, ataxia, apathy and sometimes aggressiveness. In 10 out of those 12 animals, PrPSc was detected by both methods in other parts of the brain besides obex. Interestingly, in 3 goats other than the obex positive ones, PrPSc was found in other parts of the brain and mainly in the hypothalamus (diencephalon). It was concluded that these findings might question the use of obex as the exclusive sampling site for detecting the presence of PrPSc in goats.

14-03-2008 (Υποέργο: 80851)
Μπουζαλάς Η.Γ.,Δόβας Χ.I.,Κρήτας Σ.K., Παπαναστασοπούλου Μ.Π., Παπακωστάκη Δ.Β.,Χατζηνάσιου Ε.Κ. ,Κοπτόπουλος Γ.Σ. "ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΗΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΡΩΤΕΙΝΗΣ PRION ΣΤΟΝ ΕΓΚΕΦΑΛΟ ΑΙΓΩΝ", 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο Κτηνιατρικής Παραγωγικών Ζώων, Υγιεινής ? Ασφάλειας τροφίμων Ζωικής προέλευσης και Προστασίας του Καταναλωτή, Αθήνα 14-16 Μαρτίου 2008

Περίληψη
Η τρομώδης νόσος (scrapie) είναι θανατηφόρος μεταδοτική νευροεκφυλιστική νόσος με μακρά περίοδο επώασης και βραδεία εξέλιξη. Προσβάλλει πρόβατα και αίγες. Η εργαστηριακή διάγνωσή της βασίζεται στην ανίχνευση της παθολογικής prion (PrPSc) πρωτεΐνης στον προμήκη μυελό στο επίπεδο του μοχλού. Στην παρούσα εργασία παρουσιάζονται τα στοιχεία από τη μελέτη ενός ποιμνίου αιγών, οι οποίες βρέθηκαν προσβεβλημένες από τη νόσο scrapie σε υψηλό, για τα ελληνικά δεδομένα, ποσοστό. Η εκτροφή είχε 250 αίγες από τις οποίες οι 105 ήταν άνω των 12 μηνών. Από 86 από τις 105 αίγες λήφθηκαν δείγματα εγκεφάλου από τον προμήκη μυελό, τη γέφυρα, την παρεγκεφαλίδα, το μεσεγκέφαλο στο ύψος του πρόσθιου διδυμίου, το διάμεσο εγκέφαλο στο ύψος του οπτικού χιάσματος και το μετωπιαίο λοβό του φλοιού. Τα δείγματα εξετάσθηκαν με ταχεία ανοσοενζυμική μέθοδο (ΕLISA) (οδηγία της Eυρωπαϊκής Ένωσης No 999/2001) και με ανοσοχρωματογραφική μέθοδο. Κατά την εξέταση του μοχλού με τη μέθοδο ELISA βρέθηκαν θετικά 12 από τα 86 ζώα (14%). Από αυτά, 5 είχαν παρουσιάσει νευρικά συμπτώματα, όπως αποπροσανατολισμό, αταξία, απάθεια και ενίοτε επιθετικότητα. Επιπλέον, σε 10 από τα 12 ζώα, διαπιστώθηκε και με τις δύο μεθόδους, η παρουσία της PrPsc και σε περιοχές εκτός του προμήκη μυελού. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν 3 επιπλέον αίγες, στις οποίες η PrPSc δεν ανιχνεύτηκε στον προμήκη μυελό, ούτε στην παρεγκεφαλίδα. Ανιχνεύτηκε όμως σε άλλες περιοχές του εγκεφάλου και κυρίως στον υποθάλαμο (διάμεσο εγκέφαλο). Τα ευρήματα αυτά προβληματίζουν και θέτουν ερωτήματα ως προς την αξιοπιστία του προμήκους μυελού ως αποκλειστικού παθολογικού υλικού για την εξακρίβωση της παρουσίας της PrPSc στις αίγες.

01-09-2007 (Υποέργο: 80860)
Poutahidis T, Haigis KM, Rao VP, Nambiar PR, Taylor CL, Ge Z, Watanabe K, Davidson A, Horwitz BH, Fox JG, Erdman SE. Rapid reversal of epithelial invasion in a mouse model of microbially-induced carcinoma. 25th Meeting of the European Society of Veterinary Pathology, Munich, Germany, August 29- September 1, 2007.

Περίληψη
By infecting 129/SvEv recombinase-activating gene-2 (Rag2)-deficient mice, which lack functional lymphocytes, with Helicobacter hepaticus (Hh), we showed that innate immune response is sufficient to induce colitis-associated colon cancer. Adoptive transfer of regulatory T-lymphocytes (TR) derived from 129/SvEv wild type donors (WT TR) prior to infection, inhibited inflammation and cancer. However, adoptive transfer of TR cells obtained from IL10-deficient donors (IL10-/-TR) failed to protect and instead exacerbated a malignant epithelial phenotype such that 100% of recipient Rag2-/- mice rapidly developed mucinous colonic tumors that invaded the peritoneal cavity. In this study, we assessed the effect of the adoptive transfer of WT TR in Rag2-/- recipients of IL10-/-TR with established large, infiltrative colonic tumors. MATERIALS AND METHODS Hh-infected Rag2-/- transferred with IL10-/-TR remained untreated or were further treated with a) different doses of WT TR obtained from both Hh-infected and non-infected donors b) cytokine-neutralizing antibodies (anti-TNFα, anti-IL6) c) IL10-Ig fusion protein. Samples collected from mice upon necropsy were analyzed by histopathology, immunohistochemistry, flow cytometry, ELISA and real-time PCR. RESULTS Hh-infected Rag2-/- transferred with IL10-/-TR mice developed large, infiltrative mucinous colonic tumors. IL10-/-TR cells expressed Foxp3 and localized in colonic tumors. Mice with colonic tumors had elevated IL6 protein levels in serum. Significant elevations of IL6 but not TNF-α gene expression were evident in colonic tissue. K-ras and the epithelial oncogene Pim1 but not Bcl3 or c-Myc, and the Tgf? pathway members Tgf?1 Tgf?RII and Smad4 but not Tgf?RI were also significantly over-expressed. Each one of the three different methodologies used in this study to treat mice with established tumors led to the regression of tumors, abolished malignancy and normalized inflammatory cytokine and oncogene expression levels. DISCUSSION We have demonstrated that invasive colonic carcinomas are rapidly reversible through IL10-mediated restoration of epithelial homeostasis. Adoptive transfer of IL10-competent regulatory cells not only reversed intestinal pathology in this mouse model, but also improved activity and overall body condition of recipient mice, perhaps providing insights into links with systemic health. The finding that microbially-triggered colitis induces universal upregulation of IL6 highlights possible roles for systemic inflammatory responses throughout the body. The ability of competent TR cells to normalize epithelial signaling and restore epithelial homeostasis substantiates links between host immunity, epithelial homeostasis and malignancy. Because dysregulation of IL-6 is a frequent feature of invasive malignancies, it will be important to consider immune-mediated effects among the steps initiating or modulating cancer and associated neoplastic invasion in humans.

18-03-2008 (Υποέργο: 80868)
Loukia V. Ekateriniadou, Evanthia Petridou, Antonis Zdragas, Christina Vougidou, Eleftheria Bourtzi-Hatzopoulou, "TETRACYCLINE RESISTANCE DETERMINANTS IN PASTEURELLA MULTOCIDA STRAINS ISOLATED FROM CATTLE AND PIGS", Seeera.net Workshop, 18-20 Μαρτίου, Θεσσαλονίκη 2008

Abstract

18-03-2008 (Υποέργο: 80868)
ΓΕΝΟΤΥΠΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΕΛΕΧΩΝ Pasteurella multocida ΠΟΥ ΑΠΟΜΟΝΩΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΠΝΕΥΜΟΝΕΣ ΜΗΡΥΚΑΣΤΙΚΩΝ (ΠΡΟΒΑΤΩΝ, ΑΙΓΩΝ, ΒΟΟΕΙΔΩΝ) ΚΑΙ ΧΟΙΡΩΝ, Seeera.net Workshop, 18-20 Μαρτίου, Θεσσαλονίκη 2008

Abstract

14-03-2008 (Υποέργο: 80868)
Loukia V. Ekateriniadou, Evanthia Petridou, Antonis Zdragas, Christina Vougidou, Eleftheria Bourtzi-Hatzopoulou, "TETRACYCLINE RESISTANCE DETERMINANTS IN PASTEURELLA MULTOCIDA STRAINS ISOLATED FROM CATTLE AND PIGS", 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο Κτηνιατρικής Παραγωγικών Ζώων, Υγιεινής-Ασφάλειας Τροφίμων ζωικής προέλευσης και Προστασίας του Καταναλωτή , 14-16 Μαρτίου 2008, Αθήνα

Abstract

14-03-2008 (Υποέργο: 80868)
ΓΕΝΟΤΥΠΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΕΛΕΧΩΝ Pasteurella multocida ΠΟΥ ΑΠΟΜΟΝΩΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΠΝΕΥΜΟΝΕΣ ΜΗΡΥΚΑΣΤΙΚΩΝ (ΠΡΟΒΑΤΩΝ, ΑΙΓΩΝ, ΒΟΟΕΙΔΩΝ) ΚΑΙ ΧΟΙΡΩΝ, 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο Κτηνιατρικής Παραγωγικών Ζώων, Υγιεινής- Ασφάλειας Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης και Προστασίας του Καταναλωτή , Αθήνα 14-16, Αθήνα 2008

Abstract

17-12-2007 (Υποέργο: 80868)
Loukia V. Ekateriniadou, Evanthia Petridou, Antonis Zdragas, Christina Vougidou, Eleftheria Bourtzi-Hatzopoulou, "TETRACYCLINE RESISTANCE DETERMINANTS IN PASTEURELLA MULTOCIDA STRAINS ISOLATED FROM CATTLE AND PIGS", 2nd Symposium of Antimicrobial Resistance in Animals and Environment ARAE- 2007, 17-19 December, Tours, France

Abstract

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Μηχανολόγων Μηχανικών

31-08-2006 (Υποέργο: 21883)
G.C. Koltsakis, N.K. Margaritis O.A. Haralampous, "Modeling of the NOx Trap and Experimental Validation Using Ultra-fast Analyzers", CAPoC7 (συνέδριο Catalysis in Automotive Pollution Control 7, Βρυξέλλες, 31 Αυγούστου 2006)

Περίληψη
NOx aftertreatment of diesel exhaust with the aid of NOx adsorbers is technically challenging, requiring integrated optimization of the catalyst and engine control. The present paper employs and validates a mathematical model which attempts the best compromise between complexity and predictive accuracy. The model is based on a previous modeling platform developed by Aristotle University which simulates the behaviour of 3-way catalysts. The model is extended to include the additional reactions taking place on a NOx trap, with particular emphasis on the calculation of thermodynamic equilibrium effects. The NOx storage is assumed to follow a two-step mechanism, the first step being the oxidation of NO to NO2. The regeneration mechanism includes the reduction of nitrate with CO and H2 and subsequent reaction of the released NO with the reducing species. Transient submodels for NO2 and O2 storage/release are described, employing linear functions of the reaction rates vs the saturation level and exponential dependencies on temperature. The experimental setup comprises a small-scale monolithic NOx trap placed in a tube furnace. Real diesel exhaust is fed under well controlled temperature and flow rate conditions to study the NOx storage phenomena. The regeneration is accomplished by switching to synthetic gas simulating different gas compositions (CO, CO/H2 mixture, C3H6). NOx saturation experiments are performed at 3 different temperatures and 3 different exposure durations in order to obtain the dependence of NOx storage capacity on catalyst temperature. The experimental data are used to calibrate the reaction kinetics and validate the model. In addition, selected tests are repeated at a different space velocity to validate the model ability to perform at different flow rates. The NOx measurements are performed with ultra-fast responding NOx analyzers and compared with the respective results of conventional analyzers. It is shown that the use of ultra-fast responding NOx analyzers is absolutely necessary to understand the regeneration phenomena and develop reaction models. The present study emphasizes the difficulties involved in developing and validating predictive models for NOx traps. The main complexity arises from the lack of sufficient knowledge regarding the processes affecting the status of Ba during real-world operation. Therefore, the model results are sensitive to the assumptions regarding the reaction scheme and the possible Ba reactions producing nitrates, carbonates, hydrates and sulfates.

31-01-2006 (Υποέργο: 21883)
G.C. Koltsakis, N.K. Margaritis O.A. Haralampous, , Z.C. Samaras , "Development and Experimental Validation of a NOx Trap Model for Diesel Exhaust", SAE Paper 2006, 2006-01-0471.

Περίληψη
This paper presents a mathematical model for the simulation of NOx traps during the storage and the regeneration phases. The objective is to validate the model under realistic exhaust gas conditions during NOx storage and release phases. The model is based on a previous modeling platform developed by Aristotle University which simulates the behavior of 3-way catalysts. The previous model is extended to include the additional reactions taking place on a NOx trap, with particular emphasis on the calculation of thermodynamic equilibrium effects. Moreover, the model includes the necessary reactions to simulate catalyst sulfation and de-sulfation processes. In parallel, a set of measurements are conducted under well controlled conditions with real diesel exhaust to study the storage and release phenomena under various operating conditions. The experimental data are used to calibrate the reaction kinetics and validate the model. The complexity of the modeling problem arises from the lack of sufficient knowledge regarding the processes affecting the status of Ba during real-world operation. Nevertheless, the accuracy of the model is acceptable at least in the temperature range between 200 and 400°C, which is more relevant for diesel applications. The model is quite useful to study the &#8220;saturation&#8221; and regeneration processes within the NOx trap as function of position. Further work is required to improve the model accuracy in a wider range of conditions.

06-11-2006 (Υποέργο: 21925)
Tsatsarelis Th., Perkoulidis G., Karagiannidis A. and Moussiopoulos N., 2006. GIS inventory of uncontrolled landfills and prioritizing administrative plans for their restoration through coupled multicriterial analysis: A case study for the Prefecture of Chalkidiki in North Greece by using Analytic Hierarchy Process. Proceedings of 21st European Conference for ESRI Users, Athens, Greece, November 6-8, 2006, CD-ROM edition.

Περίληψη
Uncontrolled landfills still pose a serious environmental, health, social and cultural problem in Greece, as approximately 2600 are still scattered all over the country. In this context, only a few studies have been reported, which use GIS for inventorizing such sites, although a wide range of geospatial data should be taken into account for their closure and restoration, together with a wide range of qualitative and quantitative site features. This paper presents a decision support model coupled with a Geographic Information System, for selecting administrative plans regarding uncontrolled landfill closure and restoration. The system contains detailed information on 76 uncontrolled landfills in the Prefecture of Chalkidiki in North Greece, which were field-surveyed specifically for this work, as well as their proposed per-closure-method cost. Considered as closure methods, in this work were 4 methods, namely excavation, excavation with material recovery for recycling purposes, simple coverage and photovoltaic coverage for energy recovery. The 76 surveyed sites were initially classified into 3 categories of hazard degree in accordance with the decision framework for open dump restoration rules proposed by current national legislation. Then, the best alternative closure hierarchies were calculated per each hazard degree category, by means of the Analytic Hierarchy Process, a well known Multicriteria Decision Aid Method; used as evaluation criteria in addition to the aforementioned hazard degree were those of open waste burning and site grazing. Finally, the optimal hierarchy of administrative plans for the top (worse) sites of each category resulted by a 2nd-round application of Analytic Hierarch Process.

27-09-2006 (Υποέργο: 21925)
Tsatsarelis Th., Karagiannidis A. and Perkoulidis G., 2006. Estimation of methane potential from the biogas of the new Hellenic sanitary landfills. Proceedings of Anaerobe biologische Abfallbehandlung, Dresden, Germany, September 27-28, pp. 232-245.

Περίληψη
At present (August 2006), 45 sanitary landfills have already started their operation in Greece, whereas some 56 more are at various stages of licensing and construction, but only one of them currently uses landfill gas for energy production, mostly due to the young age of most sites. The main objective of this research was to perform an estimation of future methane generation in Hellenic sanitary landfills, in order to evaluate its potential for energy production. The study was performed for the period of 2008 &#8211; 2028, with the use of a multi-phase model, including a sensitivity analysis of the results, in order to determine the weight of each selected coefficient. In this context, two scenarios were considered: One took into account the fulfillment of the European landfill directive which sets limits to the amount of biodegradable and packaging materials to be deposited in sanitary landfills, whereas the second one (do-nothing scenario) assumed no such timely achievement.

03-07-2006 (Υποέργο: 21925)
Kouimtzis Th., Karagiannidis A., Antonopoulos I., Tsatsarelis Τh. and Perkoulidis G., 2006. Statistical analysis and risk assessment of open dumps in the Hellenic prefecture of Laconia. Proceedings of Protection and Restoration of the Environment VIII, Chania, Greece, July 3-7, CD-ROM edition.

Περίληψη
This paper presents an integrated assessment of the current status of open dumps in the Laconia Prefecture, according to a survey which was conducted in 2005, addressing all related data such as their distance from the inhabited areas, practiced systematic open combustion and/or soil coverage of waste and their frequency etc.. A GIS database was then created and the above parameters were statistically analyzed. Risk assessment for each site was conducted, which led to the prioritization of their restoration and the choice of the appropriate restoration works. Finally, following the risk assessment results for the sites in need restoration works, Principal Component Analysis (PCA) was implemented in order to group them according to similar recommended restoration works.

01-06-2006 (Υποέργο: 21925)
Τσατσαρέλης Θ., Καραγιαννίδης Α. και Περκουλίδης Γ., 2006. Χώροι ανεξέλεγκτης διάθεσης αποβλήτων στο Νομό Θεσσαλονίκης: Απογραφή, ταξινόμηση και στρατηγικές παρέμβασης. Πρακτικά 2ου Συνεδρίου Συμβουλίου Περιβάλλοντος ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 1-4, σελ. 242-248.

Περίληψη
Στην εργασία παρουσιάζονται αρχικά τα χαρακτηριστικά των Χώρων Ανεξέλεγκτης Διάθεσης Αποβλήτων (ΧΑΔΑ) στο Ν. Θεσσαλονίκης, όπως καταγράφηκαν από έρευνα πεδίου του 2003. Επίσης γίνεται αναφορά στις μεθόδους αποκατάστασης τους, καθώς και στα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την προστασία του περιβάλλοντος σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία. Ακολούθως αναφέρονται διάφορες τεχνικές για τη διαχείριση ή μείωση της παραγωγής βιοαερίου και διασταλαζόντων. Εν κατακλείδι, γίνεται αναφορά στα μελλοντικά σχέδια για τη διαχείριση απορριμμάτων στο Νομό Θεσσαλονίκης, όπως έχουν διαμορφωθεί σύμφωνα με τον επικαιροποιημένο περιφερειακό σχεδιασμό για τη δεκαετία 2010 &#8211; 2020.

01-09-2005 (Υποέργο: 21925)
Tsatsarelis T., Perkoulidis G., Karagiannidis A. and Moussiopoulos N., 2005. Promoting integrated tools for landfill restoration: the case of Kozani Prefecture in the Region of Western Macedonia. Proceedings of 9th International Conference on Environmental Science and Technology (9th CEST), Rhodes island, Greece, September 1 - 3, 2005, pp. A-1477 &#8211; A-1482.

Περίληψη
In the light of increased attention to sustainable development and land use across the EU, landfill restoration attains a new meaning. The revitalization and timely prioritization of existing uncontrolled landfills represent significant spatial potential, as their integration into the natural and human environment is connected with possibilities for both urban and rural development, counteracting at the same time further development on greenfields and activity sprawl. However, the low marketability of these sites and the subsequent reluctance to invest on them inhibits their redevelopment and their further re-use. Apart from environmental remediation, local authorities are called upon to play a key role in using these sites and, instead of &#8220;offer planning&#8221; (with which they play a passive role limited to immediate restoration), they must adopt a more &#8220;active&#8221; and market-oriented policy. The paper initially examines the methodology prescribed by Hellenic law for assessing the problem of uncontrolled landfills, which will promote a unified decision framework that incorporates both community and environmental concerns. The restoration process includes remediation works and is related to the site&#8217;s features and local characteristics. The methodology includes risk assessment for each inactive landfill, delineates the requirements and specifications for the necessary remediation works (including environmental and economic factors, like localization, operation period, size of site, processes, potential contaminants, geology, hydrology, surroundings, qualitative and quantitative risk assessment, economic appraisal of costs and benefits) and determines future environmental monitoring as well as appropriate further land use. The implementaion of the first Integrated Waste Management System (IWMS) of the region of Western Macedonia signals the end of operation of numerous uncontrolled landfills and dumps and introduces the need to restore and incorporate this land to its surroundings. Specifically, the case of prefecture of Kozani is examined, presenting the results of a recent survey regarding to the registration of the uncontrolled landfill sites and their characteristics. Collected data were statistically analyzed and supplied a GIS database, which contains information on the sites, the municipal sectors of the prefecture, the quality and the quantity of refuse produced. Due to the construction of a sanitary landfill in the Municipality of Kozani, which is expected to start operating within 2005, all these sites will soon have the potential to become inactive, needing restoration, for the sake of environment, public health, and aesthetics.

12-06-2005 (Υποέργο: 21925)
Karagiannidis A., Kouras A., Perkoulidis G., Rakimbei P. and Tsatsarelis T., 2005. A first step of risk assessment in a semi-sontrolled landfill: case study in municipality of Chalastra in Greece. Proceedings of 12th International Symposium on Toxicity Assessment (ISTA 12), Skiathos island, Greece, June 12-17, 2005, pp. 107.

Περίληψη
Uncontrolled landfills refer to the places where wastes are disposed of without taking any elementary measurements. On the other hand semi-controlled landfills are usually fenced disposal sites, which fulfill some basic safety standards, as wastes are covered with soil and local authorities periodically supervise them. Unfortunately these measures are insufficient for the protection of the environment so air, soil and water are still being polluted posing threat to public health. The semi-controlled landfill of Chalastra is located near the highway, next to the old riverbed of Axios river and neighbors to rice fields; it is active for 20 years and covers an area of about 4 ha. Purpose of this study is the estimation of pollution and a preliminary risk assessment according to the specifications introduced by a circular in 2004, whose application concluded that the site needs immediate restoration. Most of the data required, was provided by local authorities and local people. After the interviews ended, in person visits were considered significant as well, in order to check, revise and supplement the collected information. Furthermore a chemical analysis of the aquifer which is approximately 4 m under the surface level was performed in order to investigate and identify the pollution of underground water. The analysis revealed that the aquifer is salty, possibly originating from Thermaikos Golf. The presence of excessive amount of Mn, organic and in some cases of nitrogen pollution can be observed. All the collected data supplied a GIS database, which contains pictures, tables and charts regarding to the quality and the quantity of refuse and technical characteristics of the site.

03-02-2005 (Υποέργο: 21925)
Erkut E., Καραγιαννίδης A., Περκουλίδης Γ. και Tjandra S., 2005. Βελτιστοποίηση περιφερειακής διαχείρισης δημοτικών στερεών αποβλήτων: Ανάπτυξη και εφαρμογή συστήματος. Πρακτικά 5ης Διεθνούς έκθεσης και Συνεδρίου για την τεχνολογία περιβάλλοντος (HELECO 2005), Αθήνα, Φεβρουάριος 3 &#8211; 6, έκδοση CD-ROM.

Περίληψη
Στην παρούσα εργασία παρουσιάζεται μία μελέτη σχετικά με την περιφερειακή διαχείριση των δημοτικών στερεών αποβλήτων της κεντρικής Μακεδονίας. Το σύστημα διαχείρισης προσομοιώνεται ως δίκτυο, του οποίου ως κόμβοι νοούνται οι παραγωγοί στερεών αποβλήτων (δήμοι, πόλεις) και οι υπάρχουσες και προτεινόμενες σχετικές εγκαταστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται σταθμοί μεταφόρτωσης, μονάδες ανάκτησης υλικών, μονάδες θερμικής επεξεργασίας και χώροι υγειονομικής ταφής. Ως τόξα του δικτύου νοούνται τα υπάρχοντα και προτεινόμενα δρομολόγια για τη μεταφόρτωση, επεξεργασία και τελική διάθεση, τόσο των στερεών αποβλήτων όσο και των υπολειμμάτων. Για την εφαρμογή της πολυκριτηριακής ανάλυσης χρησιμοποιούνται διάφορα κριτήρια αξιολόγησης. Κατά το πρώτο στάδιο της μελέτης, κάθε μια από της επτά νομαρχίες της περιφέρειας θεωρείται απομονωμένη από τις υπόλοιπες (ενδο-νομαρχιακή αυτοδιαχείριση) λόγω εκπεφρασμένων πολιτικών, ενώ κατά το δεύτερο στάδιο, πραγματοποιείται δια-νομαρχιακή συνεργασία λόγω οικονομιών κλίμακας.

03-02-2006 (Υποέργο: 21926)
Optimum management of electrical and electronic products at the end of their useful life, N. Moussiopoulos, H. Achillas, C. Koroneos, 2nd International Conference and Exhibition: From Waste Disposal to Resource and Energy Recovery (organised by the Hellenic Solid Waste Management Association) , Athens, 3 - 4 February 2006

Περίληψη
In recent years, international initiatives and agreements have been created, in parallel with the development of legislation that enforces certain constraints and environmental obligations to industries in the process of production of their goods. European Union has put forward the Integrated Product Policy (IPP), a policy instrument that focuses on the reduction of the environmental impacts of products throughout their life cycle, taking also into consideration social issues. It is the greatest challenge for the private industry to design and produce goods that have minimum environmental impact (along the lines of IPP), which are also cost competitive in a changing global market where consumers are becoming more environmentally concerned. Electrical and electronic products play a major role in everyday life and could be environmentally very damaging. The European Union with the European Directives 2002/96/EC and 2002/95/EC, regarding the waste management of electrical and electronic equipment (WEEE) and the restrictions on the use of hazardous substances in electrical and electronic equipment (EEE), has imposed limits. The strategic goal is to increase the recycling of EEE products by enforcing producers to decrease the content of hazardous materials, as well as to manage their products at the end of their useful life. In order to succeed in obeying these directives, the EEE producers must utilize environmental design concepts (ecodesign) in their production management. It becomes obvious that it is for EEE producers&#8217; own benefit to deal with the specific problem in a more spherical way, focusing not only on the product&#8217;s manufacturing costs, but also on issues such as the environmental impact during the use phase and the management at the end of the product&#8217;s useful life. For the latter, emphasis must be given on designing the product for easy disassembly. This paper focuses on the presentation of MIPEL (Optimum Management of Industrial Products at the End of their useful Life), a research project which aims at the application of environmental tools, such as &#8220;Life Cycle Analysis&#8221; and &#8220;Design for Environment&#8221;, for the optimisation of the environmental management of industrial products (focusing on electrical and electronic equipment). The strategic goal is to decrease the volume of waste, with the application of the following actions: - Optimisation of the environmental management of electrical and electronic products at the end of their useful life, with the use of the existing infrastructure. - Introduction of new technologies and know-how on the disassembly and environmental management of electrical and electronic products at the end of their useful life. - Redesign of the electrical and electronic products in order to become more environment friendly (eco-products). - Exploitation of the parts and materials of electrical and electronic products at the end of their useful life. - Environmentally sound disposal of the parts which are not useful any longer. - Decrease of the hazardous materials, raw materials and natural resources that are utilised for the production of electrical and electronic products. The above mentioned environmental tools are applied to the &#8220;netMod&#8221;, which is used as a case study of an electronic product. The &#8220;NetMod&#8221; is an ISDN Network Terminal that has been developed by INTRACOM S.A., a major Greek electronics company with domestic and international activity, which is also one of the project&#8217;s major partners. The common practice for many companies nowadays is to consider only the economical aspect in the development of an industrial product, focusing mostly on production costs. Of course, this attitude does not keep up with the main principles of sustainable development, where more issues should be taken into account. There are many reasons why companies should consider improving the environmental performance of their products along with limiting production costs, such as environmental legislation and market pressure. End users of industrial products become more and more environmentally-aware, demanding environmentally friendlier products (eco-products), which combine the benefits of minimum economic cost with better environmental performance and design. In a single industrial product, not all components play the same role, both in terms of cost and environmental burden. Therefore, it would be of great interest for any manufacturer to be able to identify those components with the highest potential benefit at the end of their useful life, as regards economical aspect, environmental burden and design issues. Towards this direction, apart from the economical parameter in the production of an electrical and electronic product, the following parameters are also taken into account in the &#8220;netMod&#8221; case study; environmental burden, weight, quantity and ease of disassembly.

08-10-2005 (Υποέργο: 21926)
The application of environmental tools on industrial products, C. Koroneos, H. Achillas, N. Moussiopoulos, V. Kikis, 13th International Symposium on Environmental Pollution and its Impact on Life in the Mediterranean Region, Thessaloniki, 8 - 12 October 2005

Περίληψη
This paper focuses on the results presentation of MIPEL (Optimum Management of Industrial Products at the End of their useful Life), a research project which aims at the application of environmental tools, such as "Life Cycle Assessment" and "Design for Environment", for the optimisation of the environmental management of industrial products (focusing on electrical and electronic equipment). The environmental tools are applied to "netMod", an ISDN Network Terminal that has been developed by INTRACOM S.A., which is one of the consortium's partners.

05-10-2005 (Υποέργο: 21926)
Implementation of recycling aspects' integrated product policy in electrical and electronic equipment, C. Koroneos, N. Moussiopoulos, H. Achillas, A. Dompros, K.-D. Bouzakis, N. Michailidis, E. Iakovou and A. Xanthopoulos, 2nd International Conference on Manufacturing Engineering, Chalkidiki, 5 - 7 October 2005

Περίληψη
In recent years, international initiatives and agreements have been imposed, in parallel with the development of legislation that enforces certain constraints and obligations to industries for the production of their goods. European Union promotes the Integrated Product Policy (IPP), which focuses on the reduction of the environmental implications of products throughout their life cycle, including extraction of raw materials, production, packaging, distribution and waste management. Minimising the environmental damage caused by goods and consequently improving their environmental performance, taking also into account cost-effectiveness as well as design issues, is a key challenge for companies that are faced with ever stricter environmental controls and changing markets, in which consumers are becoming more environmentally concerned. Especially for electrical and electronic products, the European Directives 2002/96/EC and 2002/95/EC, regarding the waste management of electrical and electronic equipment (WEEE) and the restrictions on the use of hazardous substances in electrical and electronic equipment (EEE), have been imposed. The strategic goal is to increase the recycling of EEE products by enforcing producers to decrease hazardous materials which are used in their products, as well as to manage their products at the end of their useful life. It becomes obvious that EEE producers are forced to import the concept of environmental design in their production management. It needs to be realised that it is for EEE producers&#8217; own benefit to deal with the specific problem in a more spherical way, focusing not only on the product&#8217;s manufacturing costs, but also on issues such as the management at the end of the product&#8217;s useful life, the burden that it causes to the environment throughout its lifetime, as well as design improvements, giving emphasis on design for disassembly.

05-09-2005 (Υποέργο: 21926)
Life Cycle Management in Electrical and Electronic Equipment, Koroneos C., Achillas H., Moussiopoulos N., 2nd International Conference on Life Cycle Management, Barcelona, 5 - 7 September 2005

Περίληψη
Preserving the natural resources and protecting the natural environment and ecosystems has become an internationally acknowledged prerequisite for sustainable development. In this framework, there have been international initiatives, agreements and cooperation in parallel with the development of legislation that enforces certain constraints and obligations to industries for the production of their goods. Especially for electrical and electronic products, two European Directives have been imposed (2002/96/EC and 2002/95/EC), regarding the waste management of electrical and electronic equipment (WEEE) and the restrictions on the use of hazardous substances in electrical and electronic equipment (EEE). The strategic goal is to increase the recycling of EEE products by enforcing EEE producers both to decrease the utilised hazardous materials in their products, as well as to optimise management at the end of the products&#8217; useful life.

01-09-2005 (Υποέργο: 21926)
Sustainability in production - The application of environmental tools, Koroneos C., Achillas H., Moussiopoulos N., 9th Conference on Environmental Science and Technology - 2005, Rhodes island, 1 - 3 September 2005

Περίληψη
This paper focuses on the presentation of MIPEL (Optimum Management of Industrial Products at the End of their useful Life), a research project which aims at the application of environmental tools, such as "Life Cycle Analysis" and "Design for Environment", for the optimisation of the environmental management of industrial products (focusing on electrical and electronic equipment). The strategic goal is to decrease the volume of waste, with the use of the following; optimisation of the environmental management of industrial products at the end of their useful life, with the use of the existing infrastructure, introduction of new technologies and know-how on the disassembly and environmental management of the industrial products at the end of their useful life, redesign of the industrial products in order to become more environment friendly, exploitation of the parts and materials of the industrial products at the end of their useful life, environmentally sound disposal of the parts which are not useful any longer, decrease of the hazardous materials, raw materials and natural resources that are utilised for the production of such products. The above mentioned environmental tools are applied to "netMod", which is used as a case study in the bounds of the project. "NetMod" is an ISDN Network Terminal that has been developed by INTRACOM S.A., one of the project's major partners.

06-07-2005 (Υποέργο: 21926)
A new framework for supply chain disassembly & reverse logistics: Review, concepts and examples, Eleftherios Iakovou, Anastasios Xanthopoulos, 3rd International Workshop on Supply Chain Management and Information Systems - SCMIS 2005, Thessaloniki, 6 &#8211; 8 July 2005

Περίληψη
In this paper we present a novel framework for the supply chain disassembly process in reverse logistics. Demand for constantly improved products and dramatic advances in technology have resulted in shortening of product lifecycles, along with an increase in the number of product offerings. Consequently, the growing amount of waste created by the end-of-life (EOL) electronic, electrical and mechanical products has become a severe environmental problem. Management of EOL products has been gaining increased importance the past few years not only due to environmental concerns and recent relevant Directives from the European Union, but also because of its profound financial ramifications. Supply chain management and reverse logistics offer the appropriate context within which the problem can be tackled comprehensively. The main product recovery operations following the disassembly process, namely: repair and reuse, remanufacturing, recycling, refurbishing and cannibalisation, must be integrated into the forward and reverse supply channels, and the closed-loop interactions should be further taken into account. In this context, the disassembly process emerges as an issue of great importance. A thorough examination exploring all aspects of the problem, while aiming at the system-wide optimization of the entire channel operation by considering the optimal disassembly processes is essential. Tackling efficiently disassembly problems involves a complex hierarchy of decision-making processes. The relevant decision-making models used most often by industry and preached by academia have been proven inadequate to most of the manufacturing environments, since they do not consider any kind of uncertainty. Moreover, comprehensive models should further consider multiple criteria analysis, since economic, technical, environmental and legislative criteria play a crucial role in these types of problems, while these criteria are often contradictory. In this paper, we first summarize the unique challenges of the supply chain disassembly process. We demonstrate why the classical management paradigms used in the past are inadequate for addressing new realities, by examining their basic assumptions. We further document the strategic role of variability in such environments. Subsequently, we present best practices and discuss the enhanced role of information flow and information technology. Finally, we outline the need of a new framework by identifying the unique challenges and opportunities that exist for both academia and industry.

28-03-2005 (Υποέργο: 21926)
Βιωσιμότητα στην παραγωγή - η εφαρμογή περιβαλλοντικών εργαλείων, Χ. Κορωναίος, Χ. Αχίλλας, Ν. Μουσιόπουλος, 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο Μηχανολόγων Ηλεκτρολόγων Π.Σ.Δ.Μ-Η, Αθήνα, 28-30 Μαρτίου 2005

Περίληψη
Η εξοικονόμηση των φυσικών πόρων και η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος από τα απορριπτόμενα για διάφορους λόγους βιομηχανικά προϊόντα είναι πλέον διεθνώς αναγνωρισμένες προϋποθέσεις για την αειφόρο ανάπτυξη. Στα πλαίσια αυτά έχουν αναπτυχθεί διεθνείς πρωτοβουλίες, συμφωνίες και συνέργιες, αλλά και σημαντική σχετική νομοθεσία που επιβάλλει δεσμεύσεις, περιορισμούς και υποχρεώσεις στη βιομηχανική και παραγωγική δραστηριότητα. Η εργασία αυτή επικεντρώνεται στην παρουσίαση προγράμματος που στόχο έχει την εφαρμογή των περιβαλλοντικών εργαλείων, Ανάλυση Κύκλου Ζωής και Οικολογικού Σχεδιασμού για την μείωση των απορριπτόμενων προϊόντων με τις παρακάτω μεθόδους: - τη βελτιστοποίηση της διαχείρισης των εν αχρηστία προϊόντων στο τέλος της ωφέλιμής τους ζωής με την υπάρχουσα υποδομή, - την εισαγωγή νέων τεχνολογιών και τεχνογνωσίας στην αποσυναρμολόγηση και τη διαχείριση των υπό εξέταση προϊόντων, - τον επανασχεδιασμό των υπό εξέταση προϊόντων, ώστε να είναι φιλικότερα στο περιβάλλον σε όλη τη διάρκεια της ωφέλιμής τους ζωής, - η αξιοποίηση των εν αχρηστία εξαρτημάτων των υπό εξέταση προϊόντων, η περιβαλλοντικά ασφαλής διάθεση των εξαρτημάτων που δεν είναι περαιτέρω αξιοποιήσιμα και η μείωση των επικίνδυνων υλικών και των πρώτων υλών και φυσικών πόρων που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή αυτών των προϊόντων.

01-06-2005 (Υποέργο: 21930)
Verros, G., Georgiou, G. and Natsiavas, S., "Multi-Objective Optimization of Quarter-Car Models with Linear and Piecewise Linear Suspension Dampers", 20th Biennial ASME Conference on Mechanical Vibration and Noise, Long Beach, California, 2005.

Περίληψη
A systematic methodology is applied leading to optimum selection of the suspension damping and stiffness parameters for two degree of freedom quarter-car models, subjected to road excitation. First, models involving passive damping with constant or dual rate characteristics are considered. Then, models where the damping coefficient of the suspension is selected so that the resulting system approximates the performance of an active suspension system with sky-hook damping are also examined. For all these models, appropriate methodologies are first employed for locating the motions of the vehicle resulting from passing over roads of a given geometric profile with constant horizontal speed. Three suitable performance indices are then defined, whose optimization yields the most important suspension stiffness and damping parameters. Since these indices are conflicting, a suitable multi-objective optimization methodology is set up and applied. As a result, a series of diagrams with typical numerical results are obtained and presented in both the corresponding objective spaces (in the form of classical Pareto fronts) and parameter spaces, for vehicle models running over roads involving an isolated or a distributed geometric irregularity.

01-06-2005 (Υποέργο: 21930)
Verros, G., Georgiou, G. and Natsiavas, S., "Multi-Objective Optimization of Vehicle Models with Passive and Semi-Active Suspensions", 5th European Nonlinear Oscillations Conference, Eindhoven, Netherlands, 2005.

Περίληψη
A novel methodology is presented for optimising the suspension damping and stiffness parameters of vehicle models, subjected to road excitation. In particular, two degree of freedom quarter-car models are examined, running over roads involving an isolated or a distributed geometric irregularity. First, models involving constant or dual rate damping characteristics are considered. Then, models where the suspension damping coefficient is selected so that the resulting system approximates the performance of an active suspension system with sky-hook damping are examined. For these models, appropriate methodologies are first developed for locating the motions of the vehicle resulting from passing over roads of a given geometric profile with constant horizontal speed. Three suitable performance indices are then defined, whose optimisation yields the most important suspension stiffness and damping parameters. Since these indices are conflicting, a suitable multi-objective optimisation methodology is applied. As a result, a series of diagrams with typical numerical results are obtained and presented in both the corresponding objective and parameter spaces.

01-06-2005 (Υποέργο: 21930)
Verros, G., Georgiou, G. and Natsiavas, S., "Dynamics and Optimization of Quarter Car Models with Passive or Semi-Active Suspension", 9th International Conference on Energy and Environment, Cairo, Egypt, 2005.

Περίληψη
A methodology is presented for optimizing the suspension damping and stiffness parameters of quarter car models subjected to random road excitation. These models possess passive linear or dual rate suspension dampers as well as semi-active sky-hook damping. The control strategies applied lead to the appearance of strong nonlinearities in the equations of motion. As a consequence, appropriate numerical methodologies have to be developed and applied. The investigation starts with a study revealing important aspects of the dynamics of the car models examined. Then, results referring mostly to optimum selection of the suspension parameters for typical quarter car models and a suitably defined composite performance index are presented. Finally, the emphasis is put in presenting numerical results obtained by applying an effective multi-objective optimization methodology.

01-06-2005 (Υποέργο: 21930)
Βέρρος, Γ., Μεταλλίδης, Π., Γεωργίου, Γ., Σικέλης, Κ. και Νατσιάβας, Σ., "Εφαρμογή Μεθόδων Πολυκριτηριακής Βελτιστοποίησης στη Δυναμική Οχημάτων", Πρώτο Πανελλήνιο Συνέδριο Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων, Αθήνα, 2005.

Περίληψη
Στην παρούσα εργασία εφαρμόζονται συστηματικές μεθοδολογίες με στόχο τη βέλτιστη επιλογή των παραμέτρων απόσβεσης και στιβαρότητας σε μοντέλα ενός τετάρτου οχήματος που υπόκεινται σε στοχαστική διέγερση εδάφους. Αρχικά εξετάζονται μοντέλα με παθητική απόσβεση και χαρακτηριστικά απλής ή διπλής δράσης. Στη συνέχεια, εξετάζονται μοντέλα με ημι-ενεργό σύστημα ανάρτησης, ώστε το όχημα να εμφανίζει χαρακτηριστικά ανάρτησης που ισοδυναμεί με ουράνια (sky-hook) απόσβεση. Για τα μοντέλα με ημι-ενεργούς αποσβεστήρες ή με αποσβεστήρες διπλής δράσης, η τιμή του συντελεστή απόσβεσης εξαρτάται από τη σχετική ταχύτητα του σκάφους ως προς τους τροχούς. Για τα μοντέλα αυτά, εφαρμόζονται κατάλληλες μεθοδολογίες που οδηγούν στον προσδιορισμό των ροπών δεύτερης τάξης της απόκρισης που προέρχεται από στοχαστική διέγερση εδάφους. Οι πληροφορίες που προκύπτουν χρησιμοποιούνται στον ορισμό δεικτών της απόκρισης, οι οποίοι στη συνέχεια βελτιστοποιούνται με εφαρμογή κλασικών, αλλά και πολυκριτηριακών μεθόδων.

01-06-2004 (Υποέργο: 21930)
Verros, G., Natsiavas, S. and Papadimitriou, C., "Multi-Objective Optimization of Quarter Car Models with Passive and Semi-Active Suspensions", 3rd International Symposium on Multi-body Dynamics, Loughborough, England, 2004.

Περίληψη
A methodology is presented for optimising the suspension damping and stiffness parameters of quarter car models, subjected to road excitation. First, models involving passive damping with constant or dual rate characteristics are considered. Then, models where the damping coefficient of the suspension is selected so that the resulting system approximates the performance of an active suspension system with sky-hook damping are also examined. For all these models, appropriate methodologies are first employed for obtaining the second moment characteristics of motions resulting from roads with random profile. This information is next utilized in the definition of a composite vehicle performance index, which is optimised to yield representative numerical results for the most important suspension parameters. Finally, results obtained by applying a suitable multi-objective optimization methodology are also presented in the form of classical Pareto fronts.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Νομικής

30-01-2008 (Υποέργο: 80902)
V. Kourtis, "Legal issues regarding the residence permits issued to victims of human trafficking", Meeting on: Trafficking: A new form of slavery:, Bar Association of Thessaloniki, 30.1.2008

Abstract

08-06-2007 (Υποέργο: 80902)
Z. Papassiopi-Passia, "Human trafficking and international efforts for the legal treatment of victims", Inter-Balkan Human Resources Development Centre, Thessaloniki, 8.6.2007

Abstract

18-05-2007 (Υποέργο: 80902)
V. Kourtis, "The European efforts to combat trafficking in human beings", Meeting on: New forms of illegal trafficking and exploitation of human beings, Development partnership to promote equal rights for trafficked persons (ASPIDDA), Rehabilitation Centre for victims of torture and other forms of abuse, Thessaloniki, 18.5.2007

Abstract

05-12-2005 (Υποέργο: 80902)
V. Kourtis, "Residence permits issued to victims of trafficking in human beings", Meeting on "The new Law 3386/2005 on aliens ? Thoughts and problems", Centre of International European and Economic Law, Thessaloniki, 5.12.2005

Abstract

06-12-2006 (Υποέργο: 80998)
Κ. Vatalis, «Guidelines of the new Law 3468/2006 for the electricity generation from Renewable Energy Sources», Paper presented at the Colloquium of the Constitutional Law Unit of the Law Facutly AUTh, Thessaloniki 6.12.2006

Abstract

06-12-2006 (Υποέργο: 80998)
Ε. Μπάρμπα, «Το νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις σιδηροδρομικές μεταφορές», Εισήγηση σε ημερίδα του τρίτου κύκλου σπουδών της διδακτικής μονάδας Συνταγματικού Δικαίου του Τμήματος Νομικής ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 6.12.2006

Περίληψη
Οι βασικές ρυθμίσεις του π.δ/τος 41/2005 για την Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τις Οδηγίες για την ανάπτυξη των Κοινοτικών σιδηροδρόμων, τις άδειες σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, την κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και τις χρεώσεις για τη χρήση σιδηροδρομικής υποδομής και την πιστοποίηση ασφάλειας

06-12-2006 (Υποέργο: 80998)
5. Γ. Πινακίδης, «Το κοινοτικό πλαίσιο διασφάλισης του ιδιωτικού βίου στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες υπό το φως των θεμελιωδών αρχών προστασίας προσωπικών δεδομένων», Εισήγηση σε ημερίδα του τρίτου κύκλου σπουδών της διδακτικής μονάδας Συνταγματικού Δικαίου του Τμήματος Νομικής ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 6.12.2006

Περίληψη
Οι ευρωπαϊκοί κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων στο πεδίο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών περιλαμβάνονται στην Οδηγία 2002/58/ΕΚ. Οι βασικότεροι από αυτούς είναι η αρχή της συγκατάθεσης του υποκειμένου στην επεξεργασία των δεδομένων του, η αρχή της προηγούμενης ενημέρωσής του για την επεξεργασία, η αρχή της κατά το δυνατόν ελάχιστης χρήσης των δεδομένων του, η αρχή του νόμιμου σκοπού και της περιορισμένης διάρκειας της επεξεργασίας και η αρχή της αναγκαιότητας/αναλογικότητας κατά τη χρήση των δεδομένων. Σύμφωνα με τους ορισμούς της Οδηγίας, η προστασία των προσωπικών δεδομένων (όπως και του απορρήτου της επικοινωνίας, που επίσης κατοχυρώνει) μπορεί δυνητικά να περιοριστεί από τα κράτη μέλη για τους ρητά απαριθμούμενους νόμιμους λόγους. Η νεότερη Οδηγία 2006/24/ΕΚ προχωρά ωστόσο ένα βήμα παραπέρα: εισάγει το μέτρο της υποχρεωτικής διατήρησης των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων όλων των πολιτών (πλην του περιεχομένου της επικοινωνίας). Διαμορφώνεται έτσι ένα πεδίο έντασης σε σχέση με τις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αρχές της προστασίας των δεδομένων: από τη μία πλευρά, η γενική διατήρηση των συναφών δεδομένων των πολιτών, χωρίς καν υπόνοια διάπραξης αδικήματος, αντιστρατεύεται τις αρχές του νόμιμου σκοπού της επεξεργασίας και της αναγκαιότητας/αναλογικότητας, που υπαγορεύει τη λήψη μόνο πρόσφορων, αναγκαίων και μη δυσανάλογων περιοριστικών μέτρων. Από την άλλη πλευρά και για τους ίδιους λόγους, το μέτρο της υποχρεωτικής διατήρησης αντίκειται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, εφόσον υπερβαίνει ό,τι μπορεί να θεωρηθεί αναγκαίο «σε μια δημοκρατική κοινωνία»

23-11-2006 (Υποέργο: 80998)
Α. Καϊδατζής, «Κοινωνικά δικαιώματα, ιδιότητα του πολίτη και μετανάστες», Εισήγηση στο συνέδριο Μετανάστευση στην Ελλάδα: Εμπειρίες - πολιτικές - προοπτικές, Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής, Αθήνα 23-24.11.2006

Περίληψη
Παρόλο που το ελληνικό Σύνταγμα αναφέρεται σε «πολίτες» ως φορείς των κοινωνικών δικαιωμάτων, ως τέτοιοι πρέπει να νοούνται τα, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 Συντ., «μέλη του κοινωνικού συνόλου», δηλαδή οι κοινωνικοί πολίτες. Κατά συνέπεια, και οι αλλοδαποί που διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα και, επομένως, συμμετέχουν στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας, είναι φορείς κοινωνικών δικαιωμάτων και παροχών εξίσου όσο και οι Έλληνες πολίτες.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Οδοντιατρική Σχολή

02-12-2007 (Υποέργο: 80843)
Τζιαφάς Δ. Βιοτεχνολογία, βλαστοκύτταρα και καινοτόμες εφαρμογές στην επανορθωτική οδοντιατρική: που βρισκόμαστε σήμερα. 27ο Πανελλήνιο Οδοντιατρικό Συνέδριο, 30 Νοεμβρίου ? 2 Δεκεμβρίου 2007

Abstract

25-11-2007 (Υποέργο: 80843)
Τziafas D. Targetted regeneration of dentin: a concept based on tissue response to dental caries. NOS-M Research seminar on the deep Carious lesion and the dental pulp, Copenhagen, November 25-27 2005

Abstract

26-09-2007 (Υποέργο: 80843)
Kodonas K, Gogos C, Tziafas D The role of microcirculation to the thermal behavior of pulp. 42nd meeting of IADR ?CED & ID, Thessaloniki, 26-29 September, 2007

Abstract

26-09-2007 (Υποέργο: 80843)
Tziafas D. Transdentinal stimulation of dentin formation. Lecture in Symposium ?Oral Facial Tissue Engineering and regeneration?. 42nd meeting of IADR ?CED & ID, Thessaloniki, 26-29 September, 2007

Abstract

15-00-2007 (Υποέργο: 80843)
Tziafas D. Dynamics of pulp repair and dentin regenation in operative dentistry. 28th National congress of Societa Italiana di Endodonzia, Napoli, 15-17 November 2007

Abstract

00-00-2006 (Υποέργο: 80843)
Tziafa C. Alvanou A Tziafas D. Ultrastructural study of pulpal nerves in Traumatized young mature teeth. IADR PEF meeting, Dublin (Ireland), 2006

Abstract

25-11-2005 (Υποέργο: 80843)
Tziafas D. Therapeutic regulation of dentin-pulp regeneration in vital pulp therapy. NOS-M Research seminar on the deep Carious lesion and the dental pulp, Copenhagen, November 25-27 2005

Abstract

14-09-2005 (Υποέργο: 80843)
Kakkas, Goulas A Tziafas D Mirtsou V. Expression of tumor necrosis factor-alpha (TNF-a) in normal and inflamed human dental pulps. Joint meeting of IADR ? CED & NOF, Amsterdam 14-17 September 2005

Abstract

12-05-2005 (Υποέργο: 80843)
Kalyva M, Alvanou A Papadimitriou S Τziafas D. What is the optimal end result of the transdentinal bioactive stimulation. Cost B23 meeting on Genes, cells and biomaterials for oral facial regeneration. Barcelona 12-15 May 2005

Abstract

01-12-2007 (Υποέργο: 80889)
Ιωάννης Δημητρακόπουλος, "Δεύτεροι πρωτοπαθείς όγκοι της στοματικής κοιλότητας σε ασθενείς με στοματικό και στοματοφαρυγγικό καρκίνο", 21ο Πανελλήνιο Συνέδριο Στοματικής και Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής. Ιωάννινα 30 Νοεμβρίου ? 2 Δεκεμβρίου 2007

Περίληψη
O καρκίνος της στοματικής κοιλότητας αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα υγείας αφού παρά τη δυνατότητα για πρώιμη διάγνωση και τη σημαντική βελτίωση των θεραπευτικών τεχνικών, για τοπικό και περιοχικό έλεγχο της νόσου, τα ποσοστά της πενταετούς επιβίωσης έχουν μόνο λίγο βελτιωθεί τα τελευταία 20 χρόνια. Υπολογίζεται ότι οι μισοί από τους πάσχοντες θα πεθάνουν στα πέντε πρώτα χρόνια από τη διάγνωση ενώ τα ποσοστά επιβίωσης και η κατάσταση των αρρώστων μπορεί να επιβαρυνθούν περαιτέρω αφού ένα σημαντικό ποσοστό από αυτούς που έχουν θεραπευτεί αρχικά επιτυχώς, για καρκινώματα της στοματικής κοιλότητας, θα αναπτύξουν δεύτερους πρωτοπαθείς όγκους (ΔΠΟ). Σύμφωνα με τα τρέχοντα δεδομένα οι ΔΠΟ είναι γενικότερα ακανθοκυτταρικού τύπου κακοήθειες που αναπτύσσονται με ένα σταθερό ρυθμό (3-5% των θεραπευμένων ασθενών κατά έτος).Επίσης δεν εξαρτώνται από τη θεραπευτική αγωγή και εντοπίζονται συχνότερα στην αεροφόρο και ανώτερη πεπτική οδό. Στην παρούσα μελέτη μας παρουσιάζουμε τη συχνότητα και το πρότυπο ανάπτυξης των ΔΠΟ που προέκυψαν από την ανάλυση των δεδομένων 257 αρρώστων της κλινικής μας που θεραπεύθηκαν για ακανθοκυτταρικά καρκινώματα του στόματος. Επίσης συζητούνται τα αποτελέσματα από την ανάλυση παραμέτρων που συνδέονται με τη ανάπτυξη των ΔΠΟ καθώς και η σχέση τους με τα πρωτοπαθή νεοπλάσματα ενώ παρουσιάζονται και τα πρόσφατα δεδομένα από τη διεθνή βιβλιογραφία

00-00-2007 (Υποέργο: 80889)
Christos Magopoulos, Ioannis Dimitrakopoulos, Fotios Iordanidis, Theodora Katopodi, Georgia Theohari, Alexandros Lampropoulos, "Immunohistochemical Analysis of Second Primary Tumors in Oral Squamous Cell Carcinoma. Are They Clonally Related?", Oral Oncol suppl 2007;2(1):206

Περίληψη
Introduction: Second primary tumors (SPTs) represent 9-30% of all upper aerodigestive truck squamous cell carcinomas having a negative impact on prognosis and survival. Annual rates of SPTs have been reported to be almost 3% for over a period of at least 10 years. The aim of this study is to define SPTs based on immunohistochemical techniques and to clarify the biology of ?field cancerization? first described by Slaughter et al in 1953. Methods: 257 patients with oral SCC were treated between 1993 and 2005 and 25 of them presented one or more SPTs, developed three years after the first lesion or in a distance of at least 2cm. Results: The immunohistochemical analysis of specific markers (p16, p21, p53, cyclin D1, EGFR, bcl-2), indicates a 65% of the SPTs to be clonally related. The correlation of SPTs and disease free survival is analyzed, while molecular analysis is in process in order to confirm the mentioned results. Discussion: The distinction of SPTs from recurrence and metastasis points out their separate way of development and the molecular changes of the altered mucosal field. A possible clonal relationship of the SPTs contributes to a better understanding of oral carcinogenesis and to the establishment of targeted therapies for oral SCC

12-09-2006 (Υποέργο: 80889)
Christos Magopoulos, Ioannis Dimitrakopoulos, Theodora Katopodi, Fotios Iordanidis, Alexandros Lampropoulos, "Molecular and immunohistochemical analysis of second primary tumors in oral squamous cell carcinoma", European congress in Oral and Maxillofacial Surgery. XVIII Congress of the European Association for Cranio-Maxillofacial Surgery. Barcelona September 12th-15th, 2006

Περίληψη
Introduction and objectives: Second primary tumors (SPTs) represent 9-30% of all upper aerodigestive truck squamous cell carcinomas having a negative impact on prognosis and survival. Annual rates of SPTs have been reported to be almost 3% for over a period of at least 10 years. The aim of this study is to define SPTs based on molecular and immunohistochemical techniques and to clarify the molecular biology of ?field cancerization? first described by Slaughter et al in 1953. Material and Methods: 257 patients with oral SCC were treated between 1993 and 2005 and 25 of them presented one or more SPTs, developed three years after the first lesion in a distance of at least 2cm. Results: The immunohistochemical analysis of specific markers (p16, p21, p53, cyclin D1, EGFR, bcl-2) and the analysis of p53 and HPV with molecular techniques, define SPTs and indicate the differences to the primary lesion. Conclusions: The distinction of SPTs from recurrence and metastasis points out their separate way of development and the molecular changes of the altered mucosal field. Hence, it contributes to a better understanding of oral carcinogenesis and to the establishment of targeted therapies for oral SCC

30-03-2006 (Υποέργο: 80889)
Χ. Μαγόπουλος, Θ. Κατωπόδη, Γ. Θεοχάρη, Φ. Ιορδανίδης, Α. Λαμπρόπουλος, Ι. Δημητρακόπουλος, "Κλινική, ιστοπαθολογική και ανοσοϊστοχημική μελέτη δεύτερων πρωτοπαθών κακοήθων νεοπλασμάτων σε ασθενείς με ακανθοκυτταρικό καρκίνο της στοματικής κοιλότητας", 21ο Βορειοελλαδικό Ιατρικό Συνέδριο. Θεσσαλονίκη 30 Μαρτίου ? 1 Απριλίου 2006

Περίληψη
Εισαγωγή Η ανάπτυξη δεύτερων πρωτοπαθών όγκων, σε ασθενείς με ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα της στοματικής κοιλότητας αλλά και γενικότερα σε ασθενείς με καρκινώματα της κεφαλής και του τραχήλου έχει υπολογισθεί ότι αφορά περίπου το 9-30% των περιπτώσεων. Σκοπός της παρούσης μελέτης είναι να αναδείξει τη σημασία του καθορισμού ενός όγκου ως δεύτερου πρωτοπαθούς με κλινικά, ιστολογικά και ανοσοϊστοχημικά κριτήρια. Ασθενείς και Μέθοδοι Κατά το χρονικό διάστημα από το 1993 έως το 2005, αντιμετωπίσθηκαν 257 ασθενείς με ακανθοκυτταρικό καρκίνο της στοματικής κοιλότητας, 25 από τους οποίους ανέπτυξαν μία ή περισσότερες δεύτερες πρωτοπαθείς βλάβες στη στοματική κοιλότητα, οι οποίες απείχαν τουλάχιστον 2εκ. από την πρώτη βλάβη και εμφανίστηκαν τουλάχιστον 3 χρόνια μετά την εκδήλωση αυτής. Αποτελέσματα Η κλινική και ιστολογική εξέταση, καθώς και η ανάλυση συγκεκριμένων ανοσοϊστοχημικών δεικτών (p16, p21, p53, cyclin D1, EGF-R, bcl-2) υποδεικνύει σε σημαντικό βαθμό τις διαφορές των δεύτερων πρωτοπαθών από την πρώτη βλάβη σε διάφορα στάδια καρκινογένεσης, ενώ σε εξέλιξη βρίσκεται μοριακή μελέτη των παρασκευασμάτων και συσχετισμός της με τα παρόντα αποτελέσματα. Συμπεράσματα Η διάκριση των δεύτερων πρωτοπαθών σύγχρονων ή μετάχρονων όγκων στη στοματική κοιλότητα, από την υποτροπή ή την μετάσταση θα αναδείξει την ιδιαίτερη πορεία ανάπτυξης καθώς και τη μοριακή φυσιογνωμία του αλλαγμένου γενετικά πεδίου στο οποίο αναπτύσσονται οι νέοι όγκοι, συμβάλλοντας τελικά στη πρόληψη και στη στοχευμένη θεραπεία τους

00-10-2007 (Υποέργο: 80932)
VEIS A., DABARAKIS N., SPIRIDOPOULOS G., TSIRLIS A., PARISSIS N., PAPADOPOULOU C. Membrane micro-motion effect during bone regeneration procedures. A histological study. EAO Congress, Bercelona October 2007

Περίληψη
Membrane micro-motion may compromise new bone formation during vertical guided bone regeneration procedures. This investigation aims to evaluate the outcome of new bone regeneration using an animal model with a controlled membrane micro-motion device.b. On each buccal mandibular area of 54 New Zealand rabbits, a custom-made membrane resembling a semi-spherical metallic chamber with lateral stabilization rings of different internal diameters was secured using bone screws. The combination of bone screws and stabilization rings allowed for membrane micro-motions of 0.25mm and 0.5mm both horizontally and vertically. 24 samples were assigned to group A (physiological micro-motion) and subdivided into 4 groups of six samples in each (group A1 and A2: 0.25mm and 0.5mm horizontal micro-motion, and A3 and A4: 0.25mm and 0.5mm combined horizontal and vertical micro-motion respectively). For 24 samples (group B), a membrane micro-motion was induced by the mastication movements using orthodontic wire, springs and bone screws to connect the metallic chambers with the anterior buccal area of the maxilla. They were sub-divided into 4 groups (B1 to B4) as previously. Six membranes with no micro-motion were used as control (group C). The histomorphometrical analysis of the control (group C) showed statistically higher mean values of new bone formation (mean: 1.44mm2) than the ?spontaneous micro-movement? groups A1-A4 (means: 0.81, 0.60, 0.14 and 0.11mm2 respectively) while slender bone formation was found in the ?induced micro-motion? groups B1-B4. d. In the ?physiological micro-motion? group A, membranes did not always exhibit actual micro-motion during their function resulting in minor new bone regeneration. The induction of actual membrane micro-motion (groupB), regardless size and direction, was inhibitory for new bone regeneration

00-09-2007 (Υποέργο: 80932)
VEIS A., DABARAKIS N., SPIRIDOPOULOS G., TSIRLIS A., PARISSIS N., PAPADOPOULOU C. Membrane micro-motion during GBR procedures with and without bone graft. 42nd annual meeting of IADR ?Thessaloniki, Greece, September, 2007

Περίληψη
In each buccal mandibular area 48 New Zealand rabbits, a custom-made membrane resembling a semi-spherical metallic chamber with lateral stabilization rings was secured using bone screws. The combination of bone screws and stabilization rings allowed for membrane micro-motions of either 0.25mm horizontally or combined 0.25mm horizontally and vertically. The membrane micro-motion was induced by the mastication movements using orthodontic wire, springs and bone screws to connect the metallic chambers with the anterior buccal area of the maxilla. The general conception that membrane micro-motion may compromise GBR outcome has been documented in this study. Spontaneous micro-motion was not always interpreted by active micro-motion under the experimental conditions. Bone graft under stabilized conditions improved total bone volume but the pure new bone was comparable with no graft group. Bone graft under micro-motion conditions did not increase new bone regeneration. The induced either horizontal or combined horizontal & vertical micro-motion 0.25mm was detrimental in GBR outcome. Bone graft under induced micro-motion conditions did not play any role in bone regeneration outcome. Once the existence of micro-motion is documented, the bone regeneration is inhibited no mutter either its direction or the presence of a bone graft. Clinically, membranes may result in bone regeneration even without sufficient stabilization

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Οικονομικών Επιστημών

15-07-2006 (Υποέργο: 21955)
Eleonora Karassavidou, Niki Glaveli and Alkistis Chtziioannidou, "Emotional Intelligence: A perspective for balancing work-family conflict? An explorative study", ACREW Conference, July, 2006, Monash University, Prato Centre, Τuskany, Italy.

Περίληψη
Research on perspectives of coping with negative feelings and emotions caused by work-family conflict (WFC) tends to underestimate the role that individuals themselves can really play. In an effort to examine the potential of this role, the present research investigates the link between WFC (Work Interference with Family dimension) and Emotional Intelligence (EI, self &#8211; control and self-management dimensions). Further, the influence of job-related and non job-related factors on WFC and EI were explored. A total of 146 employees, from both public and private organisations, completed questionnaires assessing their WFC and EI. Additionally, demographic data relating to age, gender, marital /family status, educational background and working history were collected. The results demonstrated a negative relationship between certain dimensions of WFC and of EI. Practical applications of these findings are discussed.

15-04-2006 (Υποέργο: 21955)
Eleonora Karassavidou and Alkistis Chtziioannidou, "Two Case Studies" presented at the 'Action Research in the Workplace: Learning from the Past, Planning for the Future' Workshop, MIT, April, 2006, USA.

Abstract

15-07-2005 (Υποέργο: 21955)
Eleonora Karassavidou and Alkistis Chatziioannidou, "Work and non-work spheres' spectrum in Greece: An explorative approach". 'International Research of Work and Family: From policy to practice', International Centre of Work and Family, IESE, Barcelona, July, 2005.

Abstract

15-07-2005 (Υποέργο: 21955)
Anthony Montgomery, Eleonora Karassavidou Alkistis Chtziioannidou, "Emotions and Work: The Role of Emotional Labor in the Work-Family Nexus", Conference of the International Society for Research on Emotion, Bolonia, July, 2005.

Abstract

15-03-2005 (Υποέργο: 21955)
Anthony Montgomery, Eleonora Karassavidou and Alkistis Chatziioannidou, "CIAR and Greece: Reporting on the Initial Steps". 'Community, Work and Family -Change and Transformation', Research Institute for Health & Social Change, Manchester Metropolitan University, Manchester, March, 2005.

Περίληψη
Gender- &#8216; a patterned, socially produced, distinctions between female and male, feminine and masculine&#8217; (Acker, 1992) &#8211; is a key concept for understanding how people encounter encouragement, scepticism, support and suffering in organisational contexts. Gendered assumptions influence the practice and structure of work in powerful but often invisible ways. For example, many of the implicit &#8220;rules for success&#8221; in the workplace are closely aligned with the traditional images of masculinity such as autonomy, assertiveness, competition, and heroic action. Preliminary research has indicated that these same conditions are prevalent with Greek contexts (Karasavvidou & Montgomery, 2004; Montgomery, Panagopolou & Benos, 2004). Research has shown that the set of assumptions most directly linked to gender is assumptions about commitment and competence (Rapoport et al., 2002). In a majority of workplaces, the definition of commitment remains rooted in a traditional concept of the ideal worker as someone for whom work is primary, and the demands of family and community are secondary (Bailyn, 1993). Additionally, both the written and unwritten rules concerning competence at work are closely aligned with ideas of masculinity (Valian, 1997; Williams, 2000). Ultimately, this all means that both male and female employees can find their lives hampered by gendered expectations of what it means to be committed and competent. Collaborative Interactive Action Research (CIAR) is a methodology specifically developed by Rapoport et al. (2002) to explore and address the issues of equity and effectiveness in organizations. The present paper reports on the use of CIAR in Greece. More specifically, the paper reviews the process of adopting and adapting CIAR for the Greek context. CIAR was targeted at the employees of small to medium sized business enterprises (SME&#8217;s) within the northern Greek region. The strategic aim of this research was to help organizations re-evaluate gendered assumptions about the attributes of the &#8216;ideal&#8217; worker, assumptions that are strongly linked to the separation of work and family, and the primacy of work within the culture of organizations. This paper will outline the following steps in the introduction of CIAR to Greece: (1) Building a diverse CIAR Team, (2) Exploring a &#8220;Greek approach&#8221; to work-personal life integration, (3) Selecting CIAR locations, (4) Introducing CIAR and building a collaborative approach, (5) CIAR in action. Finally, the lessons learned from the first six months will be reviewed and cultural issues surrounding the introduction of CIAR will be reviewed. The implementation of CIAR was unique for two reasons; (1) this was the first time this methodology was used in Greece, (2) the Greek CIAR team was a diverse in terms of gender, age and occupational experience.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης

08-08-2007 (Υποέργο: 80936)
Ch. Tzikas, Spiros Rasis, S. Ziogou-Karastergiou, «Social status, education and the role of women teachers in Balkans during the 19th and 20th century (especially in Greece, Bulgaria and Turkey): cooperation of Balkan nations throughout centuries and future perspectives», Congress in Sofia 8-12 August 2007, titled: «Women, Gender and the Cultural Production of Knowledge»

Abstract

08-08-2007 (Υποέργο: 80936)
Katerina Dalakoura, «Women?s education in the Greek Communities of the Ottoman Empire (19th c. ? beginning of 20th )-Women?s socialization, patriarchy and nationalism», Congress in Sofia 8-12 August 2007, titled: «Women, Gender and the Cultural Production of Knowledge».

Abstract

17-05-2007 (Υποέργο: 80936)
Ch. Tzikas, Theodora Arampatzi, Vagia Chani-Moisiadou, «The profession of woman teacher in Balkans (Greece, Bulgaria and Turkey) during the 19th and 20th century», Faculty of Education, University of Ioannina, Congress titled: «The Preliminary Education and the challenges of our age», Ioannina 17 ? 20 May 2007.

Abstract

03-11-2006 (Υποέργο: 80936)
Ch. Tzikas, F. Loari, «Social status, education and the role of women teachers in Balkans during the 19th and 20th century (especially in Greece, Bulgaria and Turkey)», International PhD Workshop, Faculty of Media, Aristotle University of Thessaloniki, 3 November 2006.

Abstract

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Πανεπιστημιακή Οφθαλμολογική κλινική

28-06-2008 (Υποέργο: 80946)
Befani D. Christina, Koliakos G. George, Konstas G.P. Anastasios AQUEOUS HUMOR AND SERUM ALTERED OXIDANT-ANTIOXIDANT BALANCE IN EXFOLIATION SYNDROME AND EXFOLIATION GLAUCOMA, 33rd FEBS Congress & 11th IUBMB Conference - Megaron Athens International Conference Centre 28/6-3/7/2008

Περίληψη
Introduction: Exfoliation syndrome (XFS) is a common age-related condition leading to the development of exfoliative glaucoma (XFG). It is now well known that free radicals and antioxidant enzymes play a role in age-related ocular diseases. Methods: Aqueous humor and serum samples of patients with XFS (n=15), XFG (n=15) and of normal age-matched control subjects (n=20) were examined for changes in the prooxidants-antioxidants balance (PAB), in the levels of catalase activity (CAT), superoxide dismutase activity (SOD), NADPH oxidase activity (NADPHox), glutathione peroxidase activity (GPx), total glutathione (GSH/GSSG), and carbonylated proteins. Results: The PAB in the aqueous humor remained unchanged in the patients with XFS compared with the control patients but a significant shift of the balance in favour of oxidants was observed in patients with XFG compared with the control group. Catalase activity was significantly lower in the aqueous humour from patients with XFS and XFG (31% and 15% respectively) compared to controls. SOD activity, NADPHox and GPx were not statistically different among the groups (p>0.05). The total glutathione was 1.8-fold decreased in XFS samples and 1.26-fold decreased in XFG samples compared with the control group (p<0.05). Carbonylated proteins levels were increased by 70% in the XFS and XFG aqueous humor samples as compared to the controls. Similar changes were observed and in serum samples. Conclusions: In conclusion, these findings further substantiate the role of free radicals in the pathobiology of XFS and in the development of XFG

00-12-2007 (Υποέργο: 80946)
Christina D. Befani , Anastasios G. P. Konstas , George G. Koliakos (Αθήνα Δεκέμβριος 2007), Evaluation of catalase activity peroxides and oxidants-prooxidants balance in aqueous humor and serum from patients with exfoliation syndrome and exfoliative glaucoma, 59th Meeting of Hellenic Society of Biochemistry & Molecular Biology

Περίληψη
Exfoliation syndrome (XFS) is characterised by the synthesis and progressive accumulation of a fibrillar extracellular material in many ocular tissues leading to the development of open angle glaucoma (exfoliative glaucoma, XFG). It is now well known that free radicals and antioxidant enzymes play a role in ageing, and an altered oxidant? antioxidant balance is evident in age-related ocular diseases. In the present study, the activity of catalase, the levels of the peroxide, and the oxidants-andioxidants balance (PAB) were determined in the aqueous humour and serum of 20 XFS patients and 20 XFG patients and compared with 20 age matched controls. The activity of catalase in the aqueous samples from XFS patients was significantly lower than that measured in the aqueous of controls whereas catalase activity in XFG patients was not affected compared to controls. In addition, a significantly lower catalase activity was measured in the serum samples from XFS and XFG separately than that measured in the serum of controls. Additionally, the peroxides concentration in the aqueous humour and serum from patients with XFS and XFG separately was significantly greater than that of the control patients. Finally, the PAB in the aqueous humor remained unchanged in the patients with XFS compared with the control patients but a significant shift of the balance in favour of oxidants was observed in patients with XFG compared with the control group. Additionally, the PAB in serum from patients with XFS and XFG separately and was significantly shifted in favor of oxidants compared with the control patients. In conclusion, these findings suggest a role of free radicals in the pathogenesis of XFS and in the development of XFG

00-05-2007 (Υποέργο: 80946)
Μπεφάνη Χριστίνα., Κολιάκος Γεώργιος,Hamidi Alamdiri Daryoush., Κώνστας Αναστάσιος, (Καβάλα, Μάιος 2007) ΕΝΖΥΜΙΚΗ ΕΝΕΡΓΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΑΣΗΣ ΣΤΟ ΥΔΑΤΟΕΙΔΕΣ ΥΓΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΚΑΙ ΔΕΙΚΤΕΣ ΟΞΕΙΔΩΤΙΚΟΥ ΣΤΡΕΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΑΠΟΦΟΛΙΔΩΣΗΣ / ΓΛΑΥΚΩΜΑ ΑΠΟΦΟΛΙΔΩΣΗΣ, 29ο Επιστημονικό Συνέδριο Ελληνική Εταιρία Βιολογικών Επιστημών

Περίληψη
Το σύνδρομο αποφολίδωσης-ΣΑ, μια γενικευμένη διαταραχή της εξωκυττάριας ουσίας, χαρακτηρίζεται από υπερβολική σύνθεση και προοδευτική άθροιση εξωκυττάριου υλικού σε διάφορους οφθαλμικούς ιστούς και συχνά οδηγεί στην ανάπτυξη αποφολιδωτικού γλαυκώματος-ΓΑ. Η παθογένεση και οι μηχανισμοί του ΣΑ και ο μηχανισμός μετάπτωσης από το ΣΑ στο ΓΑ παραμένουν ακόμη άγνωστα. Είναι όμως πλέον γνωστό ότι το οξειδωτικό στρες και τα αντιοξειδωτικά ένζυμα εμπλέκονται σε οφθαλμολογικές παθήσεις σχετιζόμενες με την ηλικία όπως καταρράκτης, εκφυλισμός της ωχρής κηλίδας, γλαύκωμα. Ο σκοπός της παρούσας εργασίας είναι ο προσδιορισμός της δραστηριότητας της καταλάσης, τα επίπεδα του ασκορβικού οξέος και των καρβονυλιωμένων πρωτεϊνών καθώς και της ισορροπίας οξειδωτικών-αντιοξειδωτικών σε υδατοειδές υγρό και πλάσμα 15 ασθενών με ΣΑ, 15 ασθενών με ΓΑ και 20 ασθενών ίδιας ηλικίας χωρίς ΣΑ και ΓΑ. Τα επίπεδα της δραστηριότητας της καταλάσης στο υδατοειδές υγρό και στο πλάσμα, και του ασκορβικού οξέος στο υδατοειδές υγρό είναι μειωμένα στην ομάδα των ασθενών με ΣΑ και στην ομάδα των ασθενών με ΓΑ σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, ενώ το επίπεδο των καρβονυλιωμένων πρωτεϊνών στο υδατοειδές υγρό είναι αυξημένο στην ομάδα των ασθενών με ΣΑ σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Επίσης, όσον αφορά την ισορροπία μεταξύ οξειδωτικών-αντιοξειδωτικών δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά ανάμεσα στις ομάδες ασθενών με ΣΑ και ελέγχου ενώ παρατηρήθηκε μια σημαντική μετατόπιση της ισορροπίας υπέρ των οξειδωτικών στην ομάδα των ασθενών με ΓΑ σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Συμπερασματικά, τα αποτελέσματά μας παρουσιάζουν ένα πιθανό ρόλο των ελεύθερων ριζών στην παθογένεση του ΣΑ και στην μετάπτωσή του σε ΓΑ.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών

01-09-2006 (Υποέργο: 21924)
Koutandos E.V., Prinos P.E., Koutitas C.G., (2006), "Permeability effects on breaking waves over submerged rubble mound breakwaters", International Conference &#8216;Hydroscience-2006&#8217;, Philadelphia, U.S.A, (submitted for presentation).

Περίληψη
In the present study the effect of structure porosity on breaking, regular waves over submerged permeable breakwaters is investigated numerically. The COBRAS wave model used in the numerical simulations is calibrated and validated using experimental results from DELOS. The Cantabria university wave flume is used for comparison purposes. Structure porosities from 0.3 to 0.8 are examined for various wave conditions. It is revealed that structure porosity affects wave breaking and therefore surface evolution in the upstream inclined side of the structure. The spectrums undergo significant changes under the combined effects on non-linear energy transfer and dissipation for lower structure porosities. On the contrary these phenomena are milder in the case of higher porosities. The phenomena of higher frequency harmonics generation are more evident in the first case. Energy considerations reveal that porosity affects significantly transmission of wave energy mainly due to friction and wave breaking. 2DV velocity fields reveal the fact that much higher wave velocities are observed in the case of lower porosities than in the case of higher porosities in the regions upstream, over and inside the submerged structure. 2DV turbulence kinetic energy fields reveal the fact that turbulence kinetic energy intensity in the case of lower porosities is much lower than in the case of lower porosities. In the first case maximum turbulence kinetic energy intensity is observed in the porous body of the structure while in the second case maximum turbulence kinetic energy intensity is observed over the crest of the breakwater.

01-09-2006 (Υποέργο: 21924)
Koutandos E.V., Prinos P.E., Koutitas C.G. (2006) "2DV hydrodynamics of emerged rubble mound breakwaters", International Conference &#8216;Hydroscience-2006&#8217;, Philadelphia, U.S.A (submitted for presentation).

Περίληψη
In the present study the 2DV hydrodynamic characteristics of emerged rubble-mound breakwaters with or without overtopping is studied numerically using the Cornell Breaking waves and Structure (COBRAS) model. The COBRAS model solves the 2DV Reynolds Averaged Navier-Stokes (RANS) equations, based on the decomposition of the instantaneous velocity and pressure fields into mean and turbulent quantities. Reynolds stresses are closed with an algebraic non-linear k-ε turbulence model, which can solve anisotropic&#8211;eddy-viscocity turbulent flows. The flow in the porous structure is described in the COBRAS model by the Volume-Averaged Reynolds Averaged Navier-Stokes (VARANS) equations, obtained by integration of the RANS equations in a control volume larger than the pore structure but smaller than the characteristic length scale of the flow. Another set of k-ε equations similar to the previous one is used to model turbulence production-dissipation within the porous medium. Two characteristic cases are examined numerically: (A) emerged breakwater without overtopping and (B) emerged breakwater with overtopping. In both cases numerical results, concerning the free surface evolution along the wave flume, are compared satisfactorily against experimental results from the European Project DELOS.

01-09-2006 (Υποέργο: 21924)
Κουτάντος Ε.Β., Πρίνος Π.Ε., Κουτίτας Χ.Γ., (2006), "Κατακόρυφα διδιάστατη αλληλεπίδραση κυματισμών με πορώδη κυματοθραύστη ορθογωνικής διατομής", 10ο πανελλήνιο συνέδριο Ε.Υ.Ε., Ξάνθη, (απεστάλη για παρουσίαση).

Περίληψη
Στην παρούσα αριθμητική μελέτη παρουσιάζεται η κατακόρυφα διδιάστατη αλληλεπίδραση κυματισμών με πορώδη βυθισμένο κυματοθραύστη ορθογωνικής διατομής. Εφαρμόζεται το κυματικό μοντέλο COBRAS το οποίο αναπτύσσεται στο Εργαστήριο Θαλάσσιας Τεχνικής και Θαλασσίων Έργων του ΤΥΤΠ/ΤΠΜ ΑΠΘ. Το κυματικό μοντέλο έχει βαθμονομηθεί για την περίπτωση βυθισμένων διαπερατών κατασκευών με βάση πειραματικά αποτελέσματα από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Delos. Εξετάζονται διάφορές κυματικές συνθήκες για θραυόμενους και μη θραυόμενους κυματισμούς, όπως επίσης και η επίδραση της διαπερατότητας της κατασκευής στη διαμόρφωση των κυματισμών. Εξετάζεται η απόδοση της κατασκευής και τα υδροδυναμικά πεδία ταχυτήτων και κινητικής ενέργειας της αναπτυσσόμενης τύρβης στην περιοχή της κατασκευής.

01-09-2006 (Υποέργο: 21924)
Koutandos E.V., Prinos P.E., Koutitas C.G., (2006) "2DV wave interaction with submerged impermeable orthogonal breakwaters", International Conference 'Protection and Restoration of the Environment VIII', Chania, Greece, (submitted for presentation).

Περίληψη
In the present study the wave structure interaction with submerged impermeable orthogonal breakwaters is investigated numerically. The COBRAS wave model used in the numerical simulations is validated using experimental results from. Various wave conditions for breaking and non breaking waves are examined in a numerical wave tank in order to examine the performance of the structure, transmission, reflection dissipation and the 2DV hydrodynamic fields velocity vorticity and turbulence kinetic energy characteristics.

01-09-2006 (Υποέργο: 21924)
Zeris A., Prinos P., (2006) "Two Dimensional Huang Hilbert Transform. The analytic overtopping wave image". 30th International Conference on Coastal Engineering (ICCE 2006), accepted as a poster.

Abstract

01-09-2006 (Υποέργο: 21924)
Prinos P., Zeris A., (2006) "Wavelet Coherence Analysis for waves over submerged breakwaters" 30th International Conference on Coastal Engineering (ICCE 2006) accepted as a paper for presentation.

Abstract

01-09-2006 (Υποέργο: 21924)
Zeris A., (2006) "Water waves analysis with image space scale decomposition tools: wavelets edge detection and the two-dimensional Huang Hilbert transform", EPE06-EPE107-35

Abstract

01-06-2005 (Υποέργο: 21924)
Κουτάντος Ε.Β., Πρίνος Π.Ε., Κουτίτας Χ.Γ., (2005) "Πρόσπτωση κυματισμών σε κυματοθραύστη μεικτής κατά πλάτος διατομής", Τρίτο πανελλήνιο συνέδριο &#8216;Διαχείριση και βελτίωση παράκτιων ζωνών&#8217;, σελ. 385-396.

Περίληψη
Στην εργασία αυτή εξετάζεται υπολογιστικά η πρόσπτωση κυματισμών σε κυματοθραύστη κατά πλάτος μεικτής διατομής (διαπερατό άναντες τμήμα και αδιαπέρατο κάταντες). Στο αριθμητικό μοντέλο επιλύονται οι εξισώσεις RANS σε δύο διαστάσεις σε συνδυασμό με το μοντέλο τύρβης k-ε και την μέθοδο VOF για τον εντοπισμό της ελεύθερης επιφάνειας. Η ροή στο διαπερατό τμήμα του κυματοθραύστη περιγράφεται από τις εξισώσεις VARANS σε συνδυασμό με ανάλογο μοντέλο τύρβης k-ε. Τα αριθμητικά αποτελέσματα συγκρίνονται με διαθέσιμες μετρήσεις στην περιοχή της κατασκευής εντός και εκτός του πορώδους.

01-06-2005 (Υποέργο: 21924)
Zeris A., (2005) "Methods based on one component laser Doppler anemometer and hot film anemometer for three-dimensional turbulent measurements", Proceedings of the SPIE, Volume 5856, pp. 874-881, Munich.

Περίληψη
In the present study, an experimental investigation is conducted for the research of the turbulent open channel flow field at the three directions with the aid of one component Laser Doppler Anemometer and x Hot Film sensors. The instrumentation is used in an efficient manner for the extraction of three turbulent statistics with one measurement. The application of the present technique is conducted on fully developed uniform open channel turbulent flow and on flow with suction from the bed. With the aid of assumption for zero correlation between velocity and direction fluctuations the required number of measurements in the plane of flow direction for turbulent statistics is reduced. Using the Hot film sensor in the streamwise-spanwise orientation and with the LDA beam plane inclined in streamwise &#8211; vertical plane for the extraction a component of streamwise velocity direction, the three turbulent statistics are estimated. Also, with the assumption of randomness of velocity fluctuations of the open channel flow in the zero correlation assumption, the dependence of turbulent statistics with the angle is possible to be calculated. The influence of suction from the bed on the uniform open channel flow, alters the turbulent flow field characteristics and in the present paper the distribution of turbulent intensities are presented for various suction rates in the flow depth. In the form of covariance and auto-covariance angle dependence is examined for uniform flow and for flow with suction from the bed.

01-06-2005 (Υποέργο: 21924)
Zeris A., Koftis Th., Prinos. P. (2005) "Overtopping Signal Analysis with Empirical Mode Decomposition. Instantaneous Frequency and Spectral Analysis". 1st Int. Conf. On Coastal Zone Management and Engineering, Dubai, pp. 227-231.

Περίληψη
In the present article, a non-linear signal analysis is conducted for the examination and the understanding of the overtopping wave height elevation. The overtopping appearance research is considered as a challenged scientific task of the last years, because of the importance in the domain of risk assessment in waves - structures interaction and in the contradictory field of wave energy extraction. For the present investigation, numerical data and experimental laboratory data are analyzed from wave &#8211; breakwaters interaction. Breakwaters of various types with vertical walls are examined and complementary reflected and transmitted wave height elevation is taking account in the analysis. Energy operators are implemented for the above signals and a comparative study is conducted with the Hilbert transform.

01-06-2005 (Υποέργο: 21924)
Zeris, A., Prinos, P., (2005) &#8220;Rainfall time series analysis with wavelets and Huang Hilbert transforms&#8221;, Proc. of XXXI IAHR Conference (in CD Rom), Korea, pp. 3719-3726.

Abstract

01-05-2006 (Υποέργο: 21957)
Kombiadou K., Krestenitis Y.N., "Fine Sediment Transport Model for the Simulation of Pollutants in the Coastal Environment", Protection and Restoration of the Environment VIII, Chania, Greece 2006

Περίληψη
The knowledge of the movement of cohesive sediment can provide significant information regarding pollutant transport in the marine environment, since the introduction of fine-grained material to a coastal system entails associated entrance of pollutants attached to the sediments surface. These pollutants mainly comprise of residue from agricultural and industrial activities introducing nutrients, heavy metals and toxic substances to the coastal system. In that aim a numerical model has been developed to predict the fate of the sediments entering seawater from different pollution sources, such as rivers, sewage and erosion of the seabed. The three-dimensional transport model is based on the Lagrange - Monte Carlo method, according to which the sediments are simulated by sedimentary particles, each representing a particular amount of mass and presenting the same properties. The particles&#8217; fate is traced with time after their introduction to the marine environment as it is being passively advected and dispersed by the currents and undergoes physical processes that affect its properties and movement. The movement is analysed into a deterministic part that accounts for the horizontal advection, controlled by the local velocity of the aquatic environment and a stochastic part that simulates the turbulent diffusive processes. Input parameters of the model are hydrodynamic data and physical parameters of the seawater and hydrological data. Once the cohesive sediment particles are introduced to the study area they undergo various processes affecting their properties and their movement. These processes simulated by the mathematical model are flocculation-defloculation, changes to the particle density due to the effect of the seawater, associated alterations to the sediment&#8217;s settling velocity as well as near-bed processes and influence of the stratification of the marine environment to the vertical movement of the particles either intercepting or enhancing settling rates. Specifically the near-bed processes include deposition of particles on the seabed, resuspension at a later time, self-weight consolidation, and introduction of particles from erosion, according to the shear stress conditions of the seabed. As for the effect of the stratification of the water column to the vertical movement of the sediments it has been embodied in the model through the use of damping functions for the stochastic and deterministic vertical velocities, based on the theory of double diffusion. The results that can potentially be extracted from the model are various and comprise from &#8220;snapshots&#8221; of the aquatic environment with respect to suspended or settled sediment, trajectories of the movement of specific particles, concentrations of suspended or deposited matter, variation of sediment characteristics in time and with respect to the origin of the particle, prognosis of sedimentation rates and identification of sedimentation patterns of the coastal system and in general the distribution of nutrients in every spatial and temporal point required. The model is fully functional and constantly under improvements and evolvements, the most significant of which is the introduction of biological properties to the particles, which is expected to provide more direct and manifest pollution prognosis, relating seawater quality parameters, such as nutrient concentrations and dissolved oxygen. The application of the model can be used for the forecast of the quality of marine environment, or to formulate decisions for the protection of the seawater environment from pollution incidents, after their detection from monitoring stations.

30-06-2005 (Υποέργο: 21957)
Παναγιώτου Μ., Αντωνιάδου Χ., Κρεστενίτης Ι., Χιντήρογλου Χ., 2005. Δομή των πληθυσμών των κυρίαρχων βενθικών ασκιδίων (Microcosmus savigni, Phallusia mamillata, Styela plicata) στον κόλπο της Θεσσαλονίκης, Ελληνική Εταιρεία Βιολογικών Επιστημών, Πρακτικά 27ου Επιστημονικού Συνεδρίου, σελ 283-284.

Περίληψη
Τα ασκίδια αποτελούν μία από τις σημαντικότερες ομάδες του βένθους, καθώς η τροφοληπτική τους συμπεριφορά (διηθηματοφαγία) συμβάλλει στην ανάδευση του αιωρούμενου σωματιδιακού φορτίου στη στήλη του νερού. Συνεπώς, η μελέτη της πυκνότητας και της δομής των πληθυσμών τους σε θαλάσσιες περιοχές κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική. Στην περιοχή του Κόλπου της Θεσσαλονίκης βρέθηκαν 3 κυρίαρχα είδη (Microcosmus savigni, Phallusia mamillata, Styela plicata). Τα είδη M. savigni και P. mamillata εμφανίζονται με πυκνότητες 183 άτομα/ 20 min (Β.Α. ακτές) και 140 άτομα/ 20 min (Β.Δ. ακτές) αντίστοιχα και πάνω σε οριζόντιο φυσικό υπόστρωμα. Το S. plicata καταγράφηκε σε τεχνητό σκληρό υπόστρωμα σε όλη την έκταση του Κόλπου, με μεγαλύτερη πυκνότητα στα ανατολικά (677 άτομα/ 20 min). Η βιομετρική μελέτη των πληθυσμών έδειξε τις ακόλουθες τιμές των σημαντικότερων μορφομετρικών παραμέτρων: (1) M. savigni: ολικό μήκος χιτώνα (LH)33,4±7,97mm, ολικό πλάτος χιτώνα (DH)43,57±5,98mm, ολικό βάρος (W)24,11±7,38gr, ολικό μήκος μανδύα (LM)21,10±3,39mm, ολικό πλάτος μανδύα (DM)33,57±4,44mm, ολικό βάρος μανδύα (WM)5,15±1,85gr και βάρος γονάδας (WG)0,669±0,339gr. (2) P. mamillata: (LH)61,74±10,65mm, (DH)35,66±6,18 mm, (W)50,28±16,42gr, (LM)34,16±4,69mm, (DM)24,46±4,48mm, (WM)8,90±3,12gr. Στο είδος αυτό δε προσδιορίστηκε το βάρος της γονάδας λόγω προβλημάτων στην απομόνωσή της. (3) S. plicata: (LH)40,45±12,77mm, (DH)23,02±6,43mm, (W)12,93±8,46gr, (LM)33,65±7,19mm, (DM)18,99±4,49mm, (WM)4,95±2,07gr, (WG)1,02±0,480gr. Η ανάλυση των κλάσεων μεγέθους των πληθυσμών έδειξε ότι στο M. savigni τα άτομα με μήκος από 2,2-4cm φαίνεται να έχουν τη μεγαλύτερη αντιπροσώπευση ενώ στα P. mamillata και S. plicata από 5,4-7,3 cm και 2,7-5,2 cm αντίστοιχα.

30-06-2005 (Υποέργο: 21957)
Krestenitis Y.N., Kombiadou K., Savvidis Y., "Modelling sediment transport in coastal basins: The case of the Thermaikos Gulf:, Geophysical Research Abstracts, (2005) Vol. 7, 04768

Περίληψη
The pollutants affecting marine environments are mostly associated with particulate matter, especially with fine sediments. As a consequence, knowing the motion and distribution of sediment particles coming from a given pollutant source is expected to provide the &#8216;bulk&#8217; information on pollutant distribution. In that aim a numerical model has been developed to predict the fate of the sediments introduced to the seawater from different pollution sources, such as rivers, sewage and erosion of the seabed. The three-dimensional transport model for &#8216;ideal&#8217; particles passively advected and dispersed by the currents is based on the Lagrange - Monte Carlo Method. A large number of particles, each representing a particular amount of mass are presented to the flow domain through various sources. Their transport and fate is traced with time. The horizontal advection of the particulate matter is controlled by the local fluid velocity and the vertical advection is controlled by the local fluid velocity and the particle settling velocity. The turbulent diffusion is simulated by the random Brownian motion of the particles due to the turbulence. Thus the motion of each particle is analyzed into a deterministic part, which expresses convection and a stochastic part that accounts for diffusive processes. Input parameters of the model are hydrodynamic data and physical parameters of the seawater and hydrological data. Once the cohesive sediment parcels are introduced to the coastal environment they undergo various processes that affect their properties and their movement. More specifically in relation to the physical parameters of the water they flocculate or deflocculate and gradually change density, thus altering their representative diameter and settling velocity. Seawater stratification influences the vertical movement of the parcels by either intercepting or enhancing settling rates. Near-bed processes are included in the simulation, with the possibility of the parcels to settle onto the bed, consolidate or resuspend at a later time, and the introduction of eroded material from the sea bottom, according to the shear stress conditions. One of the major advantages of the model is that many different sets of results can be extracted, such as &#8220;snapshots&#8221; of the aquatic environment with respect to suspended sediments, trajectories of the movement of specific parcels, concentrations of suspended or deposited matter, variation of sediment characteristics in time and in general the distribution of nutrients in every spatial and temporal point required. The mathematical simulation, described above, is realized for the case of the real field of Thermaikos Gulf. The four rivers, Axios, Loudias, Aliakmon and Pinios that discharge along the west coasts of Thermaikos Gulf, supply the coastal basin with a large amount of fine-grained sediments. The coastal region of the study was extended from the near-shore region to the offshore region of the gulf. The necessary hydrodynamic data, are obtained from the Northern Aegean shelf model, a three dimensional hydrodynamic model based on the well-known Princeton Ocean Model (POM). The shelf model obtains the boundary conditions (asynchronously nested) from the Aegean-Levantine area (so-called ALERMO) model (MFSTEP project). The results from the sediment transport model used for quantitative information of the sedimentation - deposition in Thermaikos gulf and to study the sedimentation rate on the basin.

01-05-2005 (Υποέργο: 21957)
Κρεστενίτης Γ.Ν., Αντωνιάδου Χ., Κομπιάδου Κ., Παναγιώτου Μ., Χιντήρογλου Χ., "Επίδραση των βενθικών ασκιδίων στην κατανομή του αιωρούμενου σωματιδιακού υλικού, στον Κόλπο της Θεσσαλονίκης", 8ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Ωκεανογραφίας & Αλιείας, Θεσσαλονίκη 2006

Περίληψη
Αντικείμενο της μελέτης είναι η ταυτοποίηση της πληθυσμιακής δομής των βενθικών ασκιδίων στον Κόλπο της Θεσσαλονίκης, η διερεύνηση της επίδρασης τους στη διασπορά του αιωρούμενου σωματιδιακού φορτίου και της δυνατότητας χρησιμοποίησής τους ως βιολογικών φίλτρων. Η πληθυσμιακή δομή των ασκιδίων εξετάστηκε με επιτόπου εποχιακές δειγματοληψίες και πειράματα πεδίου για τη μελέτη του ρυθμού εποίκησης. Παράλληλα έλαβαν χώρα μετρήσεις ρευμάτων, φυσικών παραμέτρων και συγκέντρωσης αιωρούμενου υλικού στους σταθμούς δειγματοληψιών, οι οποίες αποτέλεσαν δεδομένα για τις μαθηματικές προσομοιώσεις της δράσης των βενθικών ασκιδίων στην κατανομή του αιωρούμενου υλικού στη στήλη του νερού. Τα μαθηματικά πειράματα έγιναν με τη βοήθεια μοντέλου κυκλοφορίας και μεταφοράς-διασποράς σωματιδίων, στο οποίο η δράση των ασκιδίων περιγράφηκε με όρους απώλειας υλικού. Από τα αποτελέσματα της έρευνας προκύπτει ότι τα βενθικά ασκίδια είναι καλά προσαρμοσμένα στο εύτροφο περιβάλλον του Κόλπου και ότι η χρησιμοποίησή τους, και ιδιαίτερα του είδους Styela plicata, ως βιολογικά φίλτρα για την αναβάθμιση της οικολογικής ποιότητας των παράκτιων υδάτων είναι δυνατή.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού

01-10-2007 (Υποέργο: 80839)
Vassilia Hatzitaki, Ioannis G Amiridis, Thomas Nikodelis, Theodoros Kannas, "Visually guided weight shifting practice changes the kinematic synergy required for picking an object from the floor in elderly women", Vth Motor Control Conference (MCC2007), 31/9-2/10-2007, Sofia, Bulgaria

Περίληψη
Σύμφωνα με την υπόθεση της παρούσας έρευνας, η εξάσκηση με οπτικά καθοδηγούμενη μεταφορά του βάρους θα βελτιώσει την κινηματική συνέργεια που χρειάζεται για την άρση ενός αντικειμένου από το έδαφος. Πενήντα μία (51) υγιείς ηλικιωμένες, χωρίς νευρολογικά και μυοσκελετικά προβλήματα χωρίστηκαν με τυχαίο τρόπο σε: μια ομάδα που εξασκήθηκε σε μεταφορές βάρους στο προσθοπίσθιο επίπεδο (A/P group), μια ομάδα που εξασκήθηκε σε μεταφορές βάρους στο μετωπιαίο επίπεδο (M/L group) και μια ομάδα ελέγχου. Οι συμμετέχουσες παρακολούθησαν 12 συνεδρίες εξάσκησης (3 την εβδομάδα, 25άλεπτης διάρκειας). Πριν και μετά την περίοδο εξάσκησης, ζητήθηκε από τις εξεταζόμενες να εκτελέσουν την δεξιότητα της άρσης ενός αντικειμένου από το έδαφος, το οποίο ήταν τοποθετημένο 45 μοίρες μπροστά και πλάγια σε σχέση με το σώμα τους. Κατά την διάρκεια εκτέλεσης της δεξιότητας καταγράφηκε η απόκλιση του Κέντρου Πίεσης (ΚΠ) και οι γωνιακές μετατοπίσεις του κορμού και της λεκάνης. Ως προσαρμογή της εξάσκησης αποτυπώθηκε μια στατιστικά σημαντική αύξηση του εύρους κίνησης του Κ.Π. τόσο στον προσθοπίσθιο όσο και στο μετωπιαίο άξονα για την ομάδα που εξασκήθηκε στο μετωπιαίο επίπεδο. Η παραγοντική ανάλυση έδειξε την μετάβαση από δύο κύριες συνιστώσες πριν την εξάσκηση σε μία κύρια συνιστώσα μετά την εξάσκηση η οποία εξηγούσε το 96.3% της συνολικής διακύμανσης των γωνιακών μετατοπίσεων των μελών. Συμπεραίνεται ότι η εξάσκηση με οπτικά καθοδηγούμενες μεταφορές βάρους βελτιώνει την κινηματική συνέργεια που απαιτείται κατά την άρση ενός αντικειμένου από το έδαφος.

14-07-2007 (Υποέργο: 80839)
Hatzitaki V., Spiliopoulou S., Nikodelis T., Amiridis IG, "Effectiveness of VF training for improving static balance in elderly depends on the direction of visually induced WS", 18th International Soseity of Posture and Gait Research (ISPGR) conference, 14-18/7/2007, Burlington, Vermont, USA

Περίληψη
Η παρούσα εργασία εξέτασε την επίδραση της εξάσκησης με οπτικά καθοδηγούμενες μεταφορές βάρους σε δύο διαφορετικές διευθύνσεις κίνησης στην στατική ισορροπία ηλικιωμένων γυναικών. Πενήντα μία (51) υγιείς ηλικιωμένες, χωρίς νευρολογικά και μυοσκελετικά προβλήματα χωρίστηκαν με τυχαίο τρόπο σε: μια ομάδα που εξασκήθηκε σε μεταφορές βάρους στο προσθοπίσθιο επίπεδο (A/P group), μια ομάδα που εξασκήθηκε σε μεταφορές βάρους στο μετωπιαίο επίπεδο (M/L group) και μια ομάδα ελέγχου. Οι συμμετέχοντες παρακολούθησαν 12 συνεδρίες εξάσκησης (3 την εβδομάδα, 25άλεπτης διάρκειας). Η στατική ισορροπία αξιολογήθηκε πριν και μετά την περίοδο εξάσκησης με τη δεξιότητα της δίποδης στήριξης, και την στάσης Sharpened-Romberg (SRS) με την καταγραφή των μεταβολών του Κέντρου Πίεσης και των γωνιακών κινηματικών των μελών. Καμία από τις δύο ομάδες εξάσκησης δεν έδειξε σημαντική βελτίωση στην κανονική δίποδη στήριξη, αν και παρατηρήθηκε μια σημαντική μείωση της ασυμμετρίας μεταξύ των μελών στην μεταβολή του Κέντρου Πίεσης για την ομάδα που ασκήθηκε στο προσθο-πίσθιο επίπεδο. Στην στάση Sharpened-Romberg, η ομάδα που ασκήθηκε στο προσθιο-πίσθιο επίπεδο μείωσε σημαντικά την μετατόπιση του Κέντρου Πίεσης, τη γωνιακή μετατόπιση του κάτω άκρου στο προσθοπίσθιο επίπεδο και την γωνιακή μετατόπιση του κορμού στο μετωπιαίο επίπεδο. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν την σημασία της εξάσκησης με μεταφορές βάρους σε διαφορετικές διευθύνσεις, ειδικά στην προσθοπίσθια διεύθυνση, για την βελτίωση του ελέγχου της στατικής ισορροπίας σε ηλικιωμένες γυναίκες.

05-07-2006 (Υποέργο: 80839)
Amiridis G Ioannis , Nikodelis Thomas, Hatzitaki Vassilia, "Weight shifting training improves symmetry but not overall postural sway of static balance in the elderly", 11th Annual European Congress of Sport Sciences (ECSS), 5-8/7/2006, LAUSANNE

Περίληψη
Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν να διερευνήσει την επίδραση της οπτικά καθοδηγούμενης προπόνησης μεταφοράς βάρους στη στατική ισορροπία ηλικιωμένων ατόμων. Σαράντα οκτώ (48) ηλικιωμένες γυναίκες, χωρίς νευρολογικά και μυοσκελετικά προβλήματα χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες: μια ομάδα που έκανε προπόνηση μεταφοράς βάρους στο προσθοπίσθιο επίπεδο (A/P group, n=19), μια ομάδα που έκανε προπόνηση μεταφοράς βάρους στο μετωπιαίο επίπεδο (M/L group, n=15) και μια ομάδα ελέγχου (n=14). Οι συμμετέχουσες παρακολούθησαν 12 προπονητικές συνεδρίες οι οποίες περιελάμβαναν οπτικά καθοδηγούμενες μεταφορές βάρους (4 εβδομάδες, 3συνεδρίες / εβδομάδα, 25 λεπτά / συνεδρία). Η στατική ισορροπία αξιολογήθηκε πριν και μετά την προπόνηση κατά την φυσιολογική δίποδη στάση (60sec) με τη καταγραφή της μεταβολής του Κέντρου Πίεσης (CoP) (100Hz, 2-Delta Stabilometer©, Εργαστήριο Βιοκινητικής, AUTH) και των γωνιακών κινηματικών των μελών της κνήμης, της λεκάνης, και του κορμού (100 Hz, Flock of Birds; Ascension Inc, Burlington, VT, USA). Η προπόνηση στο προσθοπίσθιο επίπεδο οδήγησε σε σημαντική μείωση της μεταξύ των δύο ποδιών ασυμμετρίας στην κατανομή του βάρους. Παρόλα αυτή, δεν άλλαξε σημαντικά τις παραμέτρους ταλάντωσης του ΚΠ αλλά ούτε και τις κινηματικές παραμέτρους των μελών. Συμπεραίνεται ότι η προπόνηση με οπτικά καθοδηγούμενες μεταφορές βάρους, βελτιώνει την συμμετρία κατανομής βάρους αλλά όχι την ισορροπία κατά την φυσιολογική δίποδη στάση.

03-02-2006 (Υποέργο: 80839)
Hatzitaki V., Nikodelis T., Kostadakos S., Kollias N., "Age-Related Motor Response Delays during a Key Pressing and a Step Initiation Reaction Time Task", The International Congress on GAIT & MENTAL FUNCTION, 3-5/2/2006 MADRID, SPAIN

Περίληψη
Η επιβράδυνση του χρόνου έναρξης της βουλητικής κίνησης στους ηλικιωμένους έχει καταγραφεί συστηματικά με διάφορες δεξιότητες όπου μετρήθηκε ο χρόνος αντίδρασης (Patla et al,1993; Lord & Fitzpatrick, 2001). Ο βαθμός στον οποίο αυτές οι καθυστερήσεις αποδίδονται σε μείωση της ευαισθησίας του αντιληπτικο-κινητικού μηχανισμού, σε αυξημένο χρόνο κεντρικής επεξεργασίας του ερεθίσματος ή σε χαμηλότερη ταχύτητα αγωγιμότητας των νευρικών ώσεων δεν είναι γνωστός. Η παρούσα μελέτη διερεύνησε το βαθμό στον οποίο η καθυστέρηση της κινητικής απάντησης λόγο γήρανσης σχετίζεται με την πολυπλοκότητα της κινητικής δεξιότητας. Έγινε σύγκριση του χρόνου της κινητικής απάντησης σε ένα οπτικό ερέθισμα μεταξύ δώδεκα ηλικιωμένων (ηλικία: 78 + 2.3 ετών) και δώδεκα νέων συμμετεχόντων (ηλικία: 35+ 3.7 ετών) που εκτέλεσαν δύο δεξιότητες χρόνου αντίδρασης: α) ένα απλό τεστ χρόνου αντίδρασης στο πάτημα ενός πλήκτρου (VIENNA Test Instrument System) και β) μια δεξιότητα έναρξης βηματισμού: οι συμμετέχοντες έπρεπε να κάνουν ένα βήμα προς κάθε κατεύθυνση, μπροστά, πίσω, δεξιά και αριστερά μετά από ένα οπτικό ερέθισμα (άναμμα ενός LED). Η τάση του LED και η κατακόρυφη δύναμη καταγράφηκαν (PCI1716 Advantec A/D card, συχνότητα δειγματοληψίας 500 Hz) και αναλυθήκαν με το LabView (7.0). Η ομάδα των ηλικιωμένων είχε μεγαλύτερους χρόνους αντίδρασης από τους νέους και στις δύο δεξιότητες. Η ανάλυση γραμμικής παλινδρόμησης έδειξε ότι ο χρόνος αντίδρασης κατά το πάτημα του διακόπτη μπορούσε να προβλέψει σε σημαντικό βαθμό το χρόνο έναρξης του βηματισμού. Τα αποτελέσματα φαίνεται να στηρίζουν την άποψη ότι ο αργός χρόνος αντίδρασης που παρατηρείται ως απόρροια της γήρανσης σχετίζεται με την πιο αργή αντιληπτικο-κινητική επεξεργασία στα ανώτερα κέντρα ελέγχου της κίνησης και όχι με το κινητική μέρος της αντίδρασης.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού Σερρών

10-07-2007 (Υποέργο: 80930)
Kellis E, Arabatzi F. Kofotolis N. (2007) Reliability οf a spinal curvature and mobility assessment protocol in children using a skin-surface devise, 12th European College of Sport Sciences Annual Conference, Jyvaskyla, 10-13 July, Page 191

Περίληψη
Evidence on the reliability of back mobility measures remains scarce in children. This prevents the establishment of appropriate protocols for screening pediatric population for spinal mobility problems. The aim of this study was to examine the reliability of a spinal extension and flexion assessment protocol using a skin-surface device. Spinal curvature was measured during standing, full flexion, and full extension in fifty-three healthy children (10.2 ± 1.4 years) by three examiners on two separate occasions. Intraclass correlation coefficients (ICC), and standard errors of measurement (SEM) were used to examine between-day and inter-examiner reliability for thoracic, lumbar and hip range of motion as well for motion of segments from T1-2 to L5-S1. For global mobility measures, the between-day ICCs ranged from 0.62 to 0.94 and the inter-examiner ICCs ranged from 0.42 to 0.89. Reliability was higher for standing curvature measures compared with flexion and extension range of motion. The ICCs were lower for segmental ranges of motion, ranging from 0.22 to 0.94. The average between-day SEM over all vertebral levels was approximately 1-2°. The present results indicated high reliability of global spinal mobility measures in children. The reliability of segmental ranges of motion, especially in extension and flexion of the spine ranges from moderate to low. The present protocol is adequate for an easy and non-invasive initial screening of spinal curvature and movement in children.

13-07-2006 (Υποέργο: 80930)
Kellis, E., Emmanoulidou, E., Kouvelioti, V., Kofotolis (2006) Schoolbag weight and spinal mobility measures in schoolboys: Are they related? 11th European College of Sport Sciences Annual Conference, Lausagne, 13-16 July, Page 191

Περίληψη
Carrying schoolbags constitutes a daily activity for children aged from 6 to 18 years old. In recent years there has been a widespread concern over the role of school bags in the occurrence of back pain during childhood and adolescence (Puckree et al. 2004). Press releases from governments and organizations make specific recommendations to parents and children concerning the weight, size and manner of carrying school bags (American Academy of Orthopaedic Surgeons). Previous studies in USA (Goodgold, et al 2004), Italy (Negrini et al. 1999) and N. Zealand (Whittfield et al. 2001) showed that the school bags weight represented 17.2%, 22% and 11.7%, of the body weight of the students respectively. The purpose of the study was to determine the weight of the school bags, and the percentage of body weight (% of BW) represented by school bags. Methods A total of 385 (210 boys, 175 girls) students between the ages of 6 and 14 years (M=9.7, SD=?2.2) from a city in Northern Greece, volunteered to participate in this study. Body weight was measured to an accuracy of 0.5 kg using electronic scales and the same scales were used to determinate the weight of the school bags. Data were collected on an unscheduled day so that students could not alter their schoolbag weight. Results The mean body weight of elementary students was 37.28 ?11.0 kg and for high school students was 55.15 ?11.9 kg. The mean schoolbag weight for all student was 5.18 ?1.2 kg (range for 2.5 to 9). This value for elementary students was 5.6?1.1 kg and for high school students 5?1.4 kg. Percentage of BW by grade was as follows: elementary school: 1st=15.5%, 2nd=16.6%, 3rd=14.1%, 4th=14.3%, 5th =14.4%, 6th =12.4%, and high school: 1st =11.7%, 2nd =9.3%, 3rd =9%. Forty-seven percent of elementary students carried schoolbags that weighed from10% to 15% of their BW and thirty-nine percent more than 15% (ranging from 15% to 28.8 %) of their BW. Concerning high school, thirty-three percent of students carried schoolbags that weighed from 10% to 15% of their BW and thirteen percent more than 15% (ranging from 15% to 21.21%) of their BW. The most commonly reported type of schoolbags for the whole sample was back bags without a frame (92.6%). Discussion/Conclusion Schoolbags loads represent a significant percentantage of BW of this sample and younger students carried proportionally heavier loads. Similar findings have also been obtained in the previous studies. The National Back Pain Association suggest that ideally a schoolbags should weigh no more than 10% of a student?s BW and this weight should be supported on both shoulders in a backpack style schoolbag.

13-07-2006 (Υποέργο: 80930)
Emmanoulidou, M., Arampatzi, F., Kellis, E. (2006) Student?s perceptions of schoolbag loading and pain symptoms in Greek elementary school students, 11th European College of Sport Sciences Annual Conference, Lausagne, 13-16 July, Page 346

Περίληψη
Introduction The prevalence of non-specific back pain increases dramatically during adolescence from less than 10% in pre-ten-year olds up to 50% in 15-16-year olds (Sheir-Neiss et al. 2003). There is a widespread concern that heavy schoolbags carried by students may be associated with some potential health problems, including muscular aches, back strain, altered posture and eventual up and low back pain (Whittfield et al. 2005). Backback loads exceeding 10% of the body weight has been shown to increase energy consumption, increase trunk forward lean and result in decreased lung volumes (Mackenzie et al. 2003). The purpose of the study was to investigate the prevalence of pain symptoms (PS) in upper body and the student?s subjective perception (SSP) of the schoolbag load in elementary Greek school. Furthermore, we examined whether PS have an association with SSP of the schoolbag load and the percentage of body weight (% of BW) represented by school bags. Methods A total of 183 (105 boys, 84 girls) students aged between 6 and 11 years old (M=8.7, SD=?1.6) volunteered to participate in this study. The body weight of students was measured, as was the weight of their schoolbags. Information about the prevalence of PS caused by carrying schoolbags and the SSP of the schoolbag load was obtained from a self-administrered questionnaire (Negrini et al 2001, Whittfield et al 2005). Pearson correlation statistical method was used to establish if PS have an association with SSP of the schoolbag load and % of BW of schoolbags. Results The mean schoolbag weight for students was 5.3 ?1.08 kg (range from 3 to 8.5) and the % of BW represented by school bags was 15.10% (range for 6.49% to 28.29%). Sixty-one percent of students experienced MS whilst carrying a schoolbag. The prevalence of symptoms according to location were as follows: neck (14.7%), shoulders (33.9%), upper back (25.2%), lower back (8.6%), elbow (3.4%). Females reported the highest prevalence of symptoms (neck 26.9%, shoulders 44.2%, upper back 28.8%, lower back 17.3%) than males (4.8%, 27%, 22.3%, 1.6%, respectively) (p<.01). The student?s subjective perception of heavy schoolbag was observed by 47% of students and fatigue experience whilst carrying a schoolbag by 32.8%. PS were correlated with fatigue whilst carrying a schoolbag (r=.534), the feeling that the schoolbag was heavy (r=484) and % of BW (r=.499) (p<.001). Discussion/Conclusion The student?s subjective perception of the schoolbag load and the % of their BW were found to be associated with PS in the upper body. Students with PS were more likely to be females. Future work is required to confirm these results. Reduction of the schoolbag load borne by students is recommended.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Φαρμακευτικής

28-08-2005 (Υποέργο: 21914)
Μελέτη των στερεών διασπορών της φαρμακευτικής ουσίας Nimodipinine στα πολυμερή PEG και PVP, Α. Στεργίου Τ. Κουκουλά, Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Μπικιάρης, Μ. Γεωργαράκης, ΧΧΙ Πανελλήνιο Συνέδριο Φυσικής στερεάς Κατάστασης και Επιστήμης Υλικών, Λευκωσία, Κύπρος, 28-31 Αυγούστου 2005.

Περίληψη
Παρασκευάστηκαν στερεές διασπορές της φαρμακευτικής ουσίας Nimodipine σε πολυμερικό φορέα πολυ(αιθυλενο γλυκόλη) (PEG) ή πολυ(βινυλική πυρρολιδόνη) (PVP) με περιεκτικότητες 10, 20, 30, 40 και 50 wt% σε Nimodipine. Παρασκευάστηκαν δύο σειρές διασπορών σε PEG, η πρώτη με την τεχνική της συνδιάλυσης ουσίας και πολυμερούς σε αιθανόλη και η δεύτερη με την τεχνική του τήγματος. Έγινε μελέτη της στερεάς κατάστασης των δειγμάτων με περίθλαση ακτίνων-Χ (WAXD) και μικροσκοπία θερμαινόμενης τράπεζας (HSM). Προέκυψε ότι στις στερεές διασπορές που παρασκευάστηκαν από διάλυμα, η δραστική δίνει κρυστάλλους της θερμοδυναμικά σταθερότερης κρυσταλλικής μορφής ΙΙ. Στις διασπορές που προέκυψαν από τήγμα παρατηρήθηκε μόνο η κρυσταλλική μορφή Ι της Nimodipine. Ωστόσο και στις δύο περιπτώσεις διασπορών σε PEG αποδείχθηκε ότι η δραστική βρίσκεται σε σημαντικό ποσοστό στην κρυσταλλική κατάσταση. Η μικροσκοπική ανάλυση με HSM και SEM έδειξε πως στις διασπορές υπήρχαν κρύσταλλοι δραστικής, με μέσο μέγεθος σωματιδίων ανάλογο της περιεκτικότητας σε φάρμακο. Η δραστική κατά τη θέρμανση των δειγμάτων διαλύθηκε σταδιακά στο τήγμα του PEG πάνω από τους 60οC. Η διάλυση ολοκληρωνόταν σε όλο και υψηλότερες θερμοκρασίες καθώς αυξανόταν η περιεκτικότητα σε δραστική. Αντίθετα οι στερεές διασπορές Nimodipine σε PVP από συνδιάλυση, βρέθηκαν άμορφες για περιεκτικότητα μικρότερη από 30wt%. Σε μεγαλύτερες περιεκτικότητες παρατηρήθηκε μόνο η κρυσταλλική μορφή ΙΙ της δραστικής. Συμπερασματικά η ανάπτυξη διαμοριακών αλληλεπιδράσεων μεταξύ των μορίων της δραστικής και του PVP φαίνεται να αυξάνει σημαντικά τη διαλυτότητα της ουσίας στο στερεό πολυμερές, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει με το PEG.

02-07-2005 (Υποέργο: 21914)
D.N. Bikiaris, G.Z. Papageorgiou, A.C. Stergiou, E. Pavlidou, E. Karavas, F. Kanaze, M. Georgarakis. Physicochemical characterization of solid dispersions of Felodipine and Hesperetin with low drug content. 7th Mediterranean Conference on Calorimetry and Thermal Analysis-MEDICTA 2005, Thessaloniki 2-6 July 2005, Book of Proceedings 172-176.

Περίληψη
Felodipine or Hesperetin solid dispersions with Polyvinylpyrrolidone (PVP) and poly(ethylene glycol) (PEG)having up to 20 wt % drug were prepared using solvent evaporation method. The solid dispersions were studied using Differential Scanning Calorimetry (DSC), Wide-Angle X-Ray Diffraction (WAXD), Scanning Electron Microscopy (SEM) and Hot Stage Light Microscopy (HSM). The corresponding physical mixtures were compared. The results showed the formation of nanodispersions and amorphization of the drugs in the solid dispersions. The aim of this work was to evaluate the adequacy of these techniques for characterization of solid dispersions. It was concluded that for complete and detailed characterization of the solid dispersions, combination of the thermoanalytical and microscopy techniques is needed.

14-05-2005 (Υποέργο: 21914)
Μπικιάρης Δημήτριος, Παπαγεωργίου Γεώργιος, Στεργίου Αναγνώστης, Παυλίδου Ελένη, Καραβάς Ευάγγελος, Καναζέ Φυράς, Γεωργαράκης Εμμανουήλ, Συγκριτική μελέτη των φυσικοχημικών των φυσικοχημικών χαρακτηριστικών συστημάτων στερεής διασποράς δυσδυάλυτων φαρμακευτικών ενώσεων. Πανελλήνιο Φαρμακευτικό Συνέδριο, Αθήνα, 14-16 Μαΐου 2005.

Περίληψη
Μελετήθηκε η μορφολογία των φυσικών μιγμάτων και των στερεών διασπορών δύο φαρμακευτικών ενώσεων σε ένα κρυσταλλικό και σε ένα άμορφο πολυμερές, την πολ(αιθυλενο γλυκόλη) (PEG) και την πολύ(βινυλική πυρρολιδόνη) (PVP). Χρησιμοποιήθηκαν τέσσερις διαφορετικές τεχνικές, η διαφορική θερμιδομετρία σάρωσης (DSC), η οπτική μικροσκοπία θερμαινόμενης τράπεζας, η ηλακτρονική μικροσκοπία σάρωσης (SEM), και η περίθλαση ακτίνων-Χ (WAXD). Διαπιστώθηκε ότι οι τεχνικές έχουν σημαντική ευαισθησία, ωστόσο στις στερεές διασπορές δεν είναι εύκολα ανιχνεύσιμη η κρυσταλλική μορφή της φαρμακευτικής ένωσης. Αυτό αποδείχθηκε ότι οφείλεται στο ότι στη διασπορά οι αλληλεπιδράσεις με το πολυμερές έχουν αποτέλεσμα τη μειωμένη κρυσταλλικότητα της ουσίας, ή το πολύ μικρό μέγεθος των κρυστάλλων της. Η εικόνα που παρουσιάζουν οι διασπορές εξαρτάται από τη φύση των υπό μελέτη συστημάτων και τις θερμοκρασίες των μεταβάσεων της φαρμακευτικής ουσίας και του πολυμερούς.

27-03-2006 (Υποέργο: 21940)
Kipouros K., Kachrimanis K. Nikolakakis I., Tserki V., Malamataris S. Simultaneous determination of carbamazepine polymorphs Ι, ΙΙΙ and IV by drift spectroscopy and multivariate calibration. Submitted to the 5th World Meeting on Pharmaceutics Biopharmaceutics and Pharmaceutical Technology Geneva, Switzerland 27th - 30th March 2006.

Abstract

15-06-2005 (Υποέργο: 21940)
Κηπουρός Κ., Καχριμάνης Κ., Νικολακάκης Ι., Μαλαματάρης Σ. Πολυμορφισμός και ξήρανση δια ψεκασμού καρβαμαζεπίνης. 12ο Πανελλήνιο Φαρμακευτικό Συνέδριο, Αθήνα 2005.

Abstract

18-11-2004 (Υποέργο: 21940)
Κηπουρός Κ., Μάλλιου Ε., Νικολακάκης Ι., Κουντουρέλλης Ι., Μαλαματάρης Σ. Προσδιορισμός προπυλενογλυκόλης ενσωματωμένης σε ξηρανθείσα δια ψεκασμού παρακεταμόλη με υγρή χρωματογραφία υψηλής πίεσης. 20ο Ιατρικό Συνέδριο Ενόπλων Δυνάμεων, Θεσσαλονίκη 18-21 Νοεμβρίου 2004.

Abstract

07-12-2007 (Υποέργο: 80955)
Evaluation of the activity of six traditional Greek medicinal plants against herpes simplex virus. Meropi K. Matta, Georgia I. Sylignaki, Diamanto M. Lazari & Christos A. Panagiotidis 59ο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Βιοχημείας και Μοριακής Βιολογίας, Αθήνα, 7-9 Δεκεμβρίου 2007

Περίληψη
Ο ιός του απλού έρπητα (HSV) είναι από τα πλέον διαδεδομένα παθογόνα που προκαλούν ποικίλες ασθένειες, και σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούν ακόμη και να απειλήσουν τη ζωή, ειδικά των ανοσοκατεσταλμένων ασθενών. Σε άτομα που είναι φορείς βρίσκεται «κρυμμένος» στα γάγγλια σε λανθάνουσα μορφή από την οποία εξέρχεται μία ή περισσότερες φορές τον χρόνο και δημιουργεί μολύνσεις. Τα ανάλογα νουκλεοσιδών, όπως η ακυκλοβίρη, είναι τα μόνα εγκεκριμένα φάρμακα για τη θεραπεία των μολύνσεων HSV. Εντούτοις, η διαδεδομένη χρήση των φαρμάκων αυτών έχει οδηγήσει στην εμφάνιση ανθεκτικότητας. Επομένως, η ανακάλυψη νέων anti-HSV φαρμάκων, κατά προτίμηση ουσιών που θα έχουν διαφορετικούς στόχους από τα νουκλεοσιδικά ανάλογα, αξίζει μεγάλες προσπάθειες. Τα φαρμακευτικά φυτά έχουν χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά για τη θεραπεία διαφόρων ασθενειών συμπεριλαμβανομένων των μολυσματικών ασθενειών και είναι υποσχόμενες πηγές για νέα anti-HSV φάρμακα. Η παρούσα μελέτη εστιάζει στην αξιολόγηση των εκχυλισμάτων έξι Ελληνικών φυτών ως προς τις αντιερπητικές τους ιδιότητες: Thymus longicaulis, Sideritis perfoliata, Artemisia absinthium, Echium italicum, Melissa officinalis και Onosma elengatissima. Τα αποξηραμένα και κονιοποιημένα υπέργεια τμήματα των ανωτέρω φυτών εκχυλίστηκαν σε θερμοκρασία δωματίου με μια σειρά διαλυτών αυξανόμενης πολικότητας: πετρελαϊκού αιθέρα, CH2Cl2, MeOH, μίματος MeOH-H2O 1:1 και H2O. Τα συμπυκνωμένα εκχυλίσματα διαλύθηκαν σε DMSO και εξετάστηκαν ως προς τη δυνατότητά τους να αναστέλλουν τη μόλυνση ή να καθυστερούν τον λυτικό κύκλο του ερπητοιού. Αντιερπητικές δράσεις βρέθηκαν σε εκχυλίσματα και των έξι φυτών. Η πλειοψηφία της αντι-ιικής δράσης βρέθηκε στα διχλωρομεθανιακά και μεθανολικά εκχυλίσματα, ενώ τα περισσότερο πολικά εκχυλίσματα έδειξαν και ιοκτόνο δράση και αναστολή των βημάτων εισόδου του ιού (προσκόλληση ή διείσδυση) στο κύτταρο στόχο. Η αντιερπητική δράση δεν οφειλόταν σε εμφάνιση κυτταροτοξικότητας, δεδομένου ότι η μέθοδος MTT έδειξε ότι κανένα από τα ανωτέρω εκχυλίσματα δεν επέδειξε σημαντική κυτταροτοξικότητα

02-09-2007 (Υποέργο: 80955)
Evaluation of the anti-herpes simplex virus activity of Thymus longicaulis L. (Lamiaceae) Matta M.K., Paltatzidou K., Triantafyllidou H., Lazari D.M., Karioti A., Skaltsa H., Panagiotidis C.A. 55rd Annual Congress of the Society for Medicinal Plant Research, Graz, Austria, September 2-6, 2007

Περίληψη
Το γένος Thymus (οικογένεια Lamiaceae) είναι ένα από τα οκτώ σημαντικότερα γένη όσον αφορά στον αριθμό ειδών μέσα στη οικογένεια Lamiaceae. Περίπου 110 είδη του γένους Thymus εμφανίζονται στη μεσογειακή περιοχή. Tα φυτά του γένους Thymus sp. είναι χαμηλά, έρποντα ή όρθια και υπάρχει σημαντικός αριθμός ειδών στην Ελληνική χλωρίδα. Χρησιμοποιούνται ως αντισηπτικά, αντιμικροβιακά, αποχρεμπτικά, αντισπασμωδικά και είναι ιδανικά για λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού. Ο ιός του απλού έρπητα (HSV) είναι από τα πλέον διαδεδομένα παθογόνα που προκαλούν ποικίλες ασθένειες, και σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούν ακόμη και να απειλήσουν τη ζωή, ειδικά των ανοσοκατεσταλμένων ασθενών. Σε άτομα που είναι φορείς βρίσκεται «κρυμμένος» στα γάγγλια σε λανθάνουσα μορφή από την οποία εξέρχεται μία ή περισσότερες φορές τον χρόνο και δημιουργεί μολύνσεις. Συνεχίζοντας τη χημειοταξινομική μελέτη φυτών της Ελληνικής χλωρίδας που ανήκουν στην οικογένεια Lamiaceae και τον έλεγχο για νέα προϊόντα φαρμακολογικού ενδιαφέροντος, μελετήσαμε τα υπέργεια τμήματα του T. longicaulis. Συγκεκριμένα, μελετήθηκε η ιοκτόνος δράση των εκχυλισμάτων του φυτού και των απομονωμένων ουσιών, καθώς και η δυνατότητά τους να αναστέλλουν τη μόλυνση ή να καθυστερήσουν τον λυτικό κύκλο του ιού

02-09-2007 (Υποέργο: 80955)
Evaluation of the activity of traditional Greek medicinal plants against herpes simplex virus. Matta M.K., Sylignaki G.I., Lazari D.M. and Panagiotidis C.A. 55rd Annual Congress of the Society for Medicinal Plant Research, Graz, Austria, September 2-6, 2007

Περίληψη
Ο ιός του απλού έρπητα (HSV) είναι από τα πλέον διαδεδομένα παθογόνα που προκαλούν ποικίλες ασθένειες, και σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούν ακόμη και να απειλήσουν τη ζωή, ειδικά των ανοσοκατεσταλμένων ασθενών. Σε άτομα που είναι φορείς βρίσκεται «κρυμμένος» στα γάγγλια σε λανθάνουσα μορφή από την οποία εξέρχεται μία ή περισσότερες φορές τον χρόνο και δημιουργεί μολύνσεις. Τα ανάλογα νουκλεοσιδών, όπως η ακυκλοβίρη, είναι τα μόνα εγκεκριμένα φάρμακα για τη θεραπεία των μολύνσεων HSV. Εντούτοις, η διαδεδομένη χρήση των φαρμάκων αυτών έχει οδηγήσει στην εμφάνιση ανθεκτικότητας. Επομένως, η ανακάλυψη νέων anti-HSV φαρμάκων, κατά προτίμηση ουσιών που θα έχουν διαφορετικούς στόχους από τα νουκλεοσιδικά ανάλογα, αξίζει μεγάλες προσπάθειες. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι παραδοσιακά φαρμακευτικά φυτά είναι υποσχόμενες πηγές για νέα anti-HSV φάρμακα. Η παρούσα μελέτη εστιάζει στην αξιολόγηση των εκχυλισμάτων τεσσάρων Ελληνικών φυτών ως προς τις αντιερπητικές τους ιδιότητες: Artemisia absinthium L., Echium italicum L., Melissa officinalis L. και Onosma elengantissima Rech. Fil. & Goulimy

01-09-2006 (Υποέργο: 80955)
Evaluation of the antiherpetical activities of Sideritis perfoliata subsp. perfoliata (Lamiaceae) Georgia I. Sylignaki, Meropi K. Matta, Diamanto M. Lazari and Christos A. Panagiotidis 54rd Annual Congress of the Society for Medicinal Plant Research, Helsinki, Finland, Aug 29 - Sept 2, 2006

Περίληψη
Ο ιός του απλού έρπητα (HSV) είναι από τα πλέον διαδεδομένα παθογόνα που προκαλούν ποικίλες ασθένειες, και σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούν ακόμη και να απειλήσουν τη ζωή, ειδικά των ανοσοκατεσταλμένων ασθενών. Σε άτομα που είναι φορείς βρίσκεται «κρυμμένος» στα γάγγλια σε λανθάνουσα μορφή από την οποία εξέρχεται μία ή περισσότερες φορές τον χρόνο και δημιουργεί μολύνσεις. Τα ανάλογα νουκλεοσιδών, όπως η ακυκλοβίρη, είναι τα μόνα εγκεκριμένα φάρμακα για τη θεραπεία των μολύνσεων HSV. Εντούτοις, η διαδεδομένη χρήση των φαρμάκων αυτών έχει οδηγήσει στην εμφάνιση ανθεκτικότητας. Τα φαρμακευτικά φυτά έχουν χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά για τη θεραπεία διαφόρων ασθενειών συμπεριλαμβανομένων των μολυσματικών ασθενειών. Συνεχίζοντας τη χημειοταξινομική μελέτη φυτών της Ελληνικής χλωρίδας που ανήκουν στην οικογένεια Lamiaceae και τον έλεγχο για νέα προϊόντα φαρμακολογικού ενδιαφέροντος, μελετήσαμε τα υπέργεια τμήματα του Sideritis perfoliata subsp. perfoliata (φυτό το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως στη λαϊκή θεραπευτική στην Ελλάδα από την αρχαιότητα λόγω των αντιβακτηριακών, αντιφλεγμονωδών, αντιρευματικών κλπ. ιδιοτήτων του) για την ιοκτόνο δράση τους, είτε για τη δυνατότητά τους να αναστείλουν τον πολλαπλασιασμό του HSV-1. Τα αποξηραμένα και κονιοποιημένα υπέργεια τμήματα του ανωτέρω φυτού εκχυλίστηκε σε θερμοκρασία δωματίου με μια σειρά διαλυτών αυξανόμενης πολικότητας: πετρελαϊκού αιθέρα, CH2Cl2, MeOH, μίματος MeOH-H2O 1:1 και H2O. Τα συμπυκνωμένα εκχυλίσματα διαλύθηκαν σε DMSO και εξετάστηκαν ως προς τη δυνατότητά τους να αναστέλλουν τη μόλυνση ή να καθυστερήσουν τον λυτικό κύκλο του ιού. Anti-HSV δράση βρέθηκε στο διχλωρομεθανιακό εκχύλισμα του φυτού, του οποίου βιοκατευθυνόμενη κλασμάτωση οδήγησε στην απομόνωση τριών δραστικών ουσιών, των οποίων ο μηχανισμός δράσης αξιολογείται

24-06-2006 (Υποέργο: 80955)
Evaluation of the antiherpetical activities of two traditional Greek medicinal plants. Meropi K. Matta, Georgia Sylignaki, Diamanto Lazari and Christos A. Panagiotidis 31th FEBS Congress, Instanbul - Turkey 24-29 June, 2006

Περίληψη
Ο ιός του απλού έρπητα (HSV) είναι από τα πλέον διαδεδομένα παθογόνα που προκαλούν ποικίλες ασθένειες, και σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούν ακόμη και να απειλήσουν τη ζωή, ειδικά των ανοσοκατεσταλμένων ασθενών. Σε άτομα που είναι φορείς βρίσκεται «κρυμμένος» στα γάγγλια σε λανθάνουσα μορφή από την οποία εξέρχεται μία ή περισσότερες φορές τον χρόνο και δημιουργεί μολύνσεις. Τα ανάλογα νουκλεοσιδών, όπως η ακυκλοβίρη, είναι τα μόνα εγκεκριμένα φάρμακα για τη θεραπεία των μολύνσεων HSV. Εντούτοις, η διαδεδομένη χρήση των φαρμάκων αυτών έχει οδηγήσει στην εμφάνιση ανθεκτικότητας. Τα φαρμακευτικά φυτά έχουν χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά για τη θεραπεία διαφόρων ασθενειών συμπεριλαμβανομένων των μολυσματικών ασθενειών. Η παρούσα μελέτη εστιάζει στην αξιολόγηση των εκχυλισμάτων που προέρχονται από δύο ελληνικά φυτά, το Sideritis perfoliata subsp. perfoliata και το Thymus longicaulis, είτε για την ιοκτόνο δράση τους, είτε για τη δυνατότητά τους να αναστείλουν τον πολλαπλασιασμό του HSV-1. Τα αποξηραμένα και κονιοποιημένα υπέργεια τμήματα των ανωτέρω φυτών εκχυλίστηκαν σε θερμοκρασία δωματίου με μια σειρά διαλυτών αυξανόμενης πολικότητας: πετρελαϊκού αιθέρα, CH2Cl2, MeOH, μίματος MeOH-H2O 1:1 και H2O. Τα συμπυκνωμένα εκχυλίσματα διαλύθηκαν σε DMSO και εξετάστηκαν ως προς τη δυνατότητά τους να αναστέλλουν τη μόλυνση ή να καθυστερήσουν τον λυτικό κύκλο του ιού. Anti-HSV δράσεις βρέθηκαν σε εκχυλίσματα και των δύο φυτών

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Φιλολογίας

10-07-2007 (Υποέργο: 80954)
Th.-S. Pavlidou (2007) in the 10th IPrA. Title: "'We are the salt of the earth': constructing (gendered) collectivities"

Abstract

10-07-2007 (Υποέργο: 80954)
Α. Alvanoudi (2007) in the 10th IPrA. Title: "Reproducing the patriarchal symbolic order: grammatical gender and the representation of the world"

Abstract

10-07-2007 (Υποέργο: 80954)
C. Kapellidi (2007) in the 10th IPrA. Title: "'Subjectivity' and 'involvement': the (gendered) self in discourse"

Abstract

10-07-2007 (Υποέργο: 80954)
Ε. Karafoti (2007) in the 10th IPrA. Title: "Theories of politeness and the face of the speaker"

Abstract

01-04-2007 (Υποέργο: 80954)
Ε. Karafoti (2007) in the 28th Meeting of the Linguistic Department, Auth. Title: "Compliment response: protection strategy of the speaking subject"

Abstract

01-04-2007 (Υποέργο: 80954)
Α. Alvanoudi (2007) in the 28th Meeting of the Linguistic Department, Auth. Title: "The relationship of language and gender in feminist deconstruction theories: the case of grammatical gender"

Abstract

15-03-2007 (Υποέργο: 80954)
C. Kapellidi (2007) in the Postgraduate Conference in Language Research of Cambridge University. Title: "The speaking subject in communication: ?subjectivity? and the (gendered) self"

Abstract

15-03-2007 (Υποέργο: 80954)
Ε. Karafoti (2007) in the Postgraduate Conference in Language Research of Cambridge University. Title: "Politeness, gender and the face of the speaker"

Abstract

10-03-2007 (Υποέργο: 80954)
V. Deliyianni (with L. Frosi, E. Gonida and G. Kioseoglou) (2007) in the Gender and Educational Conference. Title: "Teachers' views on gender, school and occupational choices: differential factors"

Abstract

10-11-2006 (Υποέργο: 80954)
Th.S. Pavlidou (2006) in the 4th IGALA. Title: "On the lexical representation of women and men in Modern Greek"

Abstract

15-03-2006 (Υποέργο: 80954)
Α. Alvanoudi (2006) in the Postgraduate Conference in Language Research of Cambridge University. Title: "The contribution of feminist deconstruction theories to the understanding of the relationship of language and gender"

Abstract

01-07-2005 (Υποέργο: 80954)
Th.S. Pavlidou and Ch. Kapellidi (2005) in the 9th IPrA Conference. Title: "Speaking subjects, gendered stances"

Abstract

01-11-2007 (Υποέργο: 80956)
Αναστασιάδη-Συμεωνίδη Άννα (2007) «Το μόρφημα ειδ(ής) στη Νέα Ελληνική», 8ο Συνέδριο: «Διεθνής Γλώσσα και Ορολογία» (1/11-3/11/2007), Αθήνα

Abstract

01-09-2007 (Υποέργο: 80956)
Αναστασιάδη-Συμεωνίδη Άννα (2007) «Λεξικογραφία και χρηστικά σημάδια», 8ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας (30/8-2/9/2007), Ιωάννινα).

Abstract

00-00-2007 (Υποέργο: 80956)
Fliatouras Asimakis (2007) "Modern Greek and Arvanitika multi-word place names", Cognitive and Computational Aspects of Extended Lexical Units, Leiden.

Abstract

19-09-2006 (Υποέργο: 80956)
Tsaknaki Olympia (2006) "Proverbes transparents du grec moderne et du fran?ais", Congreso Internacional de Fraseolog?a y Paremiolog?a, 19-22/09/06, Santiago de Compostela y Lugo

Abstract

06-09-2006 (Υποέργο: 80956)
Anastassiadis-Sym?onidis Anna & Nikolaou Georgia (2006) "Electronic Database of New Words in Greek", Proceedings XII EURALEX International Congress, Torino, 6-9 September 2006

Abstract

06-05-2006 (Υποέργο: 80956)
Tsaknaki Olympia (2006) "Locating Proverbs With Finite-State Transducers In Literary Texts", The 5th international conference on Language Resources and Evaluation, LREC 2006, 22-28/05/06, G?nes

Abstract

07-09-2006 (Υποέργο: 80961)
Michalis Chryssanthopoulos, "Autobiography, fiction, and the nation: the writing subject in Greek during the later nineteenth century" The Making of Modern Greece London, Kings College, September 2006

Abstract

07-09-2006 (Υποέργο: 80961)
Yanna Delivoria, The notion of nation: The emergence of a national ideal in the narratives of ?inside? and ?outside? Greeks in the 19th century The Making of Modern Greece London, Kings College, September 2006

Abstract

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Φιλοσοφίας & Παιδαγωγικής

17-10-2006 (Υποέργο: 21881)
S. Ziogou-Karastergiou, "Women Teachers: Their role in the awakening and construction of the feminist identity in Greece during the 19th century and the beginning of the 20th century", Conference of the Association of Greek Women Scientists, titled 'Education and the women&#8217;s movement. The role of education in the awakening and construction of the feminist identity' (Athens, 17 October 2006).

Abstract

17-10-2006 (Υποέργο: 21881)
Aikaterini Dalakoura, "The feminist identity and womens&#8217; education in the Greek communities of the 19th century: A relation which is hard to trace", Conference of the Association of Greek Women Scientists, titled 'Education and the women&#8217;s movement. The role of education in the awakening and construction of the feminist identity' (Athens, 17 October 2006).

Abstract

26-05-2006 (Υποέργο: 21881)
S. Ziogou &#8211; Karastergiou, Efstratios Vacharoglou and Vasilios Foukas, "The profile, the role and the contribution of teachers (men and women) in the 19th century. Pedagogic theory and educational action", The KZ΄ Hellenic Historical Conference, (Thessaloniki, 26-28 May 2006).

Abstract

06-04-2006 (Υποέργο: 21881)
S. Ziogou &#8211; Karastergiou, "Ekaterini Laskaridou (1842-1916) and Dimitrios Kalampakidis (beginning of 19th century - 1878): Two pioneer educators and teachers from Meleniko", The Second International Scientific Conference 'The city and the region of Serres from the Ottoman Conquest up to the modern era', (Serres, from 6th to 9th of April 2006).

Abstract

05-04-2006 (Υποέργο: 21881)
Filimon Paionidis, "Mill' s Early Theory of Free Speech", 'The John Stuart Mill Bicentennial Conference', (London, 5-7 April 2006).

Abstract

27-05-2005 (Υποέργο: 21881)
Efstratios Vaharoglou, "Handbooks of 'Moralitly' and 'Christethia'. The system of moral values of educator and student at the 19th century," The KST' Hellenic Historical Congress, (Thessaloniki, 27-29 May 2005).

Abstract

13-04-2005 (Υποέργο: 21881)
S. Ziogou &#8211; Karastergiou, "The dimension of gender in the construction of the identity of teachers and the profile of women of teachers at the 19th and 20th century: ideological and methodological components", Scientific Conference titled: "The Greek education from the 18th to the 20th century-inquiring component", Department of Municipal Education, Pedagogic Faculty, University of Western Macedonia, (Florina, 13 April 2005).

Abstract

13-04-2005 (Υποέργο: 21881)
Aikaterini Dalakoura, "Forms of Administration, Classification of knowledge and social reproduction in Education (19th century-1922)", Scientific Conference titled 'The Greek education from the 18th to the 20th century-inquiring component, Department of Municipal Education, Pedagogic Faculty,, University of Western Macedonia (Florina, 13 April 2005).

Abstract

25-08-2008 (Υποέργο: 80923)
Maria Liakopoulou, How structural and organisational changes promote changes in teaching and learning: The case of all-day school in Greece, University of Nottingham, August 2008

Abstract

20-08-2008 (Υποέργο: 80923)
Zoi Papanaoum, Centrally-driven school innovation and it s impact on teachers ? professionalism, 4th EARLI SIG 14 Learning and Professional Development Conference, August 2008

Abstract

10-06-2008 (Υποέργο: 80923)
Paraskevi Chatzipanagiotou, The task of management in Geek all -day primary schools, NCSL?S, Annual Head teachers conference, 2008, Birmingham, June 2008

Abstract

20-12-2007 (Υποέργο: 80923)
Παρασκευή Χατζηπαναγιώτου, Ο ρόλος της διεύθυνσης στην εισαγωγή καινοτομιών, σε Επιστημονικό Συμπόσιο με θέμα «Εισαγωγή και διαχείριση καινοτομιών στο σχολείο» που οργάνωσε το Κέντρο Έρευνα και Υποστήριξης Σχολείων σε θέματα Διοίκησης και Επιμόρφωσης Σχολείων(ΚΕΡΥΣΔΕ) του Α.Π.Θ., 20 Δεκεμβρίου 2007

Περίληψη
Η συζήτηση για την εισαγωγή καινοτομιών στο σχολείο δεν είναι καινούρια. Το θέμα απασχόλησε και απασχολεί κυβερνήσεις, εκπαιδευτικές οργανώσεις, ειδικούς επιστήμονες από τις αρχές του 20ου αιώνα. Διαχρονικά όμως στο επίκεντρο των σχετικών συζητήσεων βρισκόταν πάντα ο προβληματισμός για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του σχολείου και της παρεχόμενης ποιότητας εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Τα τελευταία χρόνια φαίνεται να εφαρμόζονται τεράστιες αλλαγές και να εισάγονται καινοτομίες στα εκπαιδευτικά συστήματα αρκετών χωρών, και ιδιαίτερα στα συστήματα της Αμερικής και της Αγγλίας. Η ανάγκη για αλλαγή στην εκπαίδευση προέκυψε κυρίως από το γεγονός ότι το σχολείο ως ανοικτό σύστημα, για να επιβιώσει και να αναπτυχθεί, θα πρέπει να προσαρμοστεί στο εξωτερικό του περιβάλλον. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Senge (1990), κάθε οργανισμός για να είναι αποτελεσματικός θα πρέπει να αναπτύξει τέτοιες δομές, οι οποίες να ενισχύουν την προσαρμοστικότητά του προς το περιβάλλον του και οι οποίες να διασφαλίζουν ότι ο ρυθμός μάθησής του (rate of learning) είναι ίσος ή μεγαλύτερος από το ρυθμό αλλαγής (rate of change) στο εξωτερικό του περιβάλλον. Έτσι, οι καινοτομίες που εφαρμόζονται κατά καιρούς στην εκπαίδευση θεωρούνται απαραίτητες, ώστε το σχολείο να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της κοινωνίας. Ταυτόχρονα, όμως, η εφαρμογή των καινοτομιών οδηγεί το σχολείο σε μια κατάσταση ανισορροπίας, την οποία πρέπει να αντιμετωπίσει μεταβάλλοντας τους ρόλους και τις προσδοκίες του. Η αρμονική λειτουργία του συστήματος απαιτεί τη συνειδητή προσπάθεια από μέρους των εμπλεκόμενων για την αποφυγή συγκρούσεων ανάμεσα στο άτομο και στον οργανισμό, ανάμεσα στο ρόλο που καλείται να παίξει ένα άτομο από τη μια και της προσωπικότητάς του από την άλλη, καθώς και μεταξύ των προσδοκιών-στόχων του συστήματος και των αναγκών των εργαζομένων. Καθοριστικής σημασίας λοιπόν είναι τόσο ο ρόλος όσο και η πρακτική που υιοθετεί η διεύθυνση της σχολικής μονάδας για την εισαγωγή καινοτομιών.

20-12-2007 (Υποέργο: 80923)
Μιχάλης Μλεκάνης, Το ολοήμερο σχολείο στην Ελλάδα ως καινοτομία με βάση το θεσμικό πλαίσιο, σε Επιστημονικό Συμπόσιο με θέμα «Εισαγωγή και διαχείριση καινοτομιών στο σχολείο» που οργάνωσε το Κέντρο Έρευνα και Υποστήριξης Σχολείων σε θέματα Διοίκησης και Επιμόρφωσης Σχολείων(ΚΕΡΥΣΔΕ) του Α.Π.Θ., 20 Δεκεμβρίου 2007

Περίληψη
Η μελέτη και η κριτική παρουσίαση της διαχρονικής εξέλιξης του θεσμικού πλαισίου για την εισαγωγή της εκπαιδευτικής καινοτομίας ?Ολοήμερο Σχολείο? έχει την αφετηρία της στο Νόμο 2525/97. Το ολοήμερο σχολείο στην Ελλάδα αναπτύχθηκε με δύο μορφές. Η μία έχει αναπτυχθεί σε περιορισμένο αριθμό Δημοτικών Σχολείων, τα αναφερόμενα σήμερα ως ?28 Ολοήμερα Πειραματικά Σχολεία? και η δεύτερη παρουσίασε μια εξέλιξη, η οποία θα μπορούσε να διαχωριστεί σε τρεις περιόδους. Η πρώτη περίοδος, από το 1997 έως το 2002, οπότε αναπτύχθηκαν τα Τμήματα Διευρυμένου Ωραρίου, χωρίς Αναλυτικό και Ωρολόγιο Πρόγραμμα και εστιασμένα κυρίως στην κάλυψη κοινωνικών αναγκών. Η δεύτερη περίοδος, από το 2002 έως το 2006, οπότε επιχειρήθηκε η κάλυψη και εκπαιδευτικών αναγκών με την κατάρτιση και εφαρμογή Αναλυτικού και Ωρολογίου Προγράμματος και υπήρξε επέκταση της καινοτομίας σε πολλές σχολικές μονάδες. Η τρίτη περίοδος, από το 2006 έως σήμερα, με την εφαρμογή νέου Ωρολογίου Προγράμματος και την καθιέρωση και απογευματινής προαιρετικής ζώνης.

20-12-2007 (Υποέργο: 80923)
Σοφία Αυγητίδου, Ερευνώντας την εισαγωγή και διαχείριση του θεσμού του ολοήμερου σχολείου: μεθοδολογικές επιλογές και ερμηνευτικές αναλύσεις, σε Επιστημονικό Συμπόσιο με θέμα «Εισαγωγή και διαχείριση καινοτομιών στο σχολείο» που οργάνωσε το Κέντρο Έρευνα και Υποστήριξης Σχολείων σε θέματα Διοίκησης και Επιμόρφωσης Σχολείων(ΚΕΡΥΣΔΕ) του Α.Π.Θ., 20 Δεκεμβρίου2007

Περίληψη
Η εισήγηση αυτή επικεντρώνεται στη διαδικασία σχεδιασμού ερευνητικών μεθόδων και τεχνικών για τη διερεύνηση πολύπλοκων και δυναμικών εκπαιδευτικών φαινομένων, όπως αυτό της εισαγωγής και διαχείρισης του ολοήμερου σχολείου ως καινοτόμου θεσμού στην ελληνική πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Η διατύπωση συγκεκριμένων ερευνητικών ερωτημάτων και υποθέσεων, με βάση, από τη μια, το θεωρητικό πλαίσιο για την εισαγωγή και διαχείριση καινοτομιών και, από την άλλη, το ιδιαίτερο πλαίσιο της ελληνικής πραγματικότητας στο οποίο διεξήχθηκε η έρευνα, διαμόρφωσαν το μεθοδολογικό σχέδιο και τις διαδικασίες συλλογής δεδομένων. Η ποιοτική ανάλυση των δεδομένων μας οδήγησε σε θεωρητικές διαπιστώσεις για το θέμα της έρευνας. Ενδιαφέρον είναι ότι το ερευνητικό ζητούμενο ήταν οι δυναμικές που ενεργοποιούν τους παράγοντες αποτελεσματικής εισαγωγής και διαχείρισης του θεσμού του ολοήμερου σχολείου. Οι δυναμικές αυτές αναδείχθηκαν με τη μορφή συσχετισμών, αντιφάσεων και διλημμάτων και νοηματοδοτήθηκαν με δύο τρόπους: ο πρώτος τρόπος προέκυψε από τη διασταύρωση πληροφοριών και πληροφορητών και την ποικιλία των οπτικών με τις οποίες οι συμμετέχοντες στην καινοτομία βίωσαν και αντιμετώπισαν τη διαδικασία εισαγωγής και διαχείρισης του ολοήμερου σχολείου. Ο δεύτερος τρόπος προέκυψε από την ανατροφοδότηση που είχαμε από τις ίδιες τις σχολικές μονάδες, με το πέρας της έρευνας, για τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε μετά τη συστηματική διερεύνηση του τρόπου του τρόπου με τον οποίο λειτούργησαν ως ολοήμερα δημοτικά σχολεία.

20-12-2007 (Υποέργο: 80923)
Μαρία Λιακοπούλου, Η μετάβαση από την εκπαιδευτική καινοτομία στην εκπαιδευτική αλλαγή: η περίπτωση του ολοήμερου δημοτικού σχολείου, σε Επιστημονικό Συμπόσιο με θέμα «Εισαγωγή και διαχείριση καινοτομιών στο σχολείο» που οργάνωσε το Κέντρο Έρευνα και Υποστήριξης Σχολείων σε θέματα Διοίκησης και Επιμόρφωσης Σχολείων(ΚΕΡΥΣΔΕ) του Α.Π.Θ., 20 Δεκεμβρίου 2007

Περίληψη
Η εισαγωγή καινοτομιών στην εκπαίδευση συνδέεται με τη γενικότερη προσπάθεια βελτίωσης της ποιότητας του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου. Είτε η καινοτομία εισάγεται κεντρικά είτε εκκινεί από τη σχολική μονάδα, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία της, μεταξύ άλλων, είναι η ύπαρξη των κατάλληλων συνθηκών εντός του σχολείου. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η έννοια της «καινοτομίας» εκφράζει την πρόθεση μόνο για αλλαγή. Μπορούμε να κάνουμε λόγο για εκπαιδευτική αλλαγή μόνο όταν παρατηρείται επίδραση της καινοτομίας σε πολλαπλά επίπεδα λειτουργίας του σχολείου, όπως το αναλυτικό πρόγραμμα, η ενεργοποίηση νέων ρόλων και ομάδων εργασίας, η χρήση νέων διδακτικών υλικών, η απόκτηση νέας γνώσης από την πλευρά των εκπαιδευτικών, η χρήση νέων μέσων και μεθόδων διδασκαλίας, η διαμόρφωση νέων στάσεων και αξιών των εκπαιδευτικών Ως εκ τούτου η έκβαση οποιασδήποτε καινοτομικής προσπάθειας στην εκπαίδευση εξαρτάται από πολλούς και ποικίλους παράγοντες και η προσδοκώμενη εκπαιδευτική αλλαγή, στην οποία στοχεύει κάθε καινοτομία, δεν είναι δεδομένη a priori. Συγκεκριμένα, οι προσπάθειες αναμόρφωσης της εκπαιδευτικής πραγματικότητας επηρεάζονται από διάφορες δυναμικές, οι οποίες έχουν να κάνουν με τα χαρακτηριστικά της καινοτομίας που εισάγεται κάθε φορά, με τα τοπικά χαρακτηριστικά κάθε σχολικής μονάδας, αλλά και με διάφορους εξωτερικούς παράγοντες που εμπλέκονται στη διαδικασία εισαγωγής και εφαρμογής καινοτομιών. Συνεπώς, προκύπτει, καταρχάς το ερώτημα κατά πόσο μπορούν να πραγματοποιηθούν οι στόχοι μιας καινοτομίας μπορεί να οδηγήσει, δηλαδή, σε εκπαιδευτική αλλαγή; Καθώς και ένα δεύτερο ερώτημα: ποιοι παράγοντες σε επίπεδο σχολικής μονάδας συμβάλλουν ή παρεμποδίζουν την εισαγωγή καινοτομιών και την αξιοποίησή τους; Η συγκεκριμένη εισήγηση διερευνά τα παραπάνω ερωτήματα αναφορικά με την καινοτομία του ολοήμερου σχολείου στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια κεντρικά σχεδιασμένη καινοτομία, η οποία συνδέεται και με τις τρεις πλευρές του εκπαιδευτικού έργου (διδακτική, παιδαγωγική και διοικητική), η εισαγωγή της ακολούθησε τη συνήθη διαδικασία εισαγωγής καινοτομιών από το κέντρο προς τη βάση και έχει παρέλθει αρκετός χρόνος από τη θέσπισή της, ώστε να μπορούν να διερευνηθούν τα παραπάνω ερωτήματα.. Τα ερωτήματα αυτά εξειδικεύονται ως εξής: Κατά πόσο η καινοτομία λειτουργίας του ολοήμερου σχολείου έφερε τη σχεδιαζόμενη ή οποιαδήποτε άλλη αλλαγή στο έργο του σχολείου; Ποιοι παράγοντες, σε επίπεδο σχολικής μονάδας, υποβοήθησαν ή παρεμπόδισαν, αφενός την έναρξη και υλοποίηση της καινοτομίας και αφετέρου την αξιοποίηση της καινοτομίας για την προώθηση εκπαιδευτικών αλλαγών και τη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου; Η διερεύνηση των ερωτημάτων αυτών βασίζεται σε δεδομένα που προέκυψαν από πανελλαδικής εμβέλειας έρευνα (επισκόπηση), με δείγμα διευθυντές, υποδιευθυντές και υπευθύνους ολοήμερων πιλοτικών, και μη, ολοήμερων δημοτικών σχολείων.

12-10-2006 (Υποέργο: 80923)
Paraskevi Chatzipanagiotou, 'The role of the school principal in implementing a top-down innovation: from power over to power through approach in Greek whole-day primary schools', CCEAM Conference, 12-17 October 2006, Nicosia Cyprus

Περίληψη
This paper is based on a Greek research project aiming at exploring the process of introduction and management of school innovation. Recent research on school innovation has shown that factors such as the role and the leadership style of the school principal influence the effective application of an innovation. The paper analyzes the data from two whole-day primary schools. Both case studies produce examples of transactional leadership, although the first study describes an authoritarian and control-oriented style and the second study explores a facilitative one, in the context of a school in which participatory structures have been introduced. It then goes on to examine specific strategies and related practices identified with leadership concept; this concept consists of a principal?s control orientation (i.e. teacher compliance to principal-determined goals) for the first study and an empowerment orientation (i.e. teacher involvement in formal and informal decision-making) for the second study. Observations, interviews and questionnaires with the principals and teachers, examination of school records and history have been selected as research tools to focus on the leadership approach as a key factor that affects: a) the process of innovation and b) teachers? actions and response to the adoption of an innovation. Knowing that less emphasis on a ?power over? approach and more reliance on a ?power through? and ?power with? approach to leadership creates a more motivational, productive and humane school culture, the underlying question is how schools might move to a democratic, empowering form of leadership in which power is shared throughout the school.

30-08-2006 (Υποέργο: 80923)
Sofia Avgitidou (University of Western Macedonia) and Eleni Tsalagiorgou (Aristotle University of Thessaloniki), Democratic processes in school change: a research approach, Paper presented at the 16th EECERA conference, ?Democracy and Education?, Iceland ? Reykjavik, 30th August ? 2nd September 2006.

Περίληψη
The paper discusses the processes of school change in Greece, concerning the top-down introduction of all-day programme in 4-12 years old children?s schooling and the management of this change by schools. All-day schools were introduced by the Ministry of Education as a response to the current social and educational needs emerged in Greece. School programme enlargement (from 1:30 to 3:45) is aiming to help families with both parents working, to offer a responsible and constitutive child care, to challenge social inequalities and social exclusion and to contribute to an essential communication of children coming from different social and cultural backgrounds. All-day school innovation intents also to improve teaching and pedagogical conditions of schooling. Specifically, the innovation concerns curriculum enrichment by introducing new teaching subjects, the implementation of new (collaborative, exploratory and child-centered) teaching methods, the cross-curricular approach of teaching subjects and the completion of pupils? school preparation within the school time (Pyriotakis et al., 2001). The basic focus of this paper discussion is to question how democratic were the processes of initiation and management of this innovation. By democratic processes we specifically mean and search for all relevant parties? participation in school change, shared decision making processes during initiation and management of school change and joint responsibility for effective school functioning. We will first describe the characteristics of innovation initiation and management in relation to the factors affecting its effectiveness (Day 2003, Hopkis, Ainscow & West, 1998) and then discuss these in terms of democratic processes. This research study is part of a larger project titled ?Introducing and Managing Innovations in School: the case of all-day school (in Greece)? and financially supported by the Minisity of Education and the European Union, Professor Zoi Papanaoum at the department of Philosophy and Education, Aristotle University of Thessaloniki, is scientifically responsible for this project.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Φυσικής

01-09-2005 (Υποέργο: 21868)
L&#8217;&eacute;volution de la langue grecque: Etude statistique &agrave; partir des corpus A. Kalampokis, T. Kyriacopoulou 24th International Conference LEXIS & GRAMMAR, Liverpool, UK, (9/2005).

Περίληψη
Il est connu que la langue grecque est marqu&eacute;e par la diglossie: langue savante (katharevoussa) et langue d&eacute;motique. En effet, depuis plus de 20 ans la langue d&eacute;motique est devenue la langue officielle en Gr&egrave;ce, mais des restes de la langue savante persistent encore. Par cons&eacute;quent, on h&eacute;site encore entre deux orthographes ou deux emplois de mots. Et m&ecirc;me lorsque les dictionnaires et les grammaires pr&eacute;voient des formes d&eacute;motiques et les r&eacute;pertorient, elles ne sont pas toujours adopt&eacute;es par les utilisateurs. Nos propres exp&eacute;riences effectu&eacute;es sur des corpus de textes en grec moderne ont montr&eacute; que les variantes graphiques sont tr&egrave;s nombreuses. Elles sont essentiellement dues &agrave; ces restes de la langue savante qui, naturellement (puisqu&#8217;ils ne sont pas officiellement accept&eacute;s), ne sont pas syst&eacute;matiquement r&eacute;pertori&eacute;s dans les dictionnaires usuels. Cependant toutes les variantes sont toutes &agrave; prendre en compte dans l&#8217;analyse automatique et par cons&eacute;quent dans un dictionnaire &eacute;lectronique. C&#8217;est ce qui a &eacute;t&eacute; fait dans le DELA grec. Les seules r&eacute;f&eacute;rences pour l&#8217;acceptabilit&eacute; des variantes sont les textes et les locuteurs natifs. Afin d&#8217;observer l&#8217;&eacute;volution de la langue grecque et l&#8217;impact de la langue savante sur la langue officielle (d&eacute;motique) notre recherche a consist&eacute; &agrave; effectuer des analyses statistiques sur le corpus d&#8217;un journal quotidien "TA NEA", d&#8217;environ 33 600 000 mots de la p&eacute;riode 1997-2003. A l&#8217;aide du dictionnaire DELAF, nous avons &eacute;tablit des relations entre deux formes fl&eacute;chies qui partagent la m&ecirc;me forme canonique et les m&ecirc;mes traits flexionnels. Cela a &eacute;t&eacute; possible puisque les variantes sont d&eacute;crites soit par : - le m&ecirc;me code flexionnel (et dans ce cas elles renvoient &agrave; la m&ecirc;me forme canonique), - des codes flexionnels diff&eacute;rents (et dans ce cas elles sont rattach&eacute;es &agrave; des formes canoniques diff&eacute;rentes mais de variation r&eacute;guli&egrave;re, par exemple &#8211;&aacute;ω/ώ dans le cas des verbes). A l&#8217;aide de ces relations nous avons observ&eacute; la fr&eacute;quence des variantes par ann&eacute;e d&#8217;apparition dans les textes. Nous avons constat&eacute; que les r&eacute;sultats sont fauss&eacute;s si nous ne prenons pas en compte les mots compos&eacute;s. En effet, une grande partie des variantes savantes persistent encore et tr&egrave;s r&eacute;guli&egrave;rement dans les mots compos&eacute;s. Notons enfin qu&#8217;il a &eacute;galement fallu affronter le probl&egrave;me des "mots inconnus" qui, &agrave; part les erreurs, incluent des formes savantes. A l&#8217;aide des vecteurs flexionnels savants du type &#8211;εως (g&eacute;nitif singulier des noms), &#8211;ιν (accusatif singulier des noms), etc. et d&#8217;autres r&egrave;gles plus complexes, nous avons pris en compte dans nos analyses statistiques des formes savantes valides et non r&eacute;pertori&eacute;s encore dans les dictionnaires. Les r&eacute;sultats de nos recherches sont assez &eacute;tonnants puisque nous avons constat&eacute;, entre autres, que certaines formes d&eacute;motiques et par cons&eacute;quent "officielles" tentent de dispara&icirc;tre&#8230;

15-09-2005 (Υποέργο: 21878)
"CELMEC IV", September 2005, San Martino, Rome, Italy, September 2005 (G. Voyatzis, presentation &#8216;The extrasolar system 55Cnc&#8217;)

Abstract

15-09-2005 (Υποέργο: 21878)
"Recent Advances in Astronomy and Astrophysics", Lixouri, Greece, September 2005 (T. Kotoulas, paper 12)

Abstract

15-08-2005 (Υποέργο: 21878)
"European Nonlinear Oscillations Conference 2005", Eindhoven, The Netherlands, August 2005 (S. Ichtiaroglou, paper 8)

Abstract

15-07-2005 (Υποέργο: 21878)
"Nonlinear Science and Complexity", Volos, Greece, July 2005 (G. Voyatzis, paper 4)

Abstract

15-03-2005 (Υποέργο: 21878)
35th SAAS-FEE Advanced Course "Trans-Neptunian Objects and Comets", Muerren, Swiss, March 2005 (T. Kotoulas, paper 11)

Abstract

30-08-2004 (Υποέργο: 21878)
IAU Colloquium No. 197, Dynamics of Populations of Planetary Systems, Beograd, Serbia, August-September 2004 (T. Kotoulas, paper 7)

Abstract

15-08-2005 (Υποέργο: 21879)
European Nonlinear Oscillations Conference 2005, Eindhoven, The Netherlands, August 2005 (E. Meletlidou, paper 3)

Abstract

15-07-2005 (Υποέργο: 21879)
Nonlinear Science and Complexity, Volos, July 2005 (G. Stagika, paper 3)

Abstract

15-07-2004 (Υποέργο: 21879)
Complexity in Science and Society, Patra-Ancient Olympia, July 2004 (G. Stagika, paper 3)

Abstract

15-06-2004 (Υποέργο: 21879)
School-Forum on Coupled Lattice Maps, Institute Henri Poincare, Paris, June 2004 (E. Meletlidou, paper 3)

Abstract

09-02-2006 (Υποέργο: 21882)
Relic gravitational waves and the evolution of the Universe, Kostas Kleidis, Departament de Fisica Fonamental, Universitat de Barcelona, Feb. 9, 2006

Περίληψη
Detection of relic gravitational waves is probably the only way to obtain information about the very early stages of the Universal evolution. In order to detect relic gravitational waves we need to specify their characteristics. The safest way to do so, is to evaluate some exact solutions to their equation of propagation in curved spacetime. It is generally believed that the extreme physical conditions valid at the early Universe have resulted in many different states of evolution (inflationary period, radiation era, matter-dominated epoch). A gravitational wave solution should be compatible to the spacetime dynamics during each os these states, which, in accordance, might have left imprints on the characteristics of the wave that are observable today.

15-12-2005 (Υποέργο: 21882)
Absorption of gravitational waves in strongly magnetized plasmas, H. Isliker, Workshop on Cosmology and Gravitational Physics, Thessaloniki, Dec. 15 &#8211; 16, 2005

Περίληψη
We study the interaction of a gravitational wave (GW) with a plasma that is strongly magnetized. The GW is considered a small disturbance, and the plasma is modeled by the general relativistic analogue of the induction equation of ideal MHD and the single fluid equations. The equations are derived without neglecting any of the non-linear interaction terms, and the non-linear equations are integrated numerically. We find that for strong magnetic fields of the order of 1015 Gauss the GW excites electromagnetic plasma waves very close to the magnetosonic mode. The magnetic and electric field oscillations have very high amplitude, and a large amount of energy is absorbed from the GW by the electromagnetic oscillations, of the order of 1023 erg/cm3 in the case presented here. The absorbed energy is proportional to B02, with B0 the backgroundmagnetic field. The energization of the plasma takes place on fast time scales of the order of milliseconds. The amount of absorbed energy is comparable to the energies emitted in the most energetic astrophysical events, such as giant flares on magnetars and short Gamma ray bursts (GRB), for which the mechanism analyzed here also has the fast time-scales required.

08-09-2005 (Υποέργο: 21882)
The absorption of gravitational waves in strongly magnetized plasmas, H. Isliker and L. Vlahos, 7th Hellenic Astronomical Conference, Kefalonia (Greece), 8.9 &#8211; 11.9. 2005

Περίληψη
We study the interaction of a gravitational wave (GW) with a strongly magnetized plasma, with main interest in the case close to resonance, where the relativistic Alfven speed approaches closely the speed of light. The GW is considered a small disturbance in the otherwise flat spacetime, and the plasma is modeled by the general relativistic version of the induction equation of ideal MHD and the single fluid equations. An Orthonormal Frame is used, so that the equations can be expressed in the directly observable variables, and all non-linear terms are kept. The non-linear equations are integrated numerically with a pseudo-spectral method based on Chebyshev polynomials. We find that for strong magnetic fields the GW excites electromagnetic plasma waves close to the magnetosonic mode. The electric field oscillations have very high intensity, of the order of 1016 V/m, and a large amount of energy is absorbed from the GW by the electromagnetic and plasma oscillations, corresponding to a fraction 10-3 of the GW energy. The energization of the plasma takes place on fast time scales of the order of milliseconds.The amount of absorbed energy is comparable to the energies emitted in the most energetic astrophysical events, such as short Gamma ray bursts, for which the mechanism analyzed here also has the fast time-scales required.

27-06-2005 (Υποέργο: 21882)
The absorption of gravitational waves in strongly magnetized plasmas, H. Isliker and L. Vlahos, 32nd EPS Plasma Physics Conference, Tarragona (Spain), 27.6 &#8211; 1.7. 2005

Περίληψη
We study the interaction of a gravitational wave (GW) with a strongly magnetized plasma. The GW is considered a small disturbance, and the plasma is modeled by the general relativistic induction equation of ideal MHD and the single fluid equations. We find that the GW excites electromagnetic plasma waves close to the magnetosonic mode. The electric field oscillations have very high intensity, of the order of 1016V/m, and a large amount of energy is absorbed from the GW by the electromagnetic and plasma oscillations, corresponding to a fraction 10-3 of the GW energy. The energization of the plasma takes place on time scales of the order of milliseconds. The amount of absorbed energy is comparable to the energies emitted in the most energetic astrophysical events, such as short Gamma ray bursts.

30-08-2004 (Υποέργο: 21882)
Propagation of Gravitational Waves through magnetized plasmas in curved space time, Apostolos Kuiroukidis, Workshop on general relativistic plasma physics, Thessaloniki 30/8-3/9/2004

Περίληψη
Our motivation is to study the evolution of Magnetized Plasma when a Gravitational Wave (GW) passes through. We want to examine this scenario in a curved space-time background, as for example under the conditions prevailing in the Early Universe. One of the desired outcomes of this approach, would be the transfer of energy from the GW to theplasma through the excitation of higher modes. In order for this transfer to be significant, the problem should be posed essentially in a non-linear manner. So we want to write a self-consistent,closed set of equations, where the background space-time will evolve dynamically, due to the simultaneous propagation of the GW and the evolution of the Plasma. Our approach differs from others up to now, because the background space-time evolves. Also the interaction of the GW with the Plasma is non-linear with respect to the GW amplitude.

30-08-2004 (Υποέργο: 21882)
A tutorial on the pseudospectral method, H. Isliker, Workshop on general relativistic plasma physics, Thessaloniki 30/8-3/9/2004

Περίληψη
The pseudospectral method is a method to solve &#8211; among others &#8211; partial differential equations numerically. The basic idea of the method is to expand the unknown function(s) in terms of a complete set of global basis functions. Non-linearities can efficiently be treated by transforming forth and back between the direct space and the space of the expansion coefficients (e.g. Fourier space in the case of periodic boundary conditions). Here, we derive and explain the different elements of the method, we show how non-linearities are treated, how a numerical error intrinsic to the method can efficiently be avoided and suppressed, and we show some exemplary applications of the method to non-linear systems of partial differential equations.

30-08-2004 (Υποέργο: 21882)
Propagation of Gravitational waves in a FRW Universe, Kostas Kleidis,, Workshop on general relativistic plasma physics, Thessaloniki 30/8-3/9/2004

Περίληψη
We present a set of exact solutions conserning the propagation of a relic gravitational wave through several periods of evolution in the history of the Universe. Each period is determined by the matter content dominant at that time. In this context, the effect of the background curvature on the expected chracteristics of the gravitational wave, may be the safest way to obtain information about the very early stages of the Universal evolution (from the inflationary era to the matter-dominated epoch).

30-08-2004 (Υποέργο: 21882)
Numerical studies on the non linear interaction of GW with magnetosonic waves, Ι. Sandberg,Workshop on general relativistic plasma physics, Thessaloniki 30/8-3/9/2004

Περίληψη
We present the derivation of a set of non-linear equations that describe the gravitational wave (GW) plasma interaction in a flat background metric. The equations are linearized in order to determine the different eigen-modes and instabilities of the GW plasma system. Using a pseudospectral numerical code we integrate in time the equations and we investigate the non&#8212;linear interaction of GW with plasma which leads to the excitation of magnetosonic waves which propagate in magnetized plasmas.

30-08-2004 (Υποέργο: 21882)
Magnetized Jeans Instability in anisotropic Universe, Demetrios Papadopoulos, , Workshop on general relativistic plasma physics, Thessaloniki 30/8-3/9/2004

Abstract

30-08-2004 (Υποέργο: 21882)
Gravitational waves interacting with spinning particles, Demetrios Papadopoulos, Workshop on general relativistic plasma physics, Thessaloniki 30/8-3/9/2004

Abstract

30-08-2004 (Υποέργο: 21882)
Kinetic aspects on the interaction of GW with unstable plasmas, L. Vlahos, Workshop on general relativistic plasma physics, Thessaloniki 30/8-3/9/2004

Περίληψη
We investigate the non-linear interaction of a strong Gravitational. Wave with the plasma during the collapse of a massive magnetized star to form a black hole, or during the merging of neutron star binaries (central engine). We found that under certain conditions this coupling may result in an efficient energy space diffusion of particles. We suggest that the atmosphere created around the central engine is filled with 3-D magnetic neutral sheets (magnetic nulls). We demonstrate that the passage of strong pulses of GravitationalWaves through the magnetic neutral sheets accelerates electrons to very high energies. Superposition of many such short lived accelerators, embedded inside a turbulent plasma, may be the source for the observed impulsive short lived bursts. We conclude that in several astrophysical events, gravitational pulses may accelerate the tail of the ambient plasma to very high energies and become the driver for many types of astrophysical bursts.

01-01-2006 (Υποέργο: 21895)
Δομή και μαγνητικές ιδιότητες κραμάτων Gd4(Co,Ti)41 Μ. Γκιόκα, Δ. Νιάρχος, Χ. Σαραφίδης, Ο. Καλογήρου

Περίληψη
Πολλές σειρές διαμεταλλικών ενώσεων έχουν παραχθεί από την εξαγωνική 1:5 με αντικατάσταση ατόμων σπάνιας γαίας από ζεύγη ατόμων μεταβατικού μετάλλου σύμφωνα με τον γενικό τύπο Rm-nT5m+2n. Ο συνδυασμός (m, n) = (7, 3) (ονομαστική στοιχειομετρία) R4T41 δεν έχει αναφερθεί ακόμη. Η παρούσα εργασία εστιάζει στην δυνατότητα σύνθεσης ενώσεων Gd4Co41-xTix με θερμική κατεργασία στην θερμοκρασιακή περιοχή 1133 &#8211; 1438 Κ. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην δομή και τις ιδιότητες μεταξύ των υλικών που ανοπτήθηκαν σε διαφορετικές θερμοκρασίες.

01-09-2005 (Υποέργο: 21895)
Mελέτη του βρόχου υστέρησης της μαγήτισης εξαφερρίτη Ba με υποκαταστάσεις La-Co Κ.Γ. Ευθυμιάδης, Χ. Σερλέτης, Σ.Χ. Χατζηβασιλείου, Ε.Παυλίδου, Γ. Λιτσαρδάκης 21ο Πανελλήνιο Συνέδριο Φυσικής Στερεάς Kατάστασης, Λευκωσία 2005, Kύπρος

Περίληψη
Στην εργασία παρουσιάζονται πειραματικές μετρήσεις που αφορούν στη μελέτη του βρόχου υστέρησης της μαγνήτισης του εξαφερρίτη Ba0.8La0.2Fe11.8Co0.2O19. Για την παρασκευή του εξαφερρίτη χρησιμοποιήθηκε η συμβατική κεραμική διαδικασία, ενώ για τον δομικό και μαγνητικό χαρακτηρισμό του χρησιμοποιήθηκαν XRD, SEM και μετρήσεις της μαγνήτισης κόρου, της παραμένουσας μαγνήτισης και του συνεκτικού πεδίου συναρτήσει της θερμοκρασίας. Για τη μελέτη του βρόχου υστέρησης της μαγνήτισης και την κατανόηση των μηχανισμών στους οποίους οφείλεται, πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις της παραμένουσας μαγνήτισης, του συνεκτικού πεδίου, της αντιστρεπτής και μη αντιστρεπτής επιδεκτικότητας και του μαγνητικού ιξώδους κατά την αρχική μαγνήτιση και κατά την απομαγνήτιση του υλικού στη θερμοκρασία δωματίου.

01-09-2005 (Υποέργο: 21895)
Σύνθεση, δομικές και μαγνητικές ιδιότητες διαμεταλλικών ενώσεων σπάνιας γαίας - μεταβατικού μετάλλου πλούσιων σε Co Χ. Σαραφίδης, Ε. Ευθυμιάδης, Μ. Γκιόκα, Δ. Νιάρχος, Ο. Καλογήρου 21ο Πανελλήνιο Συνέδριο Φυσικής Στερεάς Kατάστασης, Λευκωσία 2005, Kύπρος

Περίληψη
Στην εργασία παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της μελέτης διαμεταλλικών ενώσεων ονομαστικής στοιχειομετρίας R3(Fe1-xCox)29-yCry (R=Y, Nd, x=0.6&#8211;0.8 και y=4&#8211;7). Η αύξηση της περιεκτικότητας σε Co συνδυάσθηκε με αύξηση της περιεκτικότητας σε Cr με σκοπό την σταθεροποίηση της μονοκλινούς φάσης τύπου 3:29 (Ο.Σ.Χ. Α2/m). Η αύξηση της περιεκτικότητας σε Co και Cr μειώνει σε σημαντικό βαθμό της θερμοκρασία Curie και την μαγνήτιση κόρου. Οι ενώσεις με R=Y εμφανίζουν μοναξονική μαγνητοκρυσταλλική ανισοτροπία η οποία οφείλεται στο υποπλέγμα του μεταβατικού μετάλλου.

01-10-2004 (Υποέργο: 21895)
Effects of Co substitution on structural and magnetic properties of Sm3Fe29-x-yCoxVy M. Gjoka, E. Devlin, D. Niarchos O. Kalogirou, C. Sarafidis 18th Workshop on High Perfomance Magnets and their Applications, Annecy, France 2004

Περίληψη
The formation and magnetic properties of Sm3Fe29-x-yCoxVy (x=0-11.3) compounds as a function of the Co and V content where investigated. It is found that the V content required to stabilize the Nd3(Fe,Ti)29- type structure (3:29) depends on the Co content and the optimum value is in the interval y=2.1-2.7. The samples with the pair (x,y)= (2.8,2), (6,2.1), (6.7,2), are of single phase and crystallize in the 3:29-type structure with monoclinic symmetry and space group A2/m. The Curie temperature values, which increase with increasing Co content, are respectively 603, 713 and 739 K, and the respective hyperfine fields at 87 K, 27.5, 29.0, and 28.1 T. The cell parameters of the 3:29 phase decrease with increasing the Co concentration. The samples present a tilted magnetic structure.

01-09-2004 (Υποέργο: 21895)
Επίδραση του Co στις δομικές και μαγνητικές ιδιότητες των ενώσεων Sm3Fe29-x-yCoxVy. M. Γκιόκα, Ε. Devlin, X. Σαραφίδης, Δ. Νιάρχος και O. Καλογήρου 20ο Πανελλήνιο Συνέδριο Φυσικής Στερεάς Kατάστασης, Iωάννινα 2004

Περίληψη
Η μερική υποκατάσταση των ατόμων Fe από άτομα Co (μέχρι 40%) έχει σημαντική επίδραση στις μαγνητικές ιδιότητες των διαμεταλλικών ενώσεων R3(Fe,TM)29, (R σπάνια γαία, ΤΜ μεταβατικό μέταλλο). Στην εργασία παρουσιάζεται η σύνθεση των ενώσεων Sm3Fe29-x-yCoxVy (x = 0 - 11.3, y = 0.9 - 4.0) και η μελέτη των μαγνητικών ιδιοτήτων σαν συνάρτηση της περιεκτικότητας σε Co και V. Το ποσοστό του V που χρειάζεται για την σταθεροποίηση της μονοκλινούς δομής τύπου Nd3(Fe,Ti)29 (3:29, Ο.Σ.Χ. A2/m) εξαρτάται από την περιεκτικότητα σε Co και οι βέλτιστες τιμές βρίσκονται στο διάστημα y= 2.1-2.7.

01-09-2004 (Υποέργο: 21895)
Μελέτη της νανοκρυστάλλωσης του άμορφου μαλακού σιδηρομαγνητικού κράματος Fe85Si9B16 K. Eυθυμιάδης και Σ. Xατζηβασιλείου. 20ο Πανελλήνιο Συνέδριο Φυσικής Στερεάς Kατάστασης, Iωάννινα 2004

Περίληψη
Στόχος της εργασίας αυτής είναι η ανάπτυξη μιας πειραματικής μεθοδολογίας που να στηρίζεται αποκλειστικά σε μαγνητικές μετρήσεις και βάσει της οποίας να προσδιορίζονται επακριβώς οι κατάλληλες συνθήκες για τη νανοκρυστάλλωση των υλικών. Παρουσιάζονται πειραματικά αποτελέσματα που αφορούν στη μεταβολή της μαγνητικής επιδεκτικότητας και του συνεκτικού πεδίου του άμορφου κράματος Fe85Si9B16 κατά τη διάρκεια της κρυστάλλωσης του. Από τα πειραματικά αποτελέσματα προκύπτουν συμπεράσματα βάσει των οποίων επιλέχτηκαν και επιβεβαιώθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες για την νανοκρυστάλλωση του συγκεκριμένου υλικού.

18-06-2005 (Υποέργο: 21901)
I. Pappas, V. Kalenteridis, L. Nalpantidis, S. Siskos, C. A. Dimitriadis and A. A. Hatzopoulos, "A new analogue driver using poly-Si thin-film transistors for active matrix displays", XX Conference on Design of Circuits and Integrated Systems, Nov. 23-25, Lisboa-Portugal, 2005.

Περίληψη
Polysilicon thin-film technology has become of great interest due to the demand of large area electronics devices. Active Matrix Liquid Crystal Displays (AMLCD) and Active Matrix Organic Light Emitting Displays are among the fields where the polysilicon thin film transistors (Poly-Si TFTs) are most commonly used. The large variation of the threshold voltage and the mobility of the carriers across the wafer, however, make it difficult to design analogue blocks with constant specifications. Although these problems are related to the fabrication process, circuits have been developed to reduce their impact. In this work an improved AMLCD driver circuit is proposed.

03-03-2005 (Υποέργο: 21901)
A. A. Hatzopoulos, S. Siskos, C. A. Dimitriadis, and N. Papadopoulos, "Built-in current sensor with reduced voltage drop using thin-film transistors", IΕΕΕ International Symposium on Circuits and Systems, May 23-26, Kobe, Japan, 2005.

Περίληψη
A simple current mirror using TFTs with input terminals which are capacitively coupled to the TFT gate, is used in this work, to design a built-in current sensor (BICS). The important feature in this application is that the voltage drop across the sensing TFT device can be reduced to almost zero value, while preserving transistor operation in the saturation region. This makes the proposed BICS appropriate for TFT applications without affecting the circuit operation. Is also results in adequate linearity for the current monitoring, making the structure applicable to digital as well as analog and mixed-signal circuit testing.

27-02-2005 (Υποέργο: 21901)
A. T. Hatzopoulos, D. H. Tassis, N. A. Hastas, C. A. Dimitriadis, S. Siskos, and A. A. Hatzopoulos, "A simple and continuous on-state current model of polysilicon thin-film transistors for circuit simulation", Journal of Physics: Conference Series 10, p. 27 (2005). Second Conference on Microelectronics, Microsystems and Nanotechnology.

Περίληψη
A simple and continuous model for the on-state current of polysilicon thin-film transistors, suitable for implementation in circuit simulators, is presented. The model includes the potential barrier at the grain boundaries, the channel length modulation and the excess current due to impact ionization. Comparison between measured output characteristics and the model shows excellent agreement over wide range of bias voltages and for devices with different gate lengths.

03-02-2005 (Υποέργο: 21901)
A. A. Hatzopoulos, S. Siskos, C. A. Dimitriadis, N. Papadopoulos, I. Pappas, and L. Nalpantidis, "A built-in current sensor using thin-film transistors", Journal of Physics: Conference Series 10, p. 289 (2005). Second Conference on Microelectronics, Microsystems and Nanotechnology.

Περίληψη
A simple current mirror using TFTs with input terminals which are capacitively coupled to the TFT gate, is used in this work, to design a built-in current sensor (BICS). The important feature in this application is that the voltage drop across the sensing TFT devices can be reduced to almost zero value, while preserving transistor operation in the saturation region. This makes the proposed BICS appropriate for TFT applications without affecting the circuit operation. It also results in adequate linearity for the current monitoring, making the structure applicable to digital as well as to analog and mixed-signal circuit testing.

03-01-2005 (Υποέργο: 21901)
I. Pappas , L. Nalpantidis , V. Kalenteridis , S. Siskos , C. A. Dimitriadis and A. A. Hatzopoulos, "A study of different types of current mirrors using polysilicon TFTs", Journal of Physics: Conference Series 10, p. 373 (2005). Second Conference on Microelectronics, Microsystems and Nanotechnology.

Περίληψη
Polysilicon thin-film technology has become of great interest due to the demand for large area electronic devices. Active Matrix Liquid Crystal Displays (AMLCDs) and Active Matrix Organic Light Emitting Displays (AMOLEDs) are among the fields where polysilicon thin-film transistors (poly-Si TFTs) are most commonly used. Such devices, generally, require analog signal processing. This fact makes the performance of basic analog blocks, such as current mirrors implemented with poly-Si TFTs, crucial. This paper examines the performance of various current mirror designs through simulation. Finally, a novel design of a current mirror is proposed aimed to be used in low voltage applications.

15-01-2004 (Υποέργο: 21901)
G. Perentzis, E. E. Horopanitis, and L. Papadimitriou, "Influence of annealing temperature and substitution of Mn with Al in the spinel LiMn2O4 cathode powders", 5th Advanced Batteries and Accumulatos-ABA-2004, p. 162, (2004).

Περίληψη
Higher reactive temperatures during the preparation of the powders, either in the original Manganese spinel or in the partially substituted of Mn with Al, results to slight increase of the lattice parameter and larger average crystal size. The lattice parameter, though, decreases after the substitution of Mn with Al, which is a strong indication that Al3+ ions replace Mn4+ ions. Even though the substitution of Mn with Al decreases the specific capacity of the material, the stability with the cycles of the LiMn1.5Al0.5O4 is improved considerably compared to the LiMn2O4 spinel cathode and this is attributed to keeping the AOS of the manganese higher than 3.5. This prevents the appearance of the Jahn Teller distortion.

01-09-2005 (Υποέργο: 21904)
Structural Properties of Quaternary InAlGaN MQW grown by plasma-assisted MBE G.P. Dimitrakopulos, Ph. Komninou, J. Kioseoglou, A. Georgakilas, G. Nouet and Th. Karakostas Presented at the EMRS 2005 Fall Meeting, Warsaw, September 2005. Physica Status Solidi (a), submitted (2005)

Περίληψη
Quaternary In0.085Al0.285Ga0.63N/GaN multiple quantum wells (MQW) grown by plasma-assisted molecular beam epitaxy are characterized by high resolution transmission electron microscopy (HRTEM), geometric phase analysis, and energy dispersive x-ray (EDX) nano-analysis. The MQW exhibit sharp well-defined InAlGaN/GaN interfaces while the GaN/InAlGaN interfaces are more smeared. The InAlGaN quantum wells and the GaN barriers are lattice-matched. The chemical distribution profiles are obtained by deconvolution of EDX line profiles and are in agreement with the HRTEM observations. Indium clustering occurs after prolonged observation under the electron beam.

01-06-2005 (Υποέργο: 21904)
Χαρακτηρισμός υμενίων InN με φασματοσκοπία Raman και μικροσκοπία διερχόμενης δέσμης I. Αρβανιτίδης, Μ. Κατσικίνη, Σ. Βες, Α. Δελημήτης, Θ. Κεχαγιάς, Φ. Κομνηνού, Ε. Δημάκης, Ε. Ηλιόπουλος, Α. Γεωργακίλας Πρακτικά 21ου Πανελληνίου Συνεδρίου Φυσικής Στερεάς Κατάστασης & Επιστήμης Υλικών, Λευκωσία 2005 (υπό εκτύπωση)

Περίληψη
Υμένια InN που έχουν αναπτυχθεί με τη μέθοδο της μοριακής επιταξίας σε υποστρώματα GaN/Al2O3 και με πάχος που κυμαίνεται από 0.23 έως 1.05 mm, μελετήθηκαν με φασματοσκοπία Raman και ηλεκτρονική μικροσκοπία διερχόμενης δέσμης (TEM). Όπως προκύπτει από την ανάλυση των εικόνων ΤΕΜ, η κρυσταλλική ποιότητα των υμενίων InΝ και το πλήθος των εκτεταμένων ατελειών δομής, κυρίως των νηματοειδών εξαρμόσεων, εξαρτώνται από τις συνθήκες ανάπτυξης. Ανεξαρτήτως όμως των συνθηκών ανάπτυξης, η ανάλυση των εικόνων περίθλασης ηλεκτρονίων έδειξε ότι η σχέσης επιταξίας μεταξύ υμενίου InN και υποστρώματος GaN είναι [0001] InN// [0001] GaN και (10-10) InN // (10-10) GaN σε όλα τα δείγματα. Η εξαγωνική συμμετρία των υμενίων InN καθώς και η καλή τους ποιότητα επιβεβαιώνεται και από τα φάσματα Raman. Ο χαρακτηριστικός τρόπος δόνησης επηρεάζεται σημαντικά από την ύπαρξη παραμενουσών διαξονικών τάσεων οι οποίες οφείλονται κυρίως στους διαφορετικούς συντελεστές θερμικής διαστολής μεταξύ του επιταξιακού υμενίου και του υποστρώματος. Η μετατόπιση της κορυφής προς μικρότερες ενέργειες υποδηλώνει την ύπαρξη εκτατικών τάσεων οι οποίες μάλιστα αυξάνονται με την αύξηση της θερμοκρασίας ανάπτυξης του υμενίου. Η ύπαρξη εκτατικών τάσεων επιβεβαιώνεται και από τις πλεγματικές σταθερές a και c όπως αυτές προσδιορίζονται από την ανάλυση των εικόνων περίθλασης ηλεκτρονίων. Επιπλέον, η προσομοίωση της κορυφής , σύμφωνα με τη μέθοδο χωρικού συσχετισμού (Spatial Correlation Model), παρέχει το μήκος χωρικού συσχετισμού L το οποίο συνδέεται με τη μέση ελεύθερη διαδρομή των φωνονίων στο δείγμα. Βρέθηκε ότι το μήκος L αυξάνει μονότονα όσο βελτιώνεται η κρυσταλλική ποιότητα του δείγματος, όπως αυτή καθορίζεται από την πυκνότητα των νηματοειδών εξαρμόσεων που προσδιορίζεται από απ&#8217; ευθείας μετρήσεις σε εικόνες ηλεκτρονικής μικροσκοπίας.

15-06-2004 (Υποέργο: 21904)
Aτομική δομές και ενέργεια των 1/6<20-23> κλασματικών εξαρμόσεων στο νιτρίδιο του γαλλίου Ι. Κιοσέογλου, Φ. Κομνηνού, Γ. Δημητρακόπουλος, και Θ. Καρακώστας Πρακτικά 20ου Πανελληνίου Συνεδρίου Φυσικής Στερεάς Κατάστασης & Επιστήμης Υλικών, Ιωάννινα 2004 (υπό εκτύπωση)

Περίληψη
Στη παρούσα εργασία παρουσιάζεται μια συστηματική μελέτη της δομής και της ενέργειας του πυρήνα των 1/6<20-23> κατ&#8217;ακμή και ελικοειδών εξαρμόσεων οι οποίες περικλείουν το I1 ενδογενές σφάλμα επιστοίβασης που σχηματίζεται στο βασικό επίπεδο της δομής βουρτσίτη του νιτριδίου του γαλλίου. Η ακτίνα και η ενέργεια του πυρήνα των εξαρμόσεων υπολογίζονται συνδυάζοντας την ανισοτροπική θεωρία ελαστικότητας με ατομιστικούς υπολογισμούς. Αρχικά, σε υπερκυψελίδες δομών τέλειου κρυστάλλου GaN εφαρμόζονται τα πεδία μετατοπίσεων που προβλέπονται από την ανισοτροπική θεωρία ελαστικότητας και στη συνέχεια εφαρμόζονται οι ατομικές αλληλεπιδράσεις μέχρι να φτάσουν οι δομές στην κατάσταση ελάχιστης ενέργειας.

01-06-2004 (Υποέργο: 21904)
Δομικές ιδιότητες υμενίων ΙnN ανεπτυγμένων σε GaN με επιταξία μοριακής δέσμης Α. Δελημήτης, Φ. Κομνηνού, Θ. Κεχαγιάς, Γ. Δημητρακόπουλος, Ι. Κιοσέογλου, Ε. Δημάκης, Α. Γεωργακίλας, και Θ. Καρακώστας Πρακτικά 20ου Πανελληνίου Συνεδρίου Φυσικής Στερεάς Κατάστασης & Επιστήμης Υλικών, Ιωάννινα 2004 (υπό εκτύπωση)

Περίληψη
Οι δομικές ιδιότητες υμενίων InΝ ανεπτυγμένων σε υπόστρωμα GaN/Al2O3 αναλύονται με μεθόδους ηλεκτρονικής μικροσκοπίας διερχόμενης δέσμης (ΤΕΜ). Η συνεχής ή κολονοειδής ανάπτυξη των υμενίων εξαρτάται από τη θερμοκρασία υποστρώματος και την προανάπτυξη ενός στρώματος πυρηνοποίησης InN. Oι πλεγματικές σταθερές και η σχέση επιταξίας του InΝ προσδιορίστηκαν από ανάλυση εικόνων περίθλασης ηλεκτρονίων. Λόγω της διαφοράς των πλεγματικών σταθερών μεταξύ InΝ και του GaN, στη διεπιφάνεια InΝ/GaN εισάγεται ένα δίκτυο εξαρμόσεων κακής συναρμογής. Από τις διαφορές στις πλεγματικές σταθερές που μετρούνται στο InΝ που αναπτύχθηκε ως συνεχές υμένιο και του InΝ με κολονοειδή ανάπτυξη, προσδιορίζεται το ποσοστό ύπαρξης των υπολειπόμενων τάσεων, οι οποίες είναι δομικής και θερμικής προέλευσης.

01-06-2004 (Υποέργο: 21904)
Ενεργειακοί υπολογισμοί και δομή του Σ = 18 ορίου κρυσταλλιτών στο GaN Ι. Κιοσέογλου, Φ. Κομνηνού, Γ. Δημητρακόπουλος, Θ. Κεχαγιάς, G. Nouet, και Θ. Καρακώστας Πρακτικά 20ου Πανελληνίου Συνεδρίου Φυσικής Στερεάς Κατάστασης & Επιστήμης Υλικών, Ιωάννινα 2004 (υπό εκτύπωση)

Περίληψη
Η ποιότητα των υ&micro;ενίων GaN, που χρησι&micro;οποιούνται για οπτοηλεκτρονικές εφαρ&micro;ογές εξαρτάται από τις συνθήκες ανάπτυξης. Μεταξύ του πλήθους των εκτετα&micro;ένων ατελειών που ε&micro;φανίζονται, παρατηρούνται και διεπιφάνειες σε όρια κρυσταλλιτών (grain boundaries). Καθώς έχει αποδειχθεί ότι η ατο&micro;ική δο&micro;ή των διεπιφανειών επηρεάζει τις ιδιότητες των οπτοηλεκτρονικών διατάξεων, η δο&micro;ική τους ανάλυση σε ατο&micro;ικό επίπεδο ε&micro;φανίζει επιστη&micro;ονικό ενδιαφέρον. Στην παρούσα εργασία, παρουσιάζου&micro;ε την ατο&micro;ική δο&micro;ή της συ&micro;&micro;ετρικής και &micro;η συ&micro;&micro;ετρικής διεπιφάνειας Σ=18 &micro;ε γωνία απόκλισης ίση &micro;ε 70.53o γύρω από τον κοινό άξονα <2-1-10> που παρατηρήθηκε σε λεπτά υμένια νιτριδίου του γαλλίου.

05-09-2005 (Υποέργο: 21905)
Th. Kehagias, P. Kavouras, E. Tsilika, D. Papadopoulos, Th. Karakostas, "High hardness glass-ceramics from CaO-rich natural solid wastes", European Congress on Advanced Materials and Processes (Euromat2005)Prague, Czech Republic, 5-8 September 2005.

Περίληψη
In order to recycle natural solid wastes rich in CaO and produce new materials with improved mechanical properties, we have used the vitrification method to acquire vitreous products from marble sawing dust and mussel shells with the addition of pure glass formers, i.e. SiO2 and Na2O. Subsequently, vitreous materials were thermally treated at various temperatures, determined by differential thermal analysis, for producing new glass-ceramic products. The identification of the crystal structure of glass-ceramics by X-ray diffraction and transmission electron microscopy showed the presence of the following crystal phases: The triclinic Na2Ca3Si6O16, the hexagonal Na2CaSiO4, the cubic Na2Ca2Si3O9 and the monoclinic CaSiO3 (wollastonite), with the first one being the dominant crystal phase in all products. Microhardness testing of vitreous and glass-ceramic products, using the static indentation method with a Knoop indenter, yielded microhardness values in the range of 5.55 to 6.05 GPa, the latter being rather close to the microhardness of natural granites.

16-05-2005 (Υποέργο: 21905)
P. Kavouras, Th. Kehagias, I. Tsilika, G. Kaimakamis, K. Chrissafis, D. Papadopoulos, and Th. Karakostas, "Glass-ceramic materials from electric arc furnace dust", 1st International Conference on Engineering for Waste Treatment (WasteEng2005) Albi, France, 16-18 May 2005

Περίληψη
Electric arc furnace dust was vitrified with SiO2, Na2CO3 and CaCO3 powders in an electric furnace at ambient atmosphere. Vitreous products were transformed into glass-ceramic materials by two-stage heat treatment, at temperatures determined by differential thermal analysis. Both vitreous and glass-ceramic materials were chemically stable. Wollastonite (CaSiO3) was separated from the parent matrix as the dominant crystalline phase, verified by X-ray diffraction analysis and energy dispersive spectrometry. Transmission electron microscopy revealed that wollastonite crystallizes mainly in its monoclinic form. Knoop microhardness was measured with the static indentation test method in all initial vitreous products and the microhardness values were in the region of 5.0-5.5 GPa. Devitrification resulted in glass-ceramic materials with microhardness values strongly depended on the morphology and orientation of the separated crystal phase.

15-09-2004 (Υποέργο: 21905)
Κάβουρας Π., Καϊμακάμης Γ., Κεχαγιάς Θ., Χρυσάφης Κ., Παπαδόπουλος Δ., Παυλίδου Ε. και Καρακώστας Θ., "Παρασκευή Υαλοκεραμικών Υλικών με Κατεργασία Στερεών Βιομηχανικών Αποβλήτων", Πρακτικά XX Πανελλήνιου Συνεδρίου Φυσικής Στερεάς Κατάστασης και Επιστήμης Υλικών, Ιωάννινα, Σεπτέμβριος 2004, υπό εκτύπωση.

Περίληψη
Στην παρούσα εργασία παρουσιάζεται η μετατροπή ενός τοξικού στερεού αποβλήτου, πλούσιου σε οξείδια του σιδήρου, και του ψευδαργύρου, που προέρχεται από χαλυβουργικές εγκαταστάσεις σε αδρανές υαλοκεραμικό υλικό. Το απόβλητο συλλέγεται υπό μορφή κόνεως στα σακκόφιλτρα ηλεκτροκαμίνου και αναμειγνύεται με σκόνες SiO2, Na2CO3 και CaCO3. Τα καθαρά αυτά υλικά έχουν επιλεγεί, διότι βρίσκονται σε αφθονία στα περισσότερα μη τοξικά απόβλητα. Το απόβλητο αναμειγνύεται με τα υλικά αυτά και παράγεται ένα υαλώδες προϊόν, το οποίο αφού χαρακτηριστεί με τη μέθοδο της Διαφορικής Θερμικής Ανάλυσης, υποβάλλεται σε θερμική κατεργασία που προκαλεί ελεγχόμενη κρυστάλλωση. Τα αρχικά υαλώδη, καθώς και τα υαλοκεραμικά προϊόντα χαρακτηρίζονται με μεθόδους Περίθλασης Ακτίνων-Χ, Ηλεκτρονικής Μικροσκοπίας. Επίσης, εξετάζονται και οι μηχανικές ιδιότητες των υαλοκεραμικών προϊόντων και πιο συγκεκριμένα η μικροσκληρότητα και η αντοχή σε σχισμό με τη μέθοδο της στατικής εντύπωσης.

05-10-2005 (Υποέργο: 21906)
S. Konidaris, N. Pistofidis, G. Vourlias, G. Stergioudis, D. Tsipas, "The usage of metallic additives for the alteration of the structure of zinc coatings", Oral Presentation, 5th International Conference, THE coatings in manufacturing engineering, Laboratory for Machine Tools and Manufacturing Engineering, Aristotle University of Thessaloniki, 05/10-07/10/2005, Kassandra-Chalkidiki, Greece.

Περίληψη
In the present work the influence of the alloying elements on the interface reactions of zinc coatings was examined. The alloying elements were dissolved in the preflux bath (Na, K and Cd) in the form of chloride salts. Depending on the type and concentration of the additives, differences were induced in the crystallization process of the Fe-Zn phases. It was found that both the concentration and the distribution of the alloying elements in the coating played an important role in the growth of the phases, while in the case of Na and K the coating quality was significantly reduced. The morphology and the chemical composition of the phases in the coatings were determined using Optical Microscopy and Scanning Electron Microscopy (SEM) associated with an Energy Dispersive X-Ray Spectroscopy (EDS) analyser.

28-08-2005 (Υποέργο: 21906)
Σ. Κονιδάρης, N. Πιστοφίδης, Γ. Βουρλιάς, Γ. Στεργιούδης, Δ. Τσιπάς, "Η χρήση &micro;εταλλικών προσ&micro;ίξεων για την αλλαγή της δο&micro;ής των επικαλύψεων ψευδαργύρου", Αφίσα Α.10.6, ΧΧΙ Πανελλήνιο Συνέδριο Φυσικής Στερεάς Κατάστασης και Επιστή&micro;ης Υλικών, 28/08-31/08/2005, Λευκωσία.

Περίληψη
Στην παρούσα εργασία &micro;ελετήθηκε η επίδραση ορισ&micro;ένων &micro;εταλλικών προσ&micro;ίξεων στις αντιδράσεις που συ&micro;βαίνουν κατά την ανάπτυξη επικαλύψεων ψευδαργύρου σε υπόστρω&micro;α χάλυβα &micro;ε τη &micro;έθοδο του γαλβανισ&micro;ού. Αυτές οι αντιδράσεις καθορίζουν την κρυστάλλωση, τη δο&micro;ή και γενικά τις ιδιότητες των γαλβανικών επικαλύψεων. Στη συγκεκρι&micro;ένη περίπτωση οι &micro;εταλλικές προσ&micro;ίξεις προστέθηκαν διαλυ&micro;ένες στο διάλυ&micro;α flux. Η βύθιση του χαλύβδινου υποστρώ&micro;ατος στο διάλυ&micro;α flux είναι το τελευταίο στάδιο προκατεργασίας του πριν τη βύθισή του στο τήγ&micro;α ψευδαργύρου. Οι προσ&micro;ίξεις που &micro;ελετήθηκαν είναι τα &micro;έταλλα Na, K και Cd και προστέθηκαν στο διάλυ&micro;α flux &micro;ε τη &micro;ορφή των αντίστοιχων χλωριούχων αλάτων τους (NaCl, KCl και CdCl2). Αναλόγως &micro;ε το είδος και τη συγκέντρωση της εκάστοτε πρόσ&micro;ιξης, παρατηρήθηκαν διαφορές στην διαδικασία κρυστάλλωσης και την τελική &micro;ορφή των δια&micro;εταλλικών φάσεων Fe-Zn. Η προσθήκη Cd φαίνεται πως είχε θετική επίδραση στην &micro;ορφολογία των φάσεων της επικάλυψης, ενώ αντίθετα η προσθήκη Na και K είχαν ως αποτέλεσ&micro;α τη ση&micro;αντική υποβάθ&micro;ιση της ποιότητας των επικαλύψεων. Ο χαρακτηρισ&micro;ός της &micro;ορφολογίας και της χη&micro;ικής σύστασης των φάσεων στις επικαλύψεις έγινε &micro;ε οπτική &micro;ικροσκοπία και ηλεκτρονική &micro;ικροσκοπία σαρωτικής δέσ&micro;ης (SEM) σε συνδυασ&micro;ό &micro;ε ανιχνευτή ακτίνων-Χ (Energy Dispersive X-Ray Spectroscopy -EDS- analyzer).

26-05-2005 (Υποέργο: 21906)
Ν. Πιστοφίδης, Γ. Βουρλιάς, Γ. Στεργιούδης, Δ. Τσιπάς, "Μελέτη των Μεταβολών της Δομής και της Σκληρότητας Χαλύβδινων Συρμάτων κατά τη Διαδικασία Υποβιβασμού τους", Προφορική ανακοίνωση, 5ο Πανελλήνιο Επιστημονικό Συνέδριο Χημικής Μηχανικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 26/05-28/05/2005, Θεσσαλονίκη.

Περίληψη
Στην παρούσα εργασία δείγματα συρμάτων διαφορετικής διαμέτρου αναλύθηκαν χημικά με φασματογράφο μάζας και εξετάστηκαν με οπτική μικροσκοπία, οπότε διαπιστώθηκε ότι κατά τον υποβιβασμό τους μειώνεται γραμμικά η διάμετρος και αυξάνεται το μήκος των κόκκων. Μετά την ανόπτηση του σύρματος όμως οι κόκκοι αναπτύσσονται ξανά περίπου στο αρχικό μέγεθος τους. Τέλος μετρήθηκε η μικροσκληρότητα και διαπιστώθηκε ότι αυξάνει γραμμικά κατά τον υποβιβασμό, ενώ μετά την ανόπτηση επανέρχεται στην αρχική τιμή της.

26-05-2005 (Υποέργο: 21906)
Ν. Πιστοφίδης, Γ. Βουρλιάς, Γ. Στεργιούδης, Δ. Τσιπάς, "Μελέτη της Επίδρασης της Θερμοκρασίας του Χρόνου Παραμονής στη Δομή και το Πάχος των Γαλβανισμένων Επικαλύψεων", Προφορική ανακοίνωση, 5ο Πανελλήνιο Επιστημονικό Συνέδριο Χημικής Μηχανικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 26/05-28/05/2005, Θεσσαλονίκη.

Περίληψη
Η παρούσα εργασία καταγράφει τις μεταβολές που προκαλούνται από τη θερμοκρασία του τήγματος Ζn και από το χρόνο παραμονής του χαλύβδινου υποστρώματος σε αυτό στο πάχος και στη δομή των γαλβανισμένων επικαλύψεων. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκαν ελάσματα από ανθρακοχάλυβα που γαλβανίστηκαν σε εργαστηριακή μονάδα. Τα δοκίμια που παρελήφθησαν κόπηκαν εγκάρσια και εξετάστηκαν με οπτική μικροσκοπία και ηλεκτρονική μικροσκοπία σάρωσης. Διαπιστώθηκε ότι, ανεξάρτητα από τη θερμοκρασία, η αύξηση του χρόνου παραμονής αυξάνει το πάχος, ενώ τόσο η θερμοκρασία όσο και ο χρόνος παραμονής ευνοούν την ανάπτυξη των φάσεων που αποτελούν την επικάλυψη. Φάνηκε τέλος ότι μεγάλη αύξηση του πάχους δημιουργεί ψαθυρές επικαλύψεις.

26-09-2004 (Υποέργο: 21906)
Γ. Βουρλιάς, Ν. Πιστοφίδης, Γ. Στεργιούδης, Ε.Κ. Πολυχρονιάδης, Δ. Τσιπάς, "Χαρακτηρισμός των κοκκόμορφων παραπροϊόντων των εγκαταστάσεων θερμού γαλβανισμού", Αναρτημένη ανακοίνωση, 20ο Πανελλήνιο Συνέδριο Φυσικής Στερεάς Κατάστασης και Επιστήμης Υλικών, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 26/09-29/09/2004, Ιωάννινα.

Περίληψη
Μεταξύ των στερεών παραπροϊόντων του θερμού γαλβανισμού συγκαταλέγεται η τέφρα του που σχηματίζεται στην επιφάνεια του τήγματος Zn και η σκόνη που σχηματίζεται κατά τη διαδικασία μείωσης της τραχύτητας της εσωτερικής επιφάνειας των γαλβανισμένων σωλήνων. Σκοπός λοιπόν της παρούσας εργασίας είναι ο χαρακτηρισμός των συγκεκριμένων παραπροϊόντων. Δείγματα τέφρας και σκόνης εξετάστηκαν με ηλεκτρονική μικροσκοπία σάρωσης, διελεύσεως και περίθλαση ακτίνων Χ. Από την παραπάνω μελέτη προέκυψε ότι η τέφρα αποτελείται από οξείδια Zn και Al και μεσομεταλλικές ενώσεις Fe-Zn-Al, ενώ η σκόνη κυρίως από Zn και ZnO.

26-09-2004 (Υποέργο: 21906)
Γ. Βουρλιάς, Ν. Πιστοφίδης, Γ. Στεργιούδης, Ε.Κ. Πολυχρονιάδης, Δ. Τσιπάς, "Μελέτη της δομής του στερεού υπολείμματος πυθμένα των εγκαταστάσεων θερμού γαλβανισμού", Αναρτημένη ανακοίνωση, 20ο Πανελλήνιο Συνέδριο Φυσικής Στερεάς Κατάστασης και Επιστήμης Υλικών, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 26/09-29/09/2004, Ιωάννινα.

Περίληψη
Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι ο χαρακτηρισμός του παραπροϊόντος πυθμένα που παράγεται κατά το θερμό γαλβάνισμα. Δείγματα υπολείμματος ελήφθησαν από βιομηχανική μονάδα και εξετάστηκαν με ηλεκτρονική μικροσκοπία σάρωσης και διέλευσης και περίθλαση ακτίνων Χ. Από την παραπάνω μελέτη προέκυψε ότι το υπόλειμμα αποτελείται από τρεις φάσεις. Η πρώτη από αυτές αποτελείται από Zn με περιεκτικότητα περίπου 6% σε Fe και πρόκειται μάλλον για τη ζ-φάση του συστήματος Fe-Zn, η δεύτερη αποτελείται από σχεδόν 100% Zn, ενώ η τρίτη αποτελείται εγκλείσματα με υψηλή περιεκτικότητα σε Pb.

01-08-2004 (Υποέργο: 21906)
N. Pistofidis, G. Vourlias, G. Stergioudis, E. K. Polychroniadis, D. Tsipas, "Study of the effect of alloying elements at the structure of zinc hot-dip galvanized coatings", Poster, The Twelfth International Summer School on Crystal Growth (ISSCG-12), International Organization for Crystal Growth, 01/08-07/08/2004, Berlin, Germany.

Περίληψη
Zinc hot-dip galvanizing (HDG) is one of the most cost-effective processes for the corrosion protection of ferrous substrates. The protection is achieved through the immersion of the ferrous substrate in a bath of molten zinc (Zn). This way it is covered with a layer of zinc with an average thickness of about 50-100 μm. However the structure of this coating and its anticorrossive performance seem to be affected by the addition of several alloying elements in the zinc melt [1]. The aim of this work is to investigate the effect of the addition of Pb, Cu and Ni to the structure of the zinc hot-dip galvanized coatings, when each one of these elements is added to the Zn melt at concentration equal to 1.0 wt. %, or dissolved in the form of soluble salts in the aqueous solution of ZnCl2.2NH4Cl, which is used during the pretreatment process of the ferrous substrates. For that purpose hot-rolled 3 mm thick sheets of steel containing 0.11%C, 0.55%Mn, 0.012%Si and 0.016%P have been galvanized in a bath of molten Zn at a temperature of about 450οC containing 1.0 wt. % of the above-mentioned metals using a laboratory electric furnace. Ni and Cu were also dissolved in the solution of ZnCl2.2NH4Cl in the form of NiCl2 (5 wt. %) and CuCl2 (0.35 wt. %). The as-casted coatings were examined with optical microscopy, scanning electron microscopy and X-ray diffraction. From the above investigation it turned out that in every case the coating is composed of four layers referring to the Γ (gamma), δ (delta), ζ (zeta) and η (eta) phase of the Fe-Zn phase diagram [1]. These phases are also present in the coatings formed in a pure Zn bath. However the Pb additions alter the crystallographic orientation of the outer (eta) phase. The coatings resulted from a pure zinc bath, show a strong (000l) basal plane texturing of the zinc crystals upon solidification. Pb addition gradually changes this orientation, leading finally to an inclination of the basal plane until the (2 1) plane is aligned almost perfectly parallel to the sheet surface. Ni also seems to favor the same orientation, while Cu additions do not affect the eta phase. Furthermore, Cu, which is known to favor the crystal growth of the delta phase, exhibits a localized high concentration inside this phase. It is possible that Cu atoms act as effective heterogeneous nucleation sites for the δ-phase. Finally, Ni addition seems to inhibit further growth of the ζ-phase after an initial formation, resulting in a decrease of the coating thickness. The above conclusions are also the same in the case of NiCl2. However, in the case of CuCl2 no Cu was detected in the coating at all, probably because of the high volatility and the low concentration of CuCl2 in the solution of ZnCl2.2NH4Cl. [1] Marder, A. R.: Progress in Materials Science, 45 (2000) 191-271.

01-08-2004 (Υποέργο: 21906)
G. Vourlias, N. Pistofidis, G. Stergioudis, E. K. Polychroniadis, D. Tsipas, "Study of the structure and the anticorrosive properties of zinc hot-dip galvanized coatings", Poster, The Twelfth International Summer School on Crystal Growth (ISSCG-12), International Organization for Crystal Growth, 01/08-07/08/2004, Berlin, Germany.

Περίληψη
One of the most effective methods for the corrosion protection of iron and steel is hot dip galvanizing. However this process involves several problems such as the non standard quality and corrosion resistance of the final products as well as the formation of a large quantity of byproducts. The aim of the present work is the examination of the intermediate phases formed during hot-dip galvanizing in order to better understand the mechanism of the coating formation and consequently propose possible solutions to the above-mentioned problems. For that purpose the chemical composition of the ferrous substrate was determined with mass spectrometry and its structure was examined with scanning electron microscopy and X-ray diffraction. Afterwards galvanized wires and sheets were examined with optical microscopy, scanning electron microscopy, transmission electron microscopy and X-ray diffraction. Finally part of these specimens was exposed in the open air under all weather conditions in a highly industrialized area and part of them was placed in a simulated marine environment (humid atmosphere with high concentration of NaCl particles) in a salt spray chamber. The as-corroded samples were also examined with the above-mentioned methods. From the above investigation it turned out that the steel composition affects the coating quality. Specifically, the presence of high Si and Mn results in low quality coatings (gray and brittle). Furthermore during the examination of the galvanized products it was observed that every coating is composed of four layers referring to the Γ (gamma), δ (delta), ζ (zeta) and η (eta) phase of the Fe-Zn phase diagram [1]. However it seems that in many cases only the eta phase is present. This could be ascribed to the presence of iron oxides at the surface of the steel substrate. Nevertheless the same phenomenon is caused by the presence of FeCl3 at the Fe/Zn interface. This compound is formed during the final stage of the pretreatment when the ferrous substrate is immersed in an aqueous solution of ZnCl2.2NH4Cl. The high Al content (up to 1 wt. %) in the Zn bath also inhibits the formation of the Fe-Zn phases because of the formation of an intermetallic phase (Fe2Al5Znx) that covers the surface of the substrate and hinders the Zn diffusion in Fe. Furthermore, the study of the atmospheric effect revealed that the atmosphere favours the formation of compounds such as ZnCO3.3Zn(OH)2. These compounds are extremely water insoluble and consequently disfavour corrosion and thus form a protective film on top of Zn. However the atmospheric compounds in a polluted atmosphere contribute to the formation of a large number of Zn and Fe compounds such as Zn(SO4) and Fe(SO4), which destroy the above-mentioned film and favour corrosion because of their high water solubility. The corrosion mechanism was also examined at galvanized and black wires under a simulated marine atmosphere. Pitting corrosion causes the passivity collapse because the Cl- ions move through the layer of the corrosion products. Moreover the effect of Al, Pb, Sn, Cu and Ni in concentrations 0.5 or 1.0 wt. % was examined regarding the corrosion behaviour of the coating. It was concluded that Cu, Pb and Sn favour the formation of chloride compounds and therefore facilitating the formation of ZnO instead of Zn chlorides. Finally concerning the effect of galvanizing byproducts on the quality of the galvanized objects, they seems to worsen the quality of the final product. [1] Marder, A. R.: Progress in Materials Science, 45 (2000) 191-271.

03-01-2006 (Υποέργο: 21920)
Particle Physics Approach to Dark Matter George Lazarides arXiv:hep-ph/0601016 Θα δημοσιευθεί και στα Πρακτικά του Συνεδρίου στο Lecture Notes in Physics, Springer Verlag.

Περίληψη
We review the main proposals of particle physics for the composition of the cold dark matter in the universe. Strong axion contribution to cold dark matter is not favored if the Peccei-Quinn field emerges with non-zero value at the end of inflation and the inflationary scale is superheavy since, under these circumstances, it leads to unacceptably large isocurvature perturbations. The lightest neutralino is the most popular candidate constituent of cold dark matter. Its relic abundance in the constrained minimal supersymmetric standard model can be reduced to acceptable values by pole annihilation of neutralinos or neutralino-stau coannihilation. Axinos can also contribute to cold dark matter provided that the reheat temperature is adequately low. Gravitinos can constitute the cold dark matter only in limited regions of the parameter space. We present a supersymmetric grand unified model leading to violation of Yukawa unification and, thus, allowing an acceptable $b$-quark mass within the constrained minimal supersymmetric standard model with $\mu>0$. The model possesses a wide range of parameters consistent with the data on the cold dark matter abundance as well as other phenomenological constraints. Also, it leads to a new version of shifted hybrid inflation.

08-10-2005 (Υποέργο: 21920)
Contrasting the anomalous and the SM-MSSM couplings at the Colliders G.J. Gounaris arXiv:hep-ph/0510061 Θα δημοσιευθεί και στα πρακτικά του Συνεδρίου στο Acta Physica Polonica.

Περίληψη
This talk consists of two parts. In the first, the present experimental bounds on the anomalous couplings of the gauge bosons, based mainly on the LEP and Tevatron experiments, are reviewed. In the second part, the theorem of helicity conservation (HC) is presented, which should be valid in either the Standard Model (SM) or MSSM, for any two-body process at high energies and fixed angles. The energy-range for the HC validity is discussed and, under certain conditions, it should well be within the LHC or ILC range. Since all known anomalous couplings violate HC, its testing may provide a way for generically identifying the possible presence of anomalous (non-renormalizable) contributions.

12-09-2005 (Υποέργο: 21920)
Universality in a class of Q-ball Solutions. N.D. Vlachos. Ομιλία στο συνέδριο The Quest for Unification Κέρκυρα 2005. Θα δημοσιευτεί στα πρακτικά του Συνεδρίου.

Περίληψη
The properties of Q-balls in the general case of a sixth order potential have been studied using semi-analytic methods. In particular, for a given potential, the initial field value that leads to the soliton solution has been derived and the corresponding energy and charge have been explicitly evaluated. The proposed scheme is found to work reasonably well for all allowed values of the model parameters.

15-10-2005 (Υποέργο: 21938)
"The Orthogonal Method for the design of conformal arrays in the presence of mutual coupling", T.N. Kaifas, K. Siakavara, T. Samaras, and J. N. Sahalos, XXVIIIth URSI General Assembly in New Delhi, October 2005 [C1]

Περίληψη
Παρουσιάζεται η Ορθογωνική μέθοδος σχεδίασης σύμμορφων στοιχειοκεραιών. Οι συστοιχίες τοποθετούνται σε ομαλές ή μη, αγώγιμες, κυρτές επιφάνειες (Καλυμμένος με στρώμα διηλεκτρικού αγώγιμος κύλινδρος, αγώγιμο παραβολοειδές, αγώγιμος ελλειπτικός κώνος) και συντίθενται από τυπωμένες μεταλλικές νησίδες ή σχισμές. Για την ανάλυση της φιλοξενούσας επιφάνειας, χρησιμοποιούνται αναλυτικές και ασυμπτωτικές μέθοδοι. Ο κύλινδρος και ο ελλειπτικός κώνος αναλύονται χρησιμοποιώντας ακριβείς και αποδοτικές τεχνικές υπολογισμού (numerically stable and accurate) της συναρτήσεως απόκρισης του συστήματος (Green?s function approaches). Το παραβολοειδές αναλύεται με χρήση της Ομοιόμορφης θεωρίας της περιθλάσεως (αφού αυτή δεχθεί μία διόρθωση καυστικού φαινομένου). Με τον τρόπο αυτό η αμοιβαία επίδραση μεταξύ των ακτινοβολητών λαμβάνεται υπόψη και στις τρεις περιπτώσεις. Επίσης εξάγονται τα μακρινά πεδία τα οποία παράγονται από κάθε έναν από τους ακτινοβολητές. Έπειτα η πληροφορία κοντινού και μακρινού πεδίου χρησιμοποιείται από την ορθογωνική διαδικασία σχεδίασης. Παρατίθενται παραδείγματα όπου περιλαμβάνονται περιπτώσεις περιορισμών / προδιαγραφών σχετικών με το επίπεδο των δευτερευόντων λοβών, της ικανότητας σάρωσης και της μορφοποίησης συγκεκριμένων διαγραμμάτων ακτινοβολίας (cosecant pattern shaping).

15-10-2005 (Υποέργο: 21938)
The Orthogonal Method for the design of conformal arrays in the presence of mutual coupling, T.N. Kaifas, K. Siakavara, T. Samaras, and J. N. Sahalos, XXVIIIth URSI General Assembly in New Delhi, October 2005.

Περίληψη
Παρουσιάζεται η Ορθογωνική μέθοδος σχεδίασης σύμμορφων στοιχειοκεραιών. Οι συστοιχίες τοποθετούνται σε ομαλές ή μη, αγώγιμες, κυρτές επιφάνειες (Καλυμμένος με στρώμα διηλεκτρικού αγώγιμος κύλινδρος, αγώγιμο παραβολοειδές, αγώγιμος ελλειπτικός κώνος) και συντίθενται από τυπωμένες μεταλλικές νησίδες ή σχισμές. Για την ανάλυση της φιλοξενούσας επιφάνειας, χρησιμοποιούνται αναλυτικές και ασυμπτωτικές μέθοδοι. Ο κύλινδρος και ο ελλειπτικός κώνος αναλύονται χρησιμοποιώντας ακριβείς και αποδοτικές τεχνικές υπολογισμού (numerically stable and accurate) της συναρτήσεως απόκρισης του συστήματος (Green?s function approaches). Το παραβολοειδές αναλύεται με χρήση της Ομοιόμορφης θεωρίας της περιθλάσεως (αφού αυτή δεχθεί μία διόρθωση καυστικού φαινομένου). Με τον τρόπο αυτό η αμοιβαία επίδραση μεταξύ των ακτινοβολητών λαμβάνεται υπόψη και στις τρεις περιπτώσεις. Επίσης εξάγονται τα μακρινά πεδία τα οποία παράγονται από κάθε έναν από τους ακτινοβολητές. Έπειτα η πληροφορία κοντινού και μακρινού πεδίου χρησιμοποιείται από την ορθογωνική διαδικασία σχεδίασης. Παρατίθενται παραδείγματα όπου περιλαμβάνονται περιπτώσεις περιορισμών / προδιαγραφών σχετικών με το επίπεδο των δευτερευόντων λοβών, της ικανότητας σάρωσης και της μορφοποίησης συγκεκριμένων διαγραμμάτων ακτινοβολίας (cosecant pattern shaping).

15-09-2005 (Υποέργο: 21938)
On the design of conformal slot arrays on a perfectly conducting elliptic cone, T. N. Kaifas, K. Siakavara, and J. N. Sahalos, Mediterranean Microwaves Symposium Athens, September, 2005 [C1]

Περίληψη
Η παρούσα εργασία πραγματεύεται τη σχεδίαση σύμμορφων ελλειπτικών σχισμοκεραιών, παρουσιάζοντας μία αριθμητικά αποδοτική τεχνική. Σχεδιάζονται δύο συστοιχίες, μία περιφερειακή και μία ακτινική. Στα παραδείγματα σχεδίασης συμπεριλαμβάνονται περιπτώσεις περιορισμών / προδιαγραφών σχετικών με το επίπεδο των δευτερευόντων λοβών, της ικανότητας σάρωσης και της μορφοποίησης συγκεκριμένων διαγραμμάτων ακτινοβολίας (cosecant pattern shaping).

01-09-2005 (Υποέργο: 21938)
"On the Synthesis of an Array of Slots on a Perfectly Conducting Elliptic Cone",T. N. Kaifas, K. Siakavara, and J. N. Sahalos, Mediterranean Microwaves Symposium Athens, September, 2005.

Περίληψη
A synthesis procedure of an array of slots on a perfectly conducting elliptic cone is presented. The Dyadic Green?s function, at first, is derived in the sphero-conal coordinate system where the elliptic cone is one of the coordinate surfaces. The slots are positioned in axial and circumferential directions near or far from the tip of the cone. Using a proper numerical treatment, the coupling between the slots is calculated. Coupling changes the array characteristics and is important for the array design. The slots of the array do not contribute to the operation equally, due to the difference of their patterns and polarization. To design an array, the Least Mean Square Error (LMSE) Method in the form of the Orthogonal Method(OM) will be applied. Two typical geometries presented are studied.

24-07-2006 (Υποέργο: 21942)
Vassilis Amiridis, Elina Giannakaki, MariLiza Koukouli, Stylianos Kazadzis, Dimitris Balis and Alkis Bais, "Evaluation of the OMI Aerosol Index using coincident LIDAR observations", in 23rd International Laser Radar Conference, Nara City, Japan on July 24th - 28th, 2006.

Περίληψη
A three-month observational campaign, combining OMI/Aura overpasses with coordinated synchronous detailed sunphotometer, cloud cover and lidar measurements took place in summer 2005 at Thessaloniki Greece (40.5oN, 22.9oE) in order to evaluate the UV and aerosol products of OMI. Here we present comparisons of the aerosol index with lidar measurements, giving emphasis to the free tropospheric aerosol load and the lidar ratio. There are indications for a positive correlation between lidar ratio and aerosol index, while the highest aerosol index and aerosol optical depth values were found for air masses originating from the Sahara desert.

24-05-2006 (Υποέργο: 21942)
Μ. Ε. Κουκουλή, Δ. Μπαλής. Β. Αμοιρίδης, Σ. Καζαντζής, Α. Μπάης και Α. Γεωργούλιας, "Μελέτη των αιωρούμενων σωματιδίων πάνω από την Θεσσαλονίκη μέσω επίγειων παρατηρήσεων του οπτικού τους βάθους και δορυφορικών μετρήσεων του δείκτη απορροφητικότητας τους", 8ο Συνέδριο Μετεωρολογίας-Κλιματολογίας-Φυσικής της Ατμόσφαιρας, Ελληνική Μετεωρολογική Εταιρία, 24-26 Μαΐου 2006 στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα.

Περίληψη
Ο κύριος στόχος αυτής της εργασίας είναι να αξιολογηθεί η ποιότητα του δείκτη απορροφητικότητας των αιωρούμενων σωματιδίων (Aerosol Index, AI) που ανακτάται από το Φασματοφωτόμετρο Χαρτογράφησης Συνολικού Όζοντος (TOMS) του δορυφόρου Earth Probe και να εξεταστεί η χρήση του για τη μελέτη μέσης και μεγάλης κλίμακας μεταφοράς αιωρούμενων σωματιδίων για την περιοχή της Βόρειας Ελλάδας. Για την αξιολόγηση του δείκτη απορροφητικότητας χρησιμοποιήθηκαν μετρήσεις του οπτικού βάθους των αιωρούμενων σωματιδίων που πραγματοποιήθηκαν με τον διπλό μονοχρωμάτορα Brewer ΜΚΙΙΙ το οποίο λειτουργεί στο Εργαστήριο Φυσικής της Ατμόσφαιρας στο κέντρο της πόλης της Θεσσαλονίκης [40.6°N, 22.9°E]. Επεισόδια μεγάλου φόρτου αιωρούμενων σωματιδίων, όπως καύση βιομάζας ή μεταφορά σκόνης από την Σαχάρα, με σημαντικές κλιματολογικές επιπτώσεις στην περιοχή, μελετήθηκαν σε βάθος προκειμένου να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της χρήσης του δείκτη απορροφητικότητας σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο ατμοσφαιρικό περιβάλλον όπως αυτό της Θεσσαλονίκης για τον καθορισμό πηγών και τάσεων των αιωρούμενων σωματιδίων στην περιοχή. Επισημαίνεται ότι η συνύπαρξη αστικών, ηπειρωτικών, θαλάσσιων και αερολυμάτων σκόνης πάνω από την ευρύτερη περιοχή καθιστά δύσκολη την χρήση του δείκτη απορροφητικότητας και μόνο ως δείκτη του φορτίου αιωρούμενων σωματιδίων στην ατμόσφαιρα. Παρουσιάζονται οι συνθήκες κατά τις οποίες υπάρχει στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ των επίγειων και των δορυφορικών παρατηρήσεων.

02-04-2006 (Υποέργο: 21942)
Koukouli, M., D. Balis, A. Bais, V. Amiridis, E. Giannakaki, S. Kazadzis, N. Kouremeti, O. Torres, "OMI/Aura Aerosol Index and ground-based Brewer observations of Aerosol Optical Depth as scientific tools for the analysis of aerosol concentrations over Eastern Europe", in Geophysical Research Abstracts Volume 8, European Geosciences Union, General Assembly, April 02-07, Vienna, Austria, EGU06-A-03312, (2006), http://www.cosis.net/abstracts/EGU06/03312/EGU06-J-03312.pdf

Περίληψη
The Aerosol Index retrieved from satellite observations of the Ozone Monitoring Instrument (OMI) on board the Aura satellite is quantitatively evaluated and its applications in the study of mid- and large scale aerosol transport for the region of Northern Greece are examined. The Aerosol Optical Depth deduced by the Brewer spectroradiometer of the Laboratory of Atmospheric Physics located in the centre of Thessaloniki [40.6°N, 22.9°E], was adopted as a measure of the amount of atmospheric aerosols over the city during the Aura/OMI overpass. Heavy loading aerosol events, such as biomass burning cases, Saharan dust transport, and so on, have been studied in detail so as to evaluate the effectiveness of the aerosol index in a particularly complex atmospheric environment as is that of Thessaloniki. Results from joint satellite and ground-based observations from a dedicated observational campaign during the summer of 2005 will be shown and analysed in order to study various aerosols sinks and sources in the region.

17-10-2005 (Υποέργο: 21942)
Poupkou, A., Symeonidis, P., Lisaridis, I., Melas, D., Ziomas, I., Pouspourika, E., Yay, O. D., Balis, D. and Zerefos, C., 2005, "Calculated ozone concentration levels over the Eastern Mediterranean", 10th International Conference on Harmonisation within Atmospheric Dispersion Modelling for Regulatory Purposes, 17-20 October, Crete, Greece (in press).

Περίληψη
Eastern Mediterranean is an area where high ozone concentrations, both in urban and in regional scale, have been measured. The photochemical model UAM-V was applied in order to study the ozone concentration levels over this region during a summer period of the year 2000. The area of interest includes Greece, Albania, FYROM and the largest part of Bulgaria, Western Turkey and South Serbia and Montenegro. The biogenic isoprene and monoterpenes emissions and anthropogenic NOx, NMVOC and CO emissions, used as input data to the photochemical model, were based on an emission inventory compiled for the Balkan Region while the meteorological model MM5 was applied to produce the necessary meteorological fields. Calculated mean ozone concentrations over the region range from 20 to 60 ppb while mean maximum ozone concentrations range from 35 to 95 ppb. The calculated ozone concentrations over the continental Greece are higher, compared with those over the continental parts of the other countries. This can be attributed to the more detailed, especially for the transport sector, available emission data for Greece. The highest mean ozone concentration levels, ranging from 50 to 60 ppb, dominate maritime areas of the domain, mainly the Central and Southern Aegean Sea, the southern part of Ionian Sea and the maritime area southern of the Crete island. For the same maritime regions the mean maximum ozone concentrations are greater than 60 ppb up to 95 ppb. Over the large urban centers and places where important NOx emission sources are located, the mean ozone concentrations are lower than 40 ppb. The urban plume of Athens impacts the maritime area south of the city giving the highest mean maximum ozone concentrations of the entire domain. Contrary to the mean ozone concentrations, the mean maximum ozone concentrations, over the large urban centers of Greece and their surrounding areas, are among the highest of the modeling domain.

26-09-2005 (Υποέργο: 21942)
Poupkou, A., Symeonidis, P., Lisaridis, I., Ziomas, I., Melas, D., Yay, O. D. and Balis, D., 2005, "Emission sources and their effect on maximum ozone concentrations over Greece", 3rd International Symposium on Air Quality Management at Urban, Regional and Global scales and jointly organized 14th Regional IUAPPA Conference, 26-30 September 2005, Istanbul, Turkey (pp. 498-505).

Περίληψη
High ozone concentrations have been measured over Greece both on urban and regional scale. The greater part of Greece is surrounded by maritime areas. As a consequence sea transport activities are an important emission source of the area. In addition Greece is bordering on other Balkan countries, significantly heterogeneous not only in environmental but also in economic and social aspects. The photochemical model Urban Airshed Model (UAM-V) coupled with the meteorological model MM5 was applied in order to study the effect of the emissions from sea transport and from Greece's neighboring countries on the maximum ozone concentrations over Greece. Except of Greece, the area of the study included Albania, FYROM, Western Turkey, South Serbia and Montenegro and the greater part of Bulgaria. The time period of the study extended from 11 June 2000 to 31 July 2000. The photochemical model grid had horizontal resolution of 10km x 10km including 110 x 110 grid cells and vertically extended up to 2500m. The biogenic NMVOCs and anthropogenic NOx, NMVOCs and CO emissions used as input data to the photochemical model were based on an emission inventory compiled for the Balkan Region having high spatial and temporal resolution. UAM-V model was implemented considering 3 different emission scenarios. According to the base emission scenario, O3 concentrations were calculated with the use of biogenic and all of the anthropogenic emissions while according to the rest emission scenarios, sea transport emissions and Greece's bordering countries emissions were respectively excluded. Our study focuses on the spatial distribution of the variations of the base emission scenario maximum O3 concentrations over Greece as a result of the elimination of the emissions from the pre-mentioned sources. Significant is the influence of sea transport emissions on the maximum ozone concentrations over Greece. When these emissions are not taken into account for the calculation of ozone concentrations there is a general reduction of maximum ozone levels over Greece. Over the greater continental part of the country ozone reduction is down to -10 ppb. Over maritime areas, such as the central and southern Aegean Sea and Ionia Sea, the decrease is more pronounced reaching -70 ppb. However, over the greater Athens area and the maritime region southern of the city, maximum ozone levels increases are observed ranging from 10 ppb to 32 ppb. Small decrease of ozone concentrations down to -5 ppb is estimated over Greece when emissions from the Balkan countries other than Greece are considered equal to zero. It is just the greater area of Thessaloniki, a city situated at the northern part of Greece, which is more effected, since the reduction of maximum ozone levels there ranges from -5 ppb to -10 ppb. Concluding maritime activities seem to be a more influential emission source on maximum ozone levels over Greece compared to the emissions from the Greece's bordering countries. However, as emissions of that counties are poorly reported their contribution might be underestimated.

12-09-2005 (Υποέργο: 21942)
Poupkou, A., Symeonidis, P., Lisaridis, I., Melas, D., Ziomas, I., Pouspourika, E., Yay, O. D., Balis, D., Gerasopoulos, E., Papanastasiou, D. and Zerefos, C., "Performance evaluation of photochemical modeling over the Eastern Mediterranean", ACCENT Symposium on the Changing Chemical Climate of the Atmosphere, 12-16 September 2005, Urbino, Italy.

Περίληψη
The photochemical model Urban Airshed Model (UAM-V) was applied in order to study the ozone levels over the Eastern Mediterranean during the summer period extending from 11 June 2000 to 31 July 2000. The area of the study included Greece, Albania, FYROM, Western Turkey, South Serbia and Montenegro and the major part of Bulgaria. Biogenic NMVOCs and anthropogenic NOx, NMVOCs and CO emissions that were used as input data to the photochemical model were derived from a detailed emission inventory compiled for the area of interest. The meteorological model MM5 was applied to produce meteorological fields necessary for the implementation of UAM-V model. The model grid included 110 x 110 grid cells with horizontal resolution 10km x 10km. The model top was set to 2500m. Model results are evaluated by comparison with observations from six Greek measuring stations. Four of them are located within the large urban agglomeration of Athens while the other two are placed respectively at a medium-sized urban center (Volos) and at a mountainous rural site (Livadi). Measured and calculated hourly ozone concentrations are depicted for the selected sites. In most cases, the estimated statistical measures range within acceptable values, showing a fairly good model performance. Correlations between modeled and measured daily maximum ozone concentrations suggest that model performance is more satisfactory for Athens, where the extended monitoring network allows the selection of observations from stations which are more representative of the regional ozone levels of the area. Daily maximum ozone concentrations over Volos are generally overestimated by the model. This can be attributed to the positioning of the monitoring station placed at the urban center of the city where NOx emissions prohibit the formation of increased ozone concentrations. The model performance is more difficult to evaluate in the case of the rural station Livadi. Although in some cases the agreement between modeled and measured daily maximum ozone concentrations is very good, there are days when maximum ozone levels are underestimated by the model. Taking into consideration the fact that the monitoring station is not very far away from the large urban center of Thessaloniki, a more refined modeling analysis, for a better representation of the atmospheric conditions of the area, might explain the estimated discrepancies.

24-04-2005 (Υποέργο: 21942)
Poupkou, A., Symeonidis, P., Lisaridis, I. and Balis, D., "The contribution of the transport sector emissions to the photochemical formation of tropospheric ozone over the Balkan region:, European Geosciences Union, General Assembly 2005, 24 - 29 April 2005, Vienna, Austria. Geophysical Research Abstracts, Vol. 7, 01103, 2005, SRef-ID: 1607-7962/gra/EGU05-A-01103, http://www.cosis.net/abstracts/EGU05/01103/EGU05-J-01103.pdf

Περίληψη
Ozone is a greenhouse gas and a photochemical pollutant. In the troposphere O3 is transported from the stratosphere and it is also photochemically formed by reactions of its precursors which are the nitrogen oxides (NOx), the volatile organic compounds (VOCs) and the carbon monoxide (CO). Emissions of O3 precursors from human activities have modified its budget leading to a net increase in background O3. Elevated levels of O3 at ground level are of particular concern, since it is known to have adverse effects on human health, vegetation and materials. Regional photochemical air pollution studies in the Balkan region are an important environmental issue since it is an area characterized by high background O3 concentration values as a result of the high levels of solar radiation in combination with the anthropogenic and biogenic O3 precursor's emissions. Pollutant emissions from the transport sector represent a very high share of the overall anthropogenic emissions: about 64% of the total NOx emissions, 40% of the total nonmethane VOC emissions and 70% of the total CO emissions in the European Union. The photochemical Urban Airshed Model (UAM-V) coupled with the meteorological mesoscale model MM5 has been applied in order to study the contribution of the transport sector emissions to the O3 levels in the Balkan Region during the summer period when enhanced photochemical O3 production is favored.

15-05-2004 (Υποέργο: 21942)
MariLiza Koukouli, Dimitris Balis, Alkis Bais, Vasilis Amiridis, Stelios Kazadzis, Elina Giannakaki, Natalia Kouremeti and Omar Torres, "Aerosol characterization over Northern Greece; aerosol loading derived from satellite observations and ground-based measurements", Atmospheric Science Conference, ESRIN/ESA, May 2006. http://earth.esa.int/workshops/atmos2006/participants/27/paper_koukouli_balis_ESA_2006_final.pdf

Περίληψη
With the synergistic use of ground-based measurements and modelling predictions, the applicability of the Aerosol Index as extracted from TOMS/EarthProbe and OMI/Aura observations over the city of Thessaloniki is investigated quantitatively. Even though it is rightly assumed that the spade of satellite measurements will highly complement and aid the use of ground-based observations, great care is required in the interpretation of their joint findings. Sunphotometer and lidar ground-based measurements of aerosol optical depth and space-born observations of the aerosol index from 1997 to 2001 (TOMS/Earth Probe) and from 2004 to date (OMI/Aura) were utilised in this work to study the varying aerosol load over Thessaloniki. The city is situated in a unique sea-side location, while being frequently affected by biomass burning and dessert dust particles arriving at the location from air mass trajectories from most directions. Local and regional pollution further affects the quality of the local air and the observed tropospheric optical depth. Two categories of extreme atmospheric aerosol loading were examined in detail; with the combined use of dust loading modelling over the Mediterranean area and lidar measurements days with significant Saharan dust loading were identified. Further to this, ATSR-2 World Fire Atlas observations over Europe and Russia were superimposed over back-trajectory calculations of the air-mass arriving over Thessaloniki hence identifying biomass burning events. In addition, results from a three-month observational campaign during the summer of 2005, combining OMI/Aura overpasses with detailed sunphotometer, cloud cover and lidar measurements are presented.

30-06-2005 (Υποέργο: 21947)
H. Varvoglis, "Solar system dynamics beyond the two-body problem approach", in Proceedings of the 7th Hellenic Astronomical Conference, 2005

Περίληψη
When one thinks of the solar system, he has usually in mind the picture based on the solution of the two-body problem approximation presented by Newton, namely the ordered clockwork motion of planets on fixed, non-intersecting orbits around the Sun. However, already by the end of the 18th century this picture was proven to be wrong. As discussed by Laplace and Lagrange, the interaction between the various planets leads to secular changes in their orbits, which nevertheless were believed to be corrections of higher order to the Keplerian elliptical motion. This idea has changed completely the last decades. Now it is well know that the solar system was created from a state of chaotic interactions of planetesimals, primordial bodies the size of a small asteroid, and that since this time many episodes of cataclysmic collisions have shaken all major planets, due to the pronounced chaotic motion of the minor bodies. A new discipline has emerged out of the above new ideas, which is based on the statistical approach to chaotic motion of bodies, in particular those in the asteroid belt. At the same time it has been understood that non-gravitational forces, in particular the Yarkovsky effect, may play an important role on the long-time evolution of the trajectories of kilometer-sized bodies.

30-06-2005 (Υποέργο: 21947)
K.D. Kokkotas & H. Sotani, "Stellar dynamics in scalar-tensor theory", in Proceedings of the 7th Hellenic Astronomical Conference, 2005

Abstract

30-06-2005 (Υποέργο: 21947)
H. Varvoglis, K. Tsiganis, Ch. Vozikis, "Large scale simulations of gravitational astrophysical systems", in Proceedings of International Workshop on Rotation of Celestial Bodies, 2005

Περίληψη
GRAPE is a special-purpose hardware, designed to calculate the ~ N2 forces between N gravitationally interacting bodies. GRAPE 6/Pro8 has a peak speed of 1 Tflops and the ability to handle N ~ 106 particles per step. Our group has recently acquired this hardware and initiated a 2-years program on gravitationally interacting N-body systems. Here we present some first results on parabolic encounters between (i) disk galaxies, and (ii) gas-free protoplanetary disks.

08-01-2005 (Υποέργο: 21947)
Kokkotas K., "New worlds in Astroparticle Physics", 5th International Workshop, Faro (Portugal), January 8-10 2005

Abstract

20-12-2004 (Υποέργο: 21947)
N. Stergioulas, "Gravitational waves from compact objects and nonlinear simulations", 1st Virgo-Ego Scientific Forum, Pisa (Italy), December 2004

Abstract

19-05-2009 (Υποέργο: 80831)
Ch. K. Volos, I. M. Kyprianidis & I. N. Stouboulos, ?Experimental study of a nonlinear circuit described by Duffing?s equation?, Proc. of the International Interdisciplinary Chaos Symposium, Istanbul, 12-13 May 2006, (Science and Engineering, Journal of Istanbul Kultur University, Vol. 4, No. 4, Dec. 2006, pp. 45-54).

Abstract
We have studied experimentally an electronic circuit that implements the Duffing equation. The circuit appears periodic and non?periodic (chaotic) dynamics behavior, as we vary the amplitude of the driving voltage signal V0. The expected operation of the circuit was confirmed, by comparing the experimental results with the results of the simulation. From the study of the circuit?s behavior, very important phenomena concerning the Chaos theory were detected, such as the great sensitivity of the circuit to initial conditions, the route to chaos through the mechanism of period doubling and the phenomenon of crisis of chaotic attractors.

19-07-2006 (Υποέργο: 80831)
.Voyatzis, T.Kotsialos and J.Hadjidemetriou, ?Computation of asymmetric periodic configurations in the three body problem?, in Proc. of the 2nd Int. Conf. From scientific computing to Computational Engineering, July 2006, Athens.

Abstract
In this paper, we present the algorithm and the methodology used for locating periodic configurations for the planetary problem of three bodies. The repeated relative configurations of the planets can be associated with periodic orbits in an appropriate rotating frame of reference. In this frame, the general planar three-body problem, which is the basic model, is reduced to three degrees of freedom. Up to recent years, only symmetric configurations have been presented in the literature. Recently, however, asymmetric configurations have been computed. In the present work we describe the algorithm used for computing asymmetric configurations, and discuss about the efficiency and the implementation of the method. Examples of symmetric and asymmetric configurations obtained by a random search in the phase space of the system are presented.

16-05-2006 (Υποέργο: 80831)
M. S. Papadopoulou, I. M. Kyprianidis & I. N. Stouboulos, ?Dynamics of two resistively coupled electric circuits of 4th order?, Proceedings of the 10th WSEAS International Conference on Circuits, Vouliagmeni, Athens, Greece, July 10-12, 2006 (pp. 191-196).

Abstract
We have studied the case of chaotic synchronization of two identical nonlinear autonomous electric circuits, which are mutually (bidirectionally) coupled via a linear resistor RC. The two circuits can be either υC1-coupled or υC2-coupled. Both, experimental and simulation results, have shown that chaotic synchronization is possible only in the case of υC2-coupling.

21-07-2005 (Υποέργο: 80831)
Ι.Δ. Χατζηδημητρίου «Ομαλές και Χαοτικές κινήσεις σε Εξωηλιακά και Πλανητικά συστήματα», Πρακτικά 18ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Μη γραμμική Επιστήμη και Πολυπλοκότητα, «Τάξη και Χάος» (εκδότες Μπούντης και Βλάχος), τόμος 9ος, σελ 97-108, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας.

Περίληψη
Παρουσιάζεται η γενική εικόνα της δομής των συντονισμών σε πλανητικά συστήματα με δύο πλανήτες που κινούνται στο ίδιο επίπεδο. Η δομή του χώρου των φάσεων καθορίζεται από τη θέση και την ευστάθεια των περιοδικών τροχιών. Κοντά σε ευσταθείς περιοδικές τροχιές παρουσιάζονται λικνίσεις του πλανητικού συστήματος που υποδηλώνουν μακρόχρονη ευστάθεια και τη δυνατότητα ύπαρξης ενός πλανητικού συστήματος. Δίνεται ένα παράδειγμα ενός εξωηλιακού συστήματος που ανιχνεύθηκε πρόσφατα.

20-07-2005 (Υποέργο: 80831)
1. Γ. Βουγιατζής, «Ασύμμετρες περιοδικές τροχιές στο πρόβλημα των τριών σωμάτων», Πρακτικά 18ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Μη γραμμική Επιστήμη και Πολυπλοκότητα, «Τάξη και Χάος» (εκδότες Μπούντης και Βλάχος), τόμος 9ος, σελ 149-159, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας.

Περίληψη
Στην εργασία αυτή αναφερόμαστε στις ασύμμετρες τροχιές του περιορισμένου προβλήματος των τριών σωμάτων Ηλιος ? Πλανήτης ? Μικρό σώμα. Οι ασύμμετρες περιοδικές τροχιές έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε σχέση με τις συμμετρικές και παρουσιάζονται μόνο στην περίπτωση που το μικρό σώμα κινείται σε τροχιά με μεγαλύτερο ημι-άξονα από αυτόν του πλανήτη όπως π.χ. τα σώματα της ζώνης Kuiper έξω από την τροχιά του Ποσειδώνα. Οι ασύμμετρες τροχιές βρίσκονται σε συντονισμούς της μορφής 1/q, q=2,3,4,?, συνεχίζονται και δίνουν οικογένειες που εκτείνονται μέχρι υψηλές τιμές εκκεντρότητας και για μικρές τιμές της μάζας του πλανήτη είναι γενικά ευσταθείς.

16-03-2007 (Υποέργο: 80861)
Nuclear symmetry energy effects on neutron stars properties V.P. Psonis, Ch.C. Moustakidis, and S.E. Massen Department of Theoretical Physics, Aristotle University of Thessaloniki, 54124 Thessaloniki, Greece. Proceedings of the 16th Hellenic Symposium on Nuclear Physics, Hellenic Nuclear Physics Society: Advances in Nuclear Physics, Editors: E. Mavrommatis, A. Karabarbounis, E. Stiliaris, and A. Tsapalis, pp. 128 (2007)

Περίληψη
We construct a class of nuclear equations of state based on a schematic potential model, that originates from the work of Prakash et al., which reproduce the results of most microscopic calculations. The equations of state are used as input for solving the Tolman-Oppenheimer-Volkov equations for the corresponding neutron stars. The potential part contribution of the symmetry energy to the total energy is parametrized in a generalized form both for low and high values of the baryon density. Special attention is devoted to the construction of the symmetry energy in order to reproduce the results of most microscopic calculations of dense nuclear matter. The obtained nuclear equations of state are applied for the systematic study of the global properties of a neutron star (masses, radii and composition). The calculated masses and radii of the neutron stars are plotted as a function of the potential part parameters of the symmetry energy. A linear relation between these parameters, the radius and the maximum mass of the neutron star is obtained. In addition, a linear relation between the radius and the derivative of the symmetry energy near the saturation density is found. We also address the problem of the existence of correlation between the pressure near the saturation density and the radius.

27-02-2007 (Υποέργο: 80861)
Covariant Density Functional Theory: Description of Rare Nuclei G.A. Lalazissis Department of Theoretical Physics, Aristotle University of Thessaloniki, 54124 Thessaloniki, Greece. Proceedings of the Predeal International Summer School in Nuclear Physics: Collective Motion and Phase Transition in Nuclear Systems, Editors A.A. Raduta, V. Baran, A.C. Gheorghe and I. Ursu, World Scientific Singapore, pp 287 (2007).

Περίληψη
Relativistic Hartree-Bogoliubov (RHB) theory is a powerful tool for the description of the properties of exotic systems. It is described in terms of a covariant density functional and with the use of only a limited number of phenomenological parameters, the theory is able to provide a unified description of nuclear structure properties throughout the periodic table. Here, the covariant density functional theory in nuclei, its various extensions and several applications for nuclei away from stability line, are presented

06-09-2007 (Υποέργο: 80863)
S.G.Stavrinides, et.al, ?An Automated Acquisition Setup for the Analysis of Chaotic Systems?, IEEE Proc. IDAACS 2005, Sofia, Bulgaria

Περίληψη
The design and implementation of an acquisition setup dedicated to the experimental evaluation and characterization of chaotic electronic circuits is presented. The whole setup was created using National Instrument?s Labview environment and it is structured in a way that it is independent of the devices used for the experimental recording of the necessary data. Next to the signal?s power spectrum, the embedding and correlation dimensions are calculated as well as the Kolmogorov entropy. The last two can lead to conclusions about a circuit?s performance in a periodic or chaotic mode.

13-05-2006 (Υποέργο: 80863)
I.P.Antoniades, et.al, The effect of noise and parameter mismatch on the synchronization of a drive-response chaotic system?, Intern. Conf. on CHAOS & COMPLEX SYSTEMS, Istanbul, Turkey

Περίληψη
We present a thorough investigation of the effect of noise (internal or external) on the synchronization of a drive-response system (unidirectional coupling between two identical systems). Moreover, since in every practical implementation of communication system, the transmitter and receiver circuits (although identical) operate under slightly different conditions it is essential to consider the case of the mismatch between the parameters of the transmitter and the receiver. In our work we consider the non-autonomous 2nd order nonlinear oscillator system presented by G. Mycolaitis et al in Proc. of 7th Int. Workshop on Nonlinear Dynamics of Electronic Systems, which is particularly suitable for digital communications.

26-05-2007 (Υποέργο: 80865)
Hadron Collider Physics Symposium 2007, Elva Italy, 20-26 May 2007, Studies of catastrophic muon energy losses in ATLAS H8 combined Testbeam data.

Abstract

26-05-2007 (Υποέργο: 80865)
Hadron Collider Physics Symposium 2007, Elva Italy, 20-26 May 2007, Studies of Diboson production with the ATLAS detector.

Abstract

29-10-2006 (Υποέργο: 80865)
ΙΕΕΕ conference, San Diego California, 29/10/2006, The performance of the ATLAS innermost MDT muon precision tracker in cosmic rays and in positron and muon beams.

Abstract

21-05-2006 (Υποέργο: 80865)
Χ Pisa Meeting on Advanced Detectors, Elva Italy, ATLAS H8 Testbeam data analysis combining information from the Liquid Argon Calorimeter and a Monitored Drift Tube muon tracking chamber.

Abstract

13-04-2006 (Υποέργο: 80865)
Ετήσιο συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών Υψηλών Ενεργειών, Ιωάννινα, ATLAS combined testbeam 2004.BIS-LAR combined reconstruction.

Abstract

23-02-2006 (Υποέργο: 80865)
CERN ATLAS Overview Week, Status of combined muon analysis for CTB.

Abstract

26-10-2005 (Υποέργο: 80865)
CERN, First look at BIS chamber data and low energy runs with TileCal-MDT chambers.

Abstract

20-04-2005 (Υποέργο: 80865)
CERN, Study of the combined H8 2004 data using the Tile-cal and Muon Spectrometer info.

Abstract

07-03-2006 (Υποέργο: 80877)
Tsardaklis P., Laopoulos Th., Siskos S., and Sarrabayrouse G., ?An Automated Instrumentation for Perfomance Evaluation of MOSFET Radiation Sensors?, IEEE Instrumentation and Measurement Technology Conference - IMTC'06, Sorrento, Italy, (2006)

Abstract

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Χημείας

07-09-2006 (Υποέργο: 21889)
E. Evgenidou, E. Bizani, C. Christophoridis, K. Fytianos, "Heterogeneous photocalytic degradation of prometryn in aqueous solutions under UV/Vis irradiation", 1st European Conferenceon Environmental Aplications of Advanced Oxidation Processes (EAAOP-1) Chania, Crete, Greece, 7-9 September 2006

Περίληψη
Η Prometryn ανήκει στην ευρύτερη κατηγορία των τριαζινών, οι οποίες εμφανίζουν σημαντική ζιζανιοκτόνο δράση. Πρόκειται για μια ένωση χημικά σταθερή, η οποία διεισδύει σταδιακά μέσω του εδάφους και προκαλεί μακροπρόθεσμη ρύπανση των υπογείων υδάτων. Στη συγκεκριμένη εργασία μελετάται η φωτοκαταλυτική διάσπαση της Prometryn με τη χρήση TiO2 ως φωτοκαταλύτη. Οι βασικοί στόχοι της έρευνας είναι: Ι) η εύρεση των κινητικών εξισώσεων που περιγράφουν τη διάσπαση του παρασιτοκτόνου, ΙΙ) η σύγκριση της φωτοκαταλυτικής αποτελεσματικότητας δύο τύπων TiO2, ΙΙΙ) η μελέτη της επίδρασης παραμέτρων, όπως αρχική συγκέντρωση παρασιτοκτόνου ή καταλύτη και η παρουσία οξειδωτικών (H2O2 και K2S2O8),στη διαδικασία αποικοδόμησης, IV) η εκτίμηση του βαθμού ανοργανοποίησης του παρασιτοκτόνου και V) η μελέτη της τοξικότητας της αρχικής ένωσης και των παραπροϊόντων που προκύπτουν κατά τη διάσπασή της. Βρέθηκε πως η διάσπαση του φυτοφαρμάκου ακολουθεί κινητική πρώτης τάξης, η οποία μπορεί να περιγραφεί με το μοντέλο των Langmuir-Hinshelwood. Ο τύπος και η συγκέντρωση του καταλύτη επηρεάζουν σημαντικά την ταχύτητα διάσπασης της ουσίας. Συνεργιστική δράση παρατηρήθηκε κατά την προσθήκη οξειδωτικών σε συνδυασμό με τον καταλύτη, αυξάνοντας το ρυθμό αποικοδόμησης. Προκειμένου να μελετηθεί η έκταση ανοργανοποίησης της Prometryn, πραγματοποίθηκαν μετρήσεις διαλυμένου οργανικού άνθρακα (DOC). Βρέθηκε ότι μετά από επεξεργασία 6 ωρών η μείωση του DOC προχώρησε σε ποσοστό περίπου 80%. Η τοξικότητα του προς επεξεργασία διαλύματος εκτιμήθηκε με τη χρήση ενός τεστ της Microtox βασισμένο στο θαλάσσιο βακτήριο βιοφωταύγειας V. fischeri, με σκοπό να συγκριθεί η τοξικότητα της Prometryn και των προϊόντων διάσπασής της. Η αποτελεσματικότητα της μεθόδου ως προς τη μείωση της τοξικότητας δεν ακολουθεί το ρυθμό αποικοδόμησης της ουσίας και επηρεάζεται από την προσθήκη οξειδωτικών ουσιών.

08-04-2006 (Υποέργο: 21889)
E. Μπιζάνη, K. Φυτιάνος και I. Πούλιος, "Φωτοκαταλυτική Επεξεργασία Υδατικών Διαλυμάτων του Παρασιτοκτόνου CARBARYL με τη χρήση ημιαγώγιμων Υλικών και UV/VIS Ακτινοβολίας", Συνέδριο 'Μονάδες Επεξεργασίας Υγρών Αποβλήτων ΜΙκρής Κλίμακας', Πορταριά Πηλίου, 8-9 Απριλίου 2006.

Περίληψη
Η φωτοκατάλυση αποτελεί μια αποτελεσματική εναλλακτική μέθοδο επεξεργασίας, η οποία μπορεί να εφαρμοστεί στην αποικοδόμηση διαφόρων ρυπαντών, μεταξύ των οποίων και τα παρασιτοκτόνα στα οποία και έχει δοθεί ιδιαίτερη προσοχή. Συγκεκριμένα τα καρβαμιδικά αποτελούν μια σημαντική κατηγορία παρασιτοκτόνων και χρησιμοποιούνται σε ευρεία κλίμακα στην αγροτική καλλιέργεια σε όλο τον κόσμο. Το carbaryl είναι ένα ευρέως φάσματος ακαριοκτόνο, εντομοκτόνο και ρυθμιστής φυτικής ανάπτυξης που συμπεριλαμβάνεται στην κατηγορία των καρβαμιδικών φυτοφαρμάκων. Στην εργασία αυτή μελετάται η φωτοκαταλυτική αποικοδόμηση του carbaryl χρησιμοποιώντας δυο διαφορετικούς τύπους TiO2. Οι κύριοι ερευνητικοί στόχοι της εργασίας μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: Ι) μελέτη της κινητικής διάσπασης του παρασιτοκτόνου σε υδατικά συστήματα διαφορετικής σύστασης, όπως απιονισμένο νερό, νερό λίμνης και ποταμού, ΙΙ) σύγκριση της φωτοκαταλυτικής αποτελεσματικότητας των δύο διαφορετικών τύπων του TiO2, III) εξέταση της επίδρασης διαφόρων παραμέτρων στη διαδικασία διάσπασης, όπως η αρχική συγκέντρωση του παρασιτοκτόνου ή του καταλύτη, η αρχική τιμή του pH και η προσθήκη οξειδωτικών ουσιών (Η2Ο2 και K2S2O8), IV) εκτίμηση της έκτασης ανοργανοποίησης του παρασιτοκτόνου και V) εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της μεθόδου στη μείωση της τοξικότητας στο προς επεξεργασία διάλυμα. Βρέθηκε ότι η κινητική διάσπασης του παρασιτοκτόνου ακολουθεί το μοντέλο Langmuir-Hinshelwood. H σύσταση του υδατικού μέσου, ο τύπος του καταλύτη και η τιμή του pH επηρεάζουν σημαντικά το ρυθμό αποικοδόμησης. Συνεργιστική αποδείχθηκε η δράση μόνο του Η2Ο2 σε ορισμένες συγκεντρώσεις, ενώ το K2S2O8 δεν επιδρά σημαντικά. Η ανοργανοποίηση σαφώς δεν ακολουθεί το ρυθμό διάσπασης του παρασιτοκτόνου, ωστόσο επιτυγχάνεται σε σημαντικό ποσοστό για μεγαλύτερες περιόδους επεξεργασίας. Η τοξικότητα των επεξεργασμένων διαλυμάτων μετρήθηκε με τεστ της Microtox βασισμένο στο θαλάσσιο βακτήριο βιοφωταύγειας V. Fischeri, με σκοπό να συγκριθεί η τοξικότητα που εμφανίζει η αρχική ουσία carbaryl με την τοξικότητα των προϊόντων διάσπασής της. Η μείωση της τοξικότητας εξαρτάται σημαντικά από το σύστημα που μελετάται, σε καμία περίπτωση δεν ακολουθεί το ρυθμό διάσπασης του παρασιτοκτόνου ούτε το ρυθμό ανοργανοποίησης, επιτυγχάνεται όμως σε σημαντικό ποσοστό. Η μέθοδος της ετερογενούς φωτοκατάλυσης με τη χρήση TiO2 φαίνεται να αποτελεί μια φιλική προς το περιβάλλον και ολοκληρωμένη λύση για την επεξεργασία νερών και υδατικών αποβλήτων μολυσμένων με καρβαμιδικά παρασιτοκτόνα. Απαιτείται σαφώς βελτιστοποίηση των παραμέτρων που επηρεάζουν τη διαδικασία, ενώ η χρήση και της ηλιακής ακτινοβολίας θα ήταν ιδιαίτερα σημαντική για την προώθηση της μεθόδου.

03-07-2006 (Υποέργο: 21900)
Lazaridis, N.K., Dafnopatidou, G.P., Matis, K.A., "Water decoloration by employing dispersed-air flotation", Proceedings of Protection and Restoration of the Environment VIII, Chania-Crete-Greece, 3-7 July 2006. Full paper (CD), P084

Περίληψη
The presence of colors in wastewaters is not only aesthetically undesirable, but may also affect secondary uses or wastewater treatment processes. In this paper, investigations were carried out to study the removal of colors from aqueous solutions by dispersed-air flotation, in a semi-batch flotation column. Four reactive dyes (red, yellow, blue, turkis blue) were used in this study. The effect of ionic strength, dye and collector concentration (CTAB) was determined. High collector concentration and high NaCl had a positive effect on dye removal. A first order model could adequately describe flotation kinetics. The results of this study show that dispersed air flotation seems to be an effective process for the removal of coloring matter from dye-baths, in the textile industry.

18-10-2005 (Υποέργο: 21900)
Kostas A. Matis, Nick K. Lazaridis, Efrosyni N. Peleka and Valko Mavrov, "A Hybrid Flotation - Microfiltration Cell for Effluent Treatment: a Review", Proceedings of the 1st International Conference on Pollution Control and Resource Reuse for a Better Tomorrow and Sustainable Economy, Shanghai, China, 18-22 October 2005. Full paper Part One, pp. 7-20.

Περίληψη
Air bubbling is one of the techniques used to limit membrane fouling. Under appropriate conditions, it could be used also as the transport means for flotation, which is another efficient separation method applied in water treatment. The aim of the present innovative idea was the integration in the same tank of both processes, taking advantage of dispersed-air flotation combined with microfiltration by submerged membranes. For this, ceramic flat-sheet membrane modules with a multichannel geometry were tested. The operation of this hybrid cell was investigated in depth, with solid/liquid separation of fine particles: typical examples are bonding agents, synthetic adsorbents (i.e., zeolites), among others. The application of this process was investigated for the removal or recovery of metal ions, including on-site experiments of a Bulgarian mine wastewater, as it will be briefly described in this review paper being Part I of the keynote presentation (of KAM).

01-09-2005 (Υποέργο: 21900)
Lazaridis, N.K., Dafnopatidou, E.K., Gallios G.P., Matis, K.A., Tsatsaroni, E.G., Eleftheriadis, I.C.. "Color removal from aqueous solutions by flotation". Proceedings of the 9th International Conference on Environmental Science and Technology, Rhodes Island, Greece, 1-3 September 2005. Full paper Vol. A., pp. 871-876.

Περίληψη
In this study, the removal of three reactive dyes (Remazol Brillantrot 3BS, Remazol gelb 3RS 133% and Remazol Br blue RN new) from aqueous solutions was realized by dispersed-air flotation, in a semi-batch flotation column. The influence of pH, ionic strength, dye, and collector concentration were evaluated. Alkaline pH, high collector concentration and high sodium chloride had a positive effect on dye removal. Cetyl-trimethyl-ammonium bromide was found to be effective as collector. Flotation kinetics could be adequately described by a first order model. The results of this study show that flotation seems to be a realistic method in the textile industry for direct treatment of dye baths. The remaining dye concentration could be lower than the visible limit (< 1 mg/L), by employing collector concentration 30-50 mg/L and 15-20 min flotation time. However, the results should be confirmed in full-scale experiments.

05-06-2005 (Υποέργο: 21900)
E. N. Peleka, N. K. Lazaridis, P. Mavros and K. A. Matis. A New Hybrid Flotation - Microfiltration Cell. Centenary of Flotation 2005 Symposium, Brisbane, Australia, 5-9 June 2005. Full paper (CD), pp. 251-257.

Περίληψη
A large number of techniques have been used today to limit the membranes fouling and among them, certainly is air bubbling constituting also the transport medium in flotation, as applied in wastewater treatment; meanwhile, dispersed-air flotation is suitable as a pretreatment stage for microfiltration. The invented and extensively investigated hybrid cell, while overcoming their limitations, combines the advantages of both flotation and membrane separation, having as outcome clean water from an industrial wastewater. Hence, metals recovery from dilute aqueous solutions was a promising application of this innovative hybrid process of flotation and microfiltration, further to solid/liquid separation. Ceramic flat-sheet membrane modules were used in the laboratory in this work, of multi-channel geometry, inserted inside a typical flotation cell and combining flotation with microfiltration by submerged membranes; the latter needing also periodic backflushing. The specific objective was to apply the process for the efficient separation of effluents containing metal cations (here, zinc). The main examined parameters were the following: the metal initial concentration, flotation surfactant applied and air flowrate. The successful contribution of precipitate flotation was highlighted, while the observed metal removals were of the order of ~100%.

27-08-2006 (Υποέργο: 21902)
M. Biterna, E. Tsikouras, D. Voutsa, "Arsenic removal from waters by employing zero valent iron", 1st European Chemistry Congress, 27-31 August 2006, Budapest, Hungary, Proceedings pp 180.

Περίληψη
Increased concentrations of arsenic are very often met in groundwater due to natural processes and/or anthropogenic activities (ie in India, Bangladesh, Vietnam etc). Elevated concentrations (>10 μg/L) of arsenic have been also found in Greece, especially in areas with geothermal activity. Zero valent iron (ZVI) is a relatively low cost medium that has been studied for the removal various contaminants from water. The treatment efficiency of ZVI depends on nature and surface area of iron, the physicochemical characteristics of water and the conditions of the experiments. The removal of arsenic from aqueous solutions, spiked tap water and natural water by using ZVI (powder, 325 mesh and iron fillings) has been studied under batch and column conditions. The kinetics of arsenic removal, the removal capacity of ZVI, and the influence of various water physicochemical parameters are presented in this study.

15-07-2006 (Υποέργο: 21902)
M. Biterna, E. Tsikouras, D. Voutsa, "Arsenate and arsenite removal by zero valent iron: batch and column tests", International Conference 'Protection and Restoration of the Environment VIII', Chania, Crete, July 2006, Proceedings pp 253

Περίληψη
Increased concentrations of arsenic in groundwater, and eventually in drinking water, is a serious environmental problem. Arsenic is released to the environment through natural processes or as a consequence of anthropogenic activities. Long term exposure in high levels of arsenic may cause several health problems, the most serious of which is the black-foot disease. The existence of elevated arsenic concentrations has been confirmed in several countries in Asia, Central and South America, North America and Europe. Relatively high concentrations of arsenic have been found in Greece, mostly in areas with geothermal activity. According to the Directive 98/83/EC the maximum arsenic concentration in drinking water is 10 μg/L. Thus, many municipalities that have problems with increased arsenic concentrations should apply a method for the efficient removal of arsenic. Several methods have been proposed for the removal of arsenic from waters or wastes, the most common are precipitation- coagulation, ion- exchange, reverse osmosis, nanofiltration and adsorption. Various adsorption materials have been used ie activated alumina, fly ash, activated carbon, ferric hydroxides and zero-valent iron. Zero valent iron (ZVI) is an adsorption material that has been used for the removal of organic and inorganic contaminants from aqueous solutions. Several studies report that ZVI has also high arsenic removal capacity and could be used as a permeable reactive barrier for remediation of polluted groundwaters. The removal of arsenic by employing ZVI depends on ZVI material, the composition of treated water, the initial arsenic concentrations and the arsenic speciation. In this study the arsenic removal efficiency of two ZVI materials is presented. For this reason, batch and column experiments have been conducted in deionized water and in tap water spiked with arsenate or arsenite in environmentally relevant concentrations. The examined ZVI materials are iron powder (~325 mesh, 97% Aldrich) and iron filings produced from commercial steel. The kinetics of arsenate and arsenite removal under different pH values (4 and 7) have been studied in batch experiments. Column experiments were also employed to investigate the arsenic removal under different flow conditions. The concentrations of arsenic and iron as well as pH and Eh values in treated waters are discussed. The results from batch tests indicate a fast initial removal of arsenate by ZVI powder at first 15 minutes of mixing followed by a gradual decrease. Over 99.9% of As (V) was removed in 6 h when initial pH was controlled at 7, and nearly 90% at pH 4. Similar behavior has been reported from other investigators. The kinetics of arsenite shown an initial fast rate of As (III) removal occurred at first 5 minutes followed by a slower uptake reaction. Almost 99.9% of arsenite has been removed at 30 minutes. The different removal rates between arsenic species could be attributed to different removal mechanism. The pH dependence of arsenic removal is due to differences in arsenic adsorption in terms of ionization of both adsorbates and adsorbents. Dissolved iron in treated samples exhibited high concentrations at short mixing periods, whereas a decrease trend was observed at higher reaction periods. Elevated dissolved iron concentrations in batch experiments have been also reported from other investigators, though the levels of the iron concentrations vary according to different experimental conditions. Column experiments at flow rate 1L/h showed an efficient removal of arsenate, <10 μg As/L in effluent, by employing iron powder. On the contrary, iron filings showed lower removal efficiency, with arsenate concentrations in effluents ranged from 20 to 40 μg/L. This behavior could be attributed to the different surface areas of ZVI materials. Treated water by iron filings showed higher pH values (8-9) than that of iron powder (7-8). The increase of pH values could be attributed to water decomposition by Fe0, and adsorption reaction of arsenic which release OH- groups from absorbents as a result of ligand exchange. The Eh values in treated waters decreased with time up to ~100 mV. Similar observations have been reported for pH and Eh by other investigators. The concentrations of dissolved iron in treated waters were <250 μg/L. Similar column experiments conducted to investigate the removal of arsenite by iron powder and iron filings from spiked tap water at flow rate 0.5 L/h. Both materials showed similar behavior; 70-85% of arsenite was removed up to ~1000 bed volumes. After this point, increased concentrations of arsenic were found in effluents. The pH of water treated with iron filings exhibited lower pH values than water treated with iron powder, with unexpectedly low values at the beginning of the experiment. Effluents from iron filings showed more diffused Eh values, compared to those of iron powder that maintained almost steady through the experiment. First results about arsenic removal efficiency of two ZVI materials by employing batch and column tests are present in this article. The project continues with study of water parameters that may affect arsenic removal and with evaluation of the method in natural waters with increased arsenic concentrations and different physicochemical characteristics.

21-06-2005 (Υποέργο: 21902)
Μ. Μπιτέρνα, Δ. Βουτσά, "Το πρόβλημα του αρσενικού στο πόσιμο νερό", Τεχνολογίες απομάκρυνσης, Πρακτικά 13ου Σεμιναρίου για την Προστασία του Περιβάλλοντος 'Ολοκληρωμένη Διαχείριση Νερού &#8211; Υγιεινή Πόσιμου Νερού', Θεσσαλονίκη, 21-31 (2005).

Περίληψη
Η παρουσία του αρσενικού στους υπόγειους υδροφορείς και στη συνέχεια στα πόσιμα νερά είναι ένα σημαντικό πρόβλημα που εμφανίζεται σε πολλές χώρες. Στην Ελλάδα το αρσενικό έχει γεωγενή προ¬έ¬λευση και σχετίζεται με την γεωθερμική δραστηριότητα. Η ανα¬θεώρηση της ανώτατης επι¬τρεπτής τιμής του αρσενικού, με την Οδη¬γία 98/ 83/ΕΚ για τα πόσιμα νερά, στα 10ng/L είχε ως αποτέλεσμα σε κάποια νερά να παρατηρούνται υπερ¬βάσεις του ορίου και να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν πλέον ως πό¬σιμα. Στην εργασία αυτή δίνονται στοιχεία για τις μεθόδους κατεργασίας για την απομάκρυνση του αρσενικού και τα πρώτα πειραματικά αποτελέσματα από την εφαρμογή της μεθόδου απομάκρυνσης με μεταλλικό σίδηρο.

15-03-2008 (Υποέργο: 80871)
ΣΥΝΘΕΣΗ YΔΡΟΞΥΚΟΥΜΑΡΙΝΩΝ ΚΑΙ [5,6]- Η [7,8]-ΣΥΜΠΥΚΝΩΜΕΝΩΝ ΥΔΡΟΞΥΚΟΥΜΑΡΙΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΒΙΟΛΟΓΙΚHΣ ΤΟΥΣ ΔΡΑΣΗΣ 13ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Φαρμακοχημείας, Αθήνα 14-15 Μαρτίου 2008, Βιβλίο Πρακτικών σελ. 105. ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ Θ., ΧΑΜΗΛΟΣ Μ., ΚΑΛΛΙΤΣΑΚΗΣ Μ., ΧΑΤΖΗΠΑΥΛΟΥ-ΛΙΤΙΝΑ Δ., ΛΙΤΙΝΑΣ Κ.

Περίληψη
Στα πλαίσια του ενδιαφέροντος μας για τη σύνθεση κουμαρινικών παραγώγων και τη μελέτη αντιφλεγμονώδους και αντιοξειδωτικής τους δράσης μελετήθηκε αντίδραση του 2,3-διυδροξυναφθαλινίου (1) με μηλικό οξύ (2) παρουσία μικρής ποσότητας πυκνού Η2SO4 υπό την επίδραση μικροκυμάτων για λίγα δευτερόλεπτα, που οδήγησε στην 8-υδροξυβενζο[5,6]κουμαρίνη (3). Ανάλογες αντιδράσεις των 1,3-διυδροξυναφθαλινίου, 1,4-διυδροξυ-5,6,7,8-τετραϋδρο-ναφθαλινίου, υδροκινόνης, ρεσορκινόλης, πυροκατεχόλης, 2-μεθυλουδροκινόνης, 2-μεθυλορεσορκινόλης, 5-μεθυλορεσορκινόλης οδήγησαν στη σύνθεση των αντιστοίχων υδροξυκουμαρινικών παραγώγων. Τα υδροξυκουμαρινικά παράγωγα, όπως το 3, δοκιμάστηκαν για την in vitro ικανότητά τους i) να αλληλεπιδρούν με την ελεύθερη σταθερή ρίζα του 1,1-διφαινυλο-πικρυδραζυλίου (DPPH), ii) να αναστέλλουν τη λιπιδική υπεροξείδωση, iii) να δεσμεύουν το υπεροξειδικό ανιόν, iv) να αναστέλλουν τη δράση της φυτικής λιποξυγονάσης και v) για την in vivo ικανότητά τους να αναστέλλουν το οίδημα του άκρου ποδός επίμυα, που επάγεται από ενδοδερμική χορήγηση καρραγενίνης.

21-04-2007 (Υποέργο: 80871)
ΣΥΝΘΕΣΗ [5,6]ΣΥΜΠΥΚΝΩΜΕΝΩΝ ΚΟΥΜΑΡΙΝΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΒΙΟΛΟΓΙΚHΣ ΤΟΥΣ ΔΡΑΣΗΣ 2ο Ελληνικό Συμπόσιο Οργανικής σύνθεσης, Αθήνα 19-21 Απριλίου 2007, Βιβλίο πρακτικών σελ. 104. Θ. Συμεωνίδης, Β. Μπαλντούμη, Κ. X. Φυλακτακίδου, Δ. Ι. Χατζηπαύλου-Λίτινα, Σ. Ιωαννίδης, Κ. Ε. Λίτινας, Δ. Ν. Νικολαίδης, Α. Βροντελή και Δ. Ξαπολύτου

Περίληψη
Στα πλαίσια του ενδιαφέροντος μας για τη σύνθεση συμπυκνωμένων κουμαρινικών παραγώγων και τη μελέτη αντιφλεγμονώδους και αντιοξειδωτικής τους δράσης μελετήθηκαν αντιδράσεις της σησαμόλης (1) και των 5,6,7,8-τετραϋδρο-2-ναφθόλης, 5-ινδανόλης, 5-υδροξυινδολίου, 7-υδροξυκουμαρίνης, 7-υδροξυ-4-μεθυλο¬κουμαρίνης, 6-υδροξυκουμαρίνης, 6-υδροξυ-4-μεθυλοκουμαρίνης με DMAD (2) παρουσία Ph3P (3), που οδήγησαν στη σύνθεση των [5,6]- και [6,7]συμπυκνωμένων κουμαρινικών παραγώγων 4 και 5 και των αντιστοίχων από τις υπόλοιπες πρώτες ύλες. Τα [5,6]συμπυκνωμένα κουμαρινικά παράγωγα, όπως το 4, δοκιμάστηκαν για την in vitro ικανότητά τους i) να αλληλεπιδρούν με την ελεύθερη σταθερή ρίζα του 1,1-διφαινυλο-πικρυδραζυλίου (DPPH), ii) να αναστέλλουν τη λιπιδική υπεροξείδωση, iii) να δεσμεύουν το υπεροξειδικό ανιόν, iv) να αναστέλλουν τη δράση της φυτικής λιποξυγονάσης και v) για την in vivo ικανότητά τους να αναστέλλουν το οίδημα του άκρου ποδός επίμυα, που επάγεται από ενδοδερμική χορήγηση καρραγενίνης.

17-03-2007 (Υποέργο: 80871)
ΣΥΝΘΕΣΗ [7,8]ΣΥΜΠΥΚΝΩΜΕΝΩΝ ΚΟΥΜΑΡΙΝΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΒΙΟΛΟΓΙΚHΣ ΤΟΥΣ ΔΡΑΣΗΣ 8ο Διεθνές Συνέδριο Ιατρικής Χημείας, Πάτρα 15-17 Μαρτίου 2007, Βιβλίο Πρακτικών, σελ. 58. Α. Βροντελή, Κ. Ε. Λίτινας, Θ. Συμεωνίδης, Κ. Κ. Φυλακτακίδου και Δ. Ι. Χατζηπαύλου-Λίτινα

Περίληψη
Στα πλαίσια του ενδιαφέροντος μας για τη σύνθεση συμπυκνωμένων κουμαρινικών παραγώγων και τη μελέτη αντιφλεγμονώδους και αντιοξειδωτικής τους δράσης μελετήθηκαν αντιδράσεις των 4-υδροξυινδολίου (1), 2,3-διυδρο-2,2-διμεθυλ-7-βενζοφουρανόλης (5) και 5,6,7,8-τετραυδρο-1-ναφθόλης (7) με DMAD (2) παρουσία Ph3P (3), που οδήγησαν στη σύνθεση των κουμαρινικών παραγώγων 4, 6 και 8 αντίστοιχα. Επίσης παρασκευάσθηκαν παράγωγά τους υποκατεστημένα στον βενζολικό δακτύλιο. Οι νέες ενώσεις δοκιμάστηκαν για την in vitro ικανότητά τους i) να αλληλεπιδρούν με την ελεύθερη σταθερή ρίζα του 1,1-διφαινυλο-πικρυδραζυλίου (DPPH), ii) να αναστέλλουν τη λιπιδική υπεροξείδωση, iii) να δεσμεύουν το υπεροξειδικό ανιόν, iv) να αναστέλλουν τη δράση της φυτικής λιποξυγονάσης και v) για την in vivo ικανότητά τους να αναστέλλουν το οίδημα του άκρου ποδός επίμυα, που επάγεται από ενδοδερμική χορήγηση καρραγενίνης.

28-01-2006 (Υποέργο: 80871)
ΣΥΝΘΕΣΗ ΠΥΡΡΟΛΟ[3,2-f]- ΚΑΙ ΠΥΡΡΟΛΟ[2,3-h]ΚΟΥΜΑΡΙΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΤΟΥΣ ΔΡΑΣΗΣ 12o Πανελλήνιο Συμπόσιο Φαρμακοχημείας, Πάτρα, 27-28 Ιανουαρίου 2006, Βιβλίο Πρακτικών σελ. 28. Α. Βροντελή, Χ. Κοντογιώργης, Κ. Λίτινας, Α. Μακρή, Δ. Νικολαΐ΄δης, Ε. Ποντίκη, Α. Σιώχου, Δ. Χατζηπαύλου-Λίτινα

Περίληψη
Στα πλαίσια του ενδιαφέροντος μας για τη σύνθεση συμπυκνωμένων κουμαρινικών παραγώγων και τη μελέτη αντιφλεγμονώδους, αντιοξειδωτικής και αντιπηκτικής τους δράσης μελετήθηκαν αντιδράσεις του 5-υδροξυινδολίου (1) με DMAD (2) παρουσία Ph3P (3) ή P(OEt)3 (5) ή P(OMe)3 (7) ή P(OPh)3 (8), που οδήγησαν στη σύνθεση του κουμαρινικού παραγώγου 4 ή του διυδροκουμαρινικού παραγώγου 6 ή του φαινο¬λικού παραγώγου 9 αντίστοιχα. Επίσης μελετήθηκε η αντίδραση του 4-υδρο¬ξυινδολίου (10) με τα 2 και 3, που οδήγησε στο κουμαρινικό παράγωγο 11. Οι ενώσεις 4, 6 και 11 δοκιμάστηκαν in vitro όσον αφορά την ικανότητα τους α) να αναστέλλουν τη λιποξυγονάση φυτικής προέλευσης, β) να αλληλεπιδρούν με τη σταθερή ρίζα του 1,1-διφαινυλο-πικρυλυδραζυλίου (DPPH) σε διάφορες συγκεντρώσεις και μετρούμενα χρονικά διαστήματα, γ) να ανταγωνίζονται το DMSO στη δέσμευση των ριζών ΗΟ?, δ) να παγιδεύουν τις ρίζες υπεροξειδικού ανιόντος, ε) να επιδρούν στον χρόνο προθρομβίνης και στ) in vivo να αναστέλλουν το οίδημα του άκρου ποδός επίμυα, που προκαλείται από την ενδοδερμική χορήγηση καρραγενίνης. Τα αποτελέσματα από τη φαρμακοχημική μελέτη έδειξαν ικανοποιητική αντιοξειδωτική δράση, πολύ καλή αντιφλεγμονώδη δράση ισχυρότερη της ινδομεθακίνης, ισχυρή αναστολή του ενζύμου λιποξυγονάση και αύξηση του χρόνου προθρομβίνης.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Χημικών Μηχανικών

20-10-2005 (Υποέργο: 21917)
Παναγιώτης. Ν. Κεχαγιόπουλος, Σπύρος. Σ. Βουτετάκης, Αγγελική. Α. Λεμονίδου και Ιάκωβος. Α. Βασάλος, "Παραγωγή υδρογόνου μέσω ατμοαναμόρφωσης της υδατικής φάσης των βιοελαίων σε αντιδραστήρα σταθερής κλίνης", Πρακτικά 2ου Εθνικού Συνεδρίου Τεχνολογιών Υδρογόνου, Θεσσαλονίκη Οκτώβριος 20-21, 2005

Περίληψη
Η χρήση ανανεώσιμων πηγών για την παραγωγή υδρογόνου το οποίο θα χρησιμοποιηθεί για παραγωγή ενέργειας είναι μία ελκυστική εναλλακτική στα συμβατικά ορυκτά καύσιμα. Η υδατική φάση των βιοελαίων μπορεί να αναμορφωθεί προς πλούσια σε υδρογόνο ρεύματα παρουσία κατάλληλων καταλυτών. Στα πλαίσια αυτής της εργασίας εκτελέστηκαν πειράματα ατμοαναμόρφωσης βιοελαίων (πρότυπων ενώσεων, μιγμάτων αυτών και πραγματικού βιοελαίου) σε πιλοτικού μεγέθους μονάδα σε αντιδραστήρα σταθερής κλίνης. Μελετήθηκε η απόδοση της διεργασίας σε διάφορες συνθήκες και συγκρίθηκε στη συνέχεια με τη θερμοδυναμικά προβλεπόμενη. Συγκεκριμένα ερευνήθηκε η επίδραση της θερμοκρασίας και του λόγου νερού προς άνθρακα στη τροφοδοσία χρησιμοποιώντας έναν εμπορικό καταλύτη Νικελίου. Εκτελέστηκαν πειράματα στα οποία χρησιμοποιήθηκε αιθυλενογλυκόλη και ακετόνη ως τροφοδοσία, ένα ισομοριακό μείγμα ακετόνης, οξικού οξέος και αιθυλενογλυκόλης, καθώς επίσης και πειράματα με την υδατική φάση βιοελαίου προερχόμενο από πυρόλυσης οξιάς. Τα αποτελέσματα για τις πρότυπες ενώσεις δείχνουν πως μπορούν να αναμορφωθούν αποτελεσματικά σε θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 600οC και λόγους νερού προς άνθρακα υψηλότερους του 3 με την απόδοση σε υδρογόνο να φτάνει το 90% της στοιχειομετρικά δυνατής. Το πραγματικό βιοέλαιο παρουσιάζει μεγαλύτερες δυσκολίες με την απόδοση σε υδρογόνο να φτάνει το 60%. Το πιο σημαντικό πρόβλημα που αντιμετωπίστηκε σε αυτά τα πειράματα αφορά τη δημιουργία ανθρακούχων επικαθίσεων. Ο σχηματισμός κωκ στο ανώτερο τμήμα της καταλυτικής κλίνης και στο τμήμα του αντιδραστήρα πριν την κλίνη περιορίζει το χρόνο αναμόρφωσης και καθιστά απαραίτητη τη συχνή αναγέννηση του καταλύτη.

20-10-2005 (Υποέργο: 21917)
Αικατερίνη Χ. Βάγια, Αγγελική Α. Λεμονίδου, Ιάκωβος Α. Βασάλος, "Ενεργότητα καταλυτών νικελίου και ευγενών μετάλλων στην αναμόρφωση του οξικού οξέος με ατμό", Πρακτικά 2ου Εθνικού Συνεδρίου Τεχνολογιών Υδρογόνου, Θεσσαλονίκη Οκτώβριος 20-21, 2005

Περίληψη
Η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κυρίως βιομάζας, ως τροφοδοσία για την παραγωγή του υδρογόνου αποτελεί πρόκληση στο επιστημονικό πεδίο αλλά και στην προοπτική εφαρμογής τους. Η ταχεία πυρόλυση της βιομάζας οδηγεί σε βιοέλαιο, ένα πολύπλοκο μίγμα οξυγονούχων ενώσεων, που αποτελείται κυρίως από οξέα, αλδεύδες, αλκοόλες, υδρογονάνθρακες, λιγνίνη, σάκχαρα με μία ευρεία κατανομή μοριακών βαρών. Τα παραπάνω οργανικά συστατικά βρίσκονται αναμιγμένα με νερό το ποσοστό του οποίου μπορεί να ανέρχεται στο 25%[1].Η υδατική φάση με τα διαλυμένα σε αυτή ελαφρά συστατικά του βιοελαίου αποτελεί άριστη τροφοδοσία για την παραγωγή υδρογόνου μέσω της αναμόρφωσης. Η παρούσα μελέτη αναφέρεται στην παραγωγή του υδρογόνου μέσω της αντίδρασης της ατμοαναμόρφωσης του οξικού οξέος, ενός από τα αντιπροσωπευτικότερα συστατικά του βιοελαίου. Τα πειράματα τα οποία πραγματοποιήθηκαν σε εργαστηριακή μονάδα, που περιλαμβάνει αντιδραστήρα σταθερής κλίνης, ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά επιβεβαιώνοντας την μεγάλη ευκολία αναμόρφωσης των συστατικών του βιοελαίου παρουσία ενεργών καταλυτών. Συγκεκριμένα χρησιμοποιήθηκαν καταλύτες Ni (5%κ.β.), σε φορέα CaΟ-Al2Ο3, σπινελίου (MgAl2O4), Ολιβίνη, CeΟ2-ZrΟ2, καθώς και καταλύτες ευγενών μετάλλων, Rh και Ir (0.5% κ.β.), στους παραπάνω φορείς. Ο καταλύτης με ενεργό μέταλλο το Ni σε φορέα CaΟ-Al2Ο3 έδειξε πολύ καλά αποτελέσματα με υψηλές μετατροπές του οξικού οξέος ακόμη και σε χαμηλές θερμοκρασίες και αποδόσεις προϊόντων που προσεγγίζουν αυτές της θερμοδυναμικής[2,3]. Η δραστικότητα των ευγενών μετάλλων είναι αρκετά υψηλή με κύριο χαρακτηριστικό την αυξημένη απόδοση σε ακετόνη ιδιαίτερα σε χαμηλή θερμοκρασία (550°C). Σημαντικό πλεονέκτημα των καταλυτών ευγενών μέταλλων σε σχέση με τους καταλύτες του νικελίου αποτελεί η μειωμένη παραγωγή κωκ.

20-08-2005 (Υποέργο: 21917)
A. Vagia, H. Piskova, A.A. Lemonidou, I.A. Vasalos, "Thermodynamic and experimental study of H2 production from bio-oil components via steam reforming", 7th European Congress in Catalysis, EUROPACAT VII, Sofia Bulgaria, August 2005

Περίληψη
Steam reforming of pyrolysis oil (bio-oil) is one of the promising routes for hydrogen production. Thermodynamic analysis of the reforming for representative bio-oil components acetic acid, ethylene glycol and acetone was conducted at various conditions. Complete conversion to CO2 and CH4 is attained even at 100°C while the reforming products H2 and CO become important at temperatures higher than 400°C. Maximum yield of H2 up to 90% can be achieved at temperatures around 650°C and steam to carbon ratios higher than 3. A number of different catalysts containing Ni, Rh or Ir supported on Ca aluminates was prepared and tested for the steam reforming of acetic acid. The catalysts exhibited significant differences in the activity and product selectivity. High selectivity to acetone was observed for the noble metal catalysts especially with the Rh containing ones. Ni catalyst supported on CaO.2Al2O3 showed very promising performance with the highest H2 yield up to 87%.

15-05-2005 (Υποέργο: 21917)
Αικατερίνη Χ. Βάγια, Αγγελική Α. Λε&micro;ονίδου, "Παραγωγή υδρογόνου μέσω καταλυτικής ατμοαναμόρφωσης χαρακτηριστικών ενώσεων βιοελαίου, Πρακτικά 5ο Πανελλήνιου Επιστημονικού Συνεδριου Χημ. Μηχανικής, Θεσσαλονίκη, Μάιος 2005, 221-224

Περίληψη
Η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κυρίως βιομάζας, ως τροφοδοσία για την παραγωγή του υδρογόνου αποτελεί πρόκληση στο επιστημονικό πεδίο αλλά και στην προοπτική εφαρμογής τους. Η ταχεία πυρόλυση της βιομάζας οδηγεί σε βιοέλαιο το οποίο είναι ένα πολύπλοκο μίγμα οξυγονούχων ενώσεων που αποτελείται κυρίως από οξέα, αλδεύδες, αλκοόλες, υδρογονάνθρακες, λιγνίνη, σάκχαρα με μία ευρεία κατανομή μοριακών βαρών. Τα παραπάνω οργανικά συστατικά βρίσκονται αναμιγμένα με νερό το ποσοστό του οποίου μπορεί να ανέρχεται στο 25%. Η υδατική φάση με τα διαλυμένα σε αυτή ελαφρά συστατικά του βιοελαίου αποτελεί άριστη τροφοδοσία για την παραγωγή υδρογονου μέσω της αναμόρφωσης. Η παρούσα μελέτη αναφέρεται στην παραγωγή υδρογόνου με την αντίδραση της ατμοαναμόρφωσης των αντιπροσωπευτικότερων συστατικών του βιοελαίου, Αιθυλενογλυκόλη, Οξικό οξύ και Ακετόνη. Αρχικά έγινε μία θερμοδυναμική μελέτη της αναμόρφωσης των συστατικών αυτών η οποία έδειξε ότι η επίδραση της θερμοκρασίας, του λόγου ατμού προς καύσιμο αλλά και της πίεσης είναι σημαντική. Παράλληλα διαπιστώθηκε ότι και τα τρία αυτά συστατικά παρουσιάζουν παρόμοια συμπεριφορά και αναμορφώνονται πολύ εύκολα ακόμη και στους 300Κ. Ο λόγος ατμού προς καύσιμο είναι σημαντικός για την αποφυγή δημιουργίας άνθρακα. Αύξηση αυτού σημαίνει αύξηση του μοριακού κλάσματος σε υδρογόνο μείωση του μεθανίου και του μονοξεδίου καθώς και μείωση της τάσης για δημιουργία κωκ. Για την επίτευξη όλων των παραπάνω μία τιμή του ατμού ανά άτομο άνθρακα ίση με τρία είναι ικανοποιητική και για τα τρία συστατικά. Τα πειράματα που πραγματοποιήθηκαν παρουσία πληθώρας καταλύτων όπως Ni, Rh, Ir ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά επιβεβαιώνοντας την μεγάλη ευκολία αναμόρφωσης των συστατικών του βιοελαίου παρουσία ενεργών καταλυτών.

15-12-2004 (Υποέργο: 21917)
Π.Ν. Κεχαγιόπουλος, Αικ. Βάγια, Σ.Σ. Βουτετάκης, Α.Α. Ιορδανίδης, Α.Α. Λεμονίδου και Ι.Α. Βασάλος, "Hydrogen production from renewable energy sources: reforming of biogas and bio-oil", 2η Ημερίδα ΙΤΧΗΔ, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 15-16, 2004

Περίληψη
The use of renewable energy sources for hydrogen production via reforming is an attractive alternative to fossil fuels. Biogas (a mixture of CH4 and CO2) and the aqueous fraction of bio-oil can be effectively reformed to hydrogen rich streams in the presence of active catalytic materials. The effect of temperature and steam to carbon ratio in steam reforming of synthetic biogas and representative bio-oil components (acetic acid and ethylene glycol) were investigated in the presence of nickel catalysts.

30-09-2004 (Υποέργο: 21917)
Αικ. Βάγια, Α.Α. Λεμονίδου*, Ι.Α.Βασάλος, "Αναμόρφωση με Ατμό Συστατικών Βιοελαίου: Θεωρητική και Πειραματική μελέτη", Πρακτικά 1o Εθνικό Συνέδριο ΕΛΕΤΥ Τεχνολογίες Υδρογόνου: Έρευνα-Ανάπτυξη-Εφαρμογές, Αθήνα 30/9- 2/10, 2004

Περίληψη
Το υδρογόνο και τα κελλιά καυσίμου φαίνεται να προβάλουν ως λύσεις για το ενεργειακό πρόβλημα του 21ου αιώνα. Η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κυρίως βιομάζας, ως τροφοδοσία για την παραγωγή του υδρογόνου έχει εξαιρετικές προοπτικές και αποτελεί πρόκληση στο επιστημονικό πεδίο αλλά και στην προοπτική εφαρμογής τους. Η ταχεία πυρόλυση της βιομάζας οδηγεί σε βιοέλαιο το οποίο είναι ένα πολύπλοκο μίγμα οξυγονούχων ενώσεων που αποτελείται κυρίως από οξέα, αλδεύδες, αλκοόλες, υδρογονάνθρακες, λιγνίνη, σάκχαρα με μία ευρεία κατανομή μοριακών βαρών. Τα παραπάνω οργανικά συστατικά βρίσκονται αναμιγμένα με νερό το ποσοστό του οποίου μπορεί να ανέρχεται έως και 35%. Η υδατική φάση με τα διαλυμένα σε αυτή ελαφρά συστατικά του βιοελαίου αποτελεί άριστη τροφοδοσία για την παραγωγή υδρογονου μέσω της αναμόρφωσης. Για την θερμοδυναμική μελέτη της αναμόρφωσης της υδατικής φάσης του βιοελαίου &#8211;η οποία έγινε με την χρήση του προγράμματος Aspen plus 11.1 - επιλέχθηκαν απο τις τρεις μεγάλες κατηγορίες αλκοόλες οξέα και κετόνες αντίστοιχα οι πιο αντιπροσωπευτικές ενώσεις[1]: Αιθυλενογλυκόλη, Οξικό οξύ, και Ακετόνη. Εξετάστηκε η επίδραση της θερμοκρασίας και του λόγου ατμού προς άνθρακα στη σύσταση ισορροπίας. Η μελέτη αυτή έδειξε ότι και τα τρία συστατικά παρουσιάζουν παρόμοια συμπεριφορά. Σημαντικό ρόλο παίζει ο λόγος ατμού προς καύσιμο για την αποφυγή δημιουργίας άνθρακα. Αύξηση αυτού σημαίνει αύξηση του μοριακού κλάσματος σε υδρογόνο μείωση του μεθανίου και του μονοξεδίου καθώς και μείωση της τάσης για δημιουργία κωκ. Για την επίτευξη όλων των παραπάνω επιβάλλεται ο λόγος ατμού προς άνθρακα να είναι τουλάχιστον ίσος με 3.

30-09-2004 (Υποέργο: 21917)
Α.Α. Ιορδανίδης, Π.Ν. Κεχαγιόπουλος, Σ.Σ. Βουτετάκης, Α.Α. Λεμονίδου και Ι.Α. Βασάλος, "Αυτοθερμική ατμο-αναμόρφωση, ενισχυμένη με απορρόφηση, μείγματος βιοελαίου/βιοαερίου και παραγωγή ενέργειας μέσω κυψελίδων καυσίμου: ανάλυση αρχής και προσομοίωση διαδικασίας", Πρακτικά 1o Εθνικό Συνέδριο ΕΛΕΤΥ Τεχνολογίες Υδρογόνου: Έρευνα-Ανάπτυξη-Εφαρμογές, Αθήνα 30/9- 2/10, 2004

Περίληψη
Στη παρούσα εργασία μελετάται η αρχή της ενισχυμένης με προσρόφηση ατμo-αναμόρφωσης της υδατικής φάσης των βιοελαίων. Σκοπός είναι η συνδυασμένη παραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας μέσω κυψελίδων καυσίμου φωσφορικού οξέος (PAFC). Η διεργασία προσομοιώνεται χρησιμοποιώντας το λογισμικό πακέτο προσομοίωσης PRO/II της SIMSCI που χρησιμοποιείται για την παραγωγή υδρογόνου. Η ιδέα είναι να αναμορφωθούν τα βιοέλαια παρουσία ενός προσροφητικού υλικού του CO2 (CaO), μετατοπίζοντας κατά συνέπεια την ισορροπία της αντίδρασης προς την κατεύθυνση όπου αυξάνεται η περιεκτικότητα σε υδρογόνο (~95%) και μειώνεται σε CO και CO2 (< 1%) στο προϊόν. Κατά συνέπεια το παραγόμενο ρεύμα της αναμόρφωσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μία κυψελίδα καυσίμου φωσφορικού οξέος χωρίς περαιτέρω καθαρισμό. Η υψηλή συγκέντρωση σε υδρογόνο και θερμαντική αξία του προϊόντος της αναμόρφωσης επιτρέπουν τη λειτουργία της κυψελίδας καυσίμου στην ονομαστική τιμή της ισχύος της παρά την υψηλή αναλογία άνθρακα/υδρογόνου στη τροφοδοσία των βιοκαυσίμων. Η ταυτόχρονη αναμόρφωση του βιοελαίου με βιοαέριο επιτρέπει την αυτοθερμική λειτουργία του αντιδραστήρα ενώ ταυτόχρονα βελτιώνεται σημαντικά η αποδοτικότητα της διεργασίας. Η προσομοίωση δείχνει ότι η γενική αποδοτικότητα του προτεινόμενου συστήματος είναι παρόμοια με την αποδοτικότητα του συστήματος που χρησιμοποιεί τη "κλασσική" αναμόρφωση με ατμό των καυσίμων. Συγκρινόμενα με ηλεκτροπαραγωγά συστήματα PAFC, τα οποία λειτουργούν με φυσικό αέριο, τα συστήματα που χρησιμοποιούν μείγμα βιοελαίου/βιοαερίου παρουσιάζουν 6% χαμηλότερη ηλεκτρική απόδοση, ενώ έναντι των συστημάτων που χρησιμοποιούν μόνο βιοέλαιο αναμένεται να παρουσιάζουν 4-5% υψηλότερη απόδοση.

06-10-2006 (Υποέργο: 21932)
Ν. Κακλίδης, Γ. Πεκρίδης, Κ. Καλημέρη, Κ. Αθανασίου και Γ. Μαρνέλλος, "Μελέτη της αντίδρασης RWGS σε κυψέλη καυσίμου στερεού ηλεκτρολύτη του τύπου Pt/YSZ/Pt", 9ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Κατάλυσης, Λευκάδα, Ελλάδα, 6-7 Οκτωβρίου 2006.

Περίληψη
Στην παρούσα εργασία μελετήθηκε η ηλεκτροχημική ενίσχυση της αντίδρασης RWGS σε κυψέλη καυσίμου στερεού ηλεκτρολύτη της μορφής Pt/YSZ/Pt. Συγκεκριμένα, εξετάστηκε η επίδραση της θερμοκρασίας (650-800οC), των μερικών πιέσεων του Η2 (1-10 kPa) και του CO2 (1-10 kPa) και του επιβαλλόμενου ρεύματος (ανοδική και καθοδική λειτουργία). Η φαινόμενη ενέργεια ενεργοποίησης βρέθηκε ίση με 65.3 kJ/mole, ενώ οι φαινόμενες μερικές τάξεις της αντίδρασης ως προς το Η2 και το CO2 ήταν ίσες με 0.5 και 0.7, αντίστοιχα. Η ηλεκτροχημική απομάκρυνση του οξυγόνου (καθοδική λειτουργία) ενίσχυσε σημαντικά την RWGS αντίδραση, ενώ ο συντελεστής ενίσχυσης, Λ, έλαβε τιμές της τάξης του 10 σε θερμοκρασία 725oC. Η λειτουργία του αντιδραστήρα σε θετικές υπερτάσεις επηρέαζε κυρίως το ρυθμό σχηματισμού του νερού, υποδεικνύοντας ότι το ηλεκτροχημικά τροφοδοτούμενο οξυγόνο αντιδρούσε εκλεκτικά με το υδρογόνο της ισορροπίας του υδραερίου. Τέλος, πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις ισχύος-έντασης και τάσης-έντασης σε διάφορες θερμοκρασίες και αναλογίες CΟ2/Η2. Βρέθηκε ότι για όλα τα μίγματα η αύξηση της θερμοκρασίας οδηγούσε σε αύξηση της παραγόμενης ισχύος στην κυψέλη καυσίμου

06-10-2006 (Υποέργο: 21932)
Κ. Καλημέρη, Γ. Πεκρίδης, Ν. Κακλίδης, Κ. Αθανασίου, Γ. Μαρνέλλος, "Εσωτερική αναμόρφωση μεθανίου με CO2 σε κυψέλη καυσίμου στερεού ηλεκτρολύτη του τύπου Pd/YSZ/Ag", 9ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Κατάλυσης, Λευκάδα, Ελλάδα, 6-7 Οκτωβρίου 2006

Περίληψη
Στην παρούσα εργασία, μελετήθηκε η αντίδραση της αναμόρφωσης του μεθανίου με CO2 σε κυψέλη καυσίμου στερεού ηλεκτρολύτη της μορφής CH4+CO2, Pd/YSZ/Pt, Αέρας. Συγκεκριμένα, εξετάστηκε η επίδραση της θερμοκρασίας (700 - 800oC), των μερικών πιέσεων του CH4 (1-7 kPa) και του CO2 (1-7 kPa) καθώς και της επιβολής ρεύματος (ηλεκτροχημική τροφοδοσία/απομάκρυνση οξυγόνου) τόσο στους ρυθμούς των προϊόντων όσο και στην ισορροπία των αντιδράσεων που λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα μέσα στο κελλίο. Σε συνθήκες ανοικτού κυκλώματος, παρατηρήθηκαν υψηλοί λόγοι Η2/CO, ιδιαίτερα σε συνθήκες περίσσειας μεθανίου, ενώ η ισορροπία της αντίδρασης μετατόπισης του υδραερίου (Water Gas Shift) φάνηκε να καθορίζει την κατανομή των προϊόντων. Παρατηρήθηκε αυξημένη εναπόθεση άνθρακα, η οποία οφείλονταν στις αντιδράσεις Boudouard και πυρόλυσης του CH4, ενώ ήταν δυνατό να αποφευχθεί πλήρως για αναλογίες CH4/CO2 μικρότερες από 0.5. Η ηλεκτροχημική τροφοδοσία οξυγόνου περιόριζε το πρόβλημα των εναποθέσεων, κυρίως ενισχύοντας την παραγωγή CO2 μέσω της αεριοποίησης του εναποτεθειμένου άνθρακα. Τέλος, πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις τάσης-έντασης και ισχύος-έντασης στην υπό μελέτη κυψέλη καυσίμου στερεού ηλεκτρολύτη εσωτερικής αναμόρφωσης, όπου τα αποτελέσματα ήταν συγκρίσιμα με τα αντίστοιχα της περίπτωσης χρήσης του υδρογόνου ως καύσιμο τροφοδοσίας.

20-10-2005 (Υποέργο: 21932)
K. Kalimeri, G. Pekridis, S. Vartzoka, C. Athanassiou, G. Marnellos, "Study of the charge transfer reaction mechanism at anodic conditions of a solid oxide fuel cell", Proc. 2nd Panhellenic Symposium on Hydrogen Technologies, Thessaloniki, Greece, 20-21/10, 2005.

Περίληψη
Τα φαινόμενα πόλωσης της διεπιφάνειας O2-Pd-YSZ, μελετήθηκαν ως συνάρτηση της μερικής πίεσης του οξυγόνου, κατά την ισοθερμοκρασιακή μετάβαση του ηλεκτροδίου από την ανηγμένη στην οξειδωμένη του μορφή. Η συμπεριφορά ρεύματος-υπέρτασης αναλύθηκε με τη βοήθεια της εξίσωσης Butler-Volmer. Οι φαινόμενοι ανοδικοί και καθοδικοί συντελεστές μεταφοράς φορτίου ήταν της τάξης του 0,5 -1 ενώ η εξάρτηση του ρεύματος ανταλλαγής από την μερική πίεση του οξυγόνου ήταν αρνητική. Τα αποτελέσματα, δείχνουν τη συμμετοχή των ιόντων του παλλαδίου στο στάδιο που ελέγχει το ρυθμό της ηλεκτροκαταλυτικής αντίδρασης, ενώ το οξείδιο του παλλαδίου ήταν περισσότερο ενεργό σε σχέση με το μεταλλικό ηλεκτρόδιο.

15-10-2004 (Υποέργο: 21936)
Ritzoulis C., Marras S., Touchelaume F., and Panayiotou C.. Panhellenic Conference on Solild State Physics, Ioannina, Greece, 2004.

Abstract

15-05-2004 (Υποέργο: 21936)
Ritzoulis C., Scoutaris N., Papademetriou K., Stavroulias S., and Panayiotou C. Food Colloids, Harrogate, May 2004.

Abstract

06-06-2008 (Υποέργο: 80940)
Τυροβούζης, Ν.Α., Αγγελίδης, Α.Σ., Λιακοπούλου-Κυριακίδου, Μ. και Στοφόρος, Ν.Γ. Κινητική ανάπτυξης της Listeria monocytogenes σε χαμηλές θερμοκρασίες. 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο, Σύγχρονες Διατροφικές Προκλήσεις για την Ασφάλεια και Ποιότητα των Τροφίμων, Διεπιστημονική Εταιρεία Διασφάλισης Υγιεινής Τροφίμων (Δ.Ε.Δ.Υ.Τ.), 6-8 Ιουνίου, 2008, Θεσσαλονίκη.

Περίληψη
Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η μελέτη της ανάπτυξης της Listeria monocytogenes σε θερμοκρασίες ψύξης (4°C ? 10°C). Ειδικότερα μελετήθηκε η επίδραση της θερμοκρασίας ανάπτυξης και της περιεκτικότητας του υποστρώματος σε κρυοπροστατευτικά στα χαρακτηριστικά ανάπτυξης του μικροοργανισμού. Ο μικροοργανισμός αναπτύχθηκε αερόβια στο χημικώς καθορισμένο υπόστρωμα Modified Welshimer?s Broth παρουσία των κρυοπροστατευτικών ουσιών βεταΐνης και καρνιτίνης (0 μM ? 1000 μM). Η μικροβιακή ανάπτυξη προσδιορίζονταν με την τεχνική αρίθμησης αποικιών σε τρυβλία Brain Heart Infusion Agar. Προσαρμόζοντας τα πειραματικά δεδομένα σε κατάλληλα κινητικά μοντέλα υπολογίστηκαν οι παράμετροι ανάπτυξης και αξιολογήθηκε η επίδραση των κρυοπροστατευτικών και της θερμοκρασίας στην ανάπτυξη του μικροοργανισμού. Η ανάπτυξη της L. monocytogenes περιγράφτηκε ικανοποιητικά από μία (τυπική ανάπτυξη μικροοργανισμών) ή κατά περίπτωση από δύο διαδοχικές (διφασική ανάπτυξη) σιγμοειδούς τύπου καμπύλες. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η θερμοκρασία ανάπτυξης επηρέαζε τη μορφή των καμπυλών, όχι όμως και η παρουσία ή μη κρυοπροστατευτικών ουσιών στο θρεπτικό υπόστρωμα. Η παρουσία των κρυοπροστατευτικών οδήγησε σε ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης, με την επίδραση αυτή να είναι εντονότερη όσο μικρότερη ήταν η θερμοκρασία ανάπτυξης του μικροοργανισμού. Συμπερασματικά, επισημαίνεται η ανάγκη επαναπροσδιορισμού και ποσοτικοποίησης των παραγόντων που ευνοούν την ανάπτυξη του μικροοργανισμού σε χαμηλές θερμοκρασίες. Η ύπαρξη και η συγκέντρωση κρυοπροστατευτικών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον σχεδιασμό διεργασιών που αφορούν την πρόβλεψη της ανάπτυξης του μικροοργανισμού σε χαμηλές θερμοκρασίες που χρησιμοποιούνται για τη συντήρηση των τροφίμων.

20-04-2008 (Υποέργο: 80940)
Tyrovouzis N.A., Angelidis, A.S., Liakopoulou-Kyriakides, M. and Stoforos N.G. Effect of cryoprotectants on the growth characteristics of Listeria monocytogenes at low temperatures. Paper No. K-04, 10th International Congress on Engineering and Food, Vi?a del Mar, Chile, April 20-24, 2008

Περίληψη
Listeria monocytogenes is a Gram-positive food-borne pathogen and the causative agent of listeriosis, a life-threatening disease for immunocompromised individuals. L. monocytogenes can proliferate at low temperatures, a phenomenon, which is largely attributed to the pathogen?s ability to actively transport from its environment and intracellularly accumulate cryoprotective compatible solutes such as glycine betaine and carnitine. The objective of this work was to study the effect of the concentration of glycine betaine and carnitine in the growth medium on the growth characteristics of L. monocytogenes under refrigeration temperatures. L. monocytogenes Scott A was grown aerobically in Modified Welshimer?s Broth (MWB) at 4 and 7°C in the absence or presence of various concentrations of glycine betaine and carnitine. Growth curves were constructed by surface-plating aliquots from each culture at selected time points on BHI agar plates. The data were fitted to the Gompertz equation and the kinetic parameters of growth were estimated. The growth of L. monocytogenes in MWB at 7°C (but not at 4°C) was bi-phasic regardless of the presence or absence of cryoprotectants, a phenomenon that is currently under investigation. Growth at 4°C was slower compared to that observed at 7°C as evidenced by both the longer lag phase and the shorter generation time observed. The addition of cryoprotectants in MWB improved growth at both temperatures, particularly so at 4°C. At 7°C the growth enhancement was more evident in terms of a decrease in the duration of the acclimation period (i.e., the second ?lag phase?) and an increase in the rate of exponential growth of the subsequent second growth phase. Glycine betaine displayed a stronger cryoprotective effect than carnitine at 4°C. A detailed study of the effect of carnitine concentration on the growth kinetics of L. monocytogenes at 7°C showed no appreciable difference in growth enhancement among the different concentrations tested (2 μM to 1000 μM). Studies predicting the growth of L. monocytogenes in foods at low temperatures should take into account the type and concentration of cryoprotectants present in foods in addition to other well-established factors that affect bacterial growth in foods (such as the pH and aw).

01-06-2007 (Υποέργο: 80940)
Τυροβούζης, Ν.Α., Αγγελίδης, Α.Σ., Λιακοπούλου-Κυριακίδου, Μ. και Στοφόρος, Ν.Γ. Κινητική μελέτη της ανάπτυξης της Listeria monocytogenes παρουσία κρυοπροστατευτικών ουσιών σε θερμοκρασίες ψύξης. 6ο Πανελλήνιο Επιστημονικό Συνέδριο Χημικής Μηχανικής, Πρακτικά Συνεδρίου ? Τόμος Β, σελ. 1321-1324, Αθήνα, 31 Μαΐου ? 2 Ιουνίου 2007

Περίληψη
Στην εργασία αυτή διερευνήθηκε η επίδραση παραγόντων που επηρεάζουν την ανάπτυξη της Listeria monocytogenes σε χαμηλές θερμοκρασίες και συγκεκριμένα του είδους και της συγκέντρωσης ορισμένων συμβατών διαλυτών ουσιών με κρυοπροστατευτική δράση. Μελετήθηκε η ανάπτυξη της L. monocytogenes Scott A σε χημικώς καθορισμένο θρεπτικό υπόστρωμα (Modified Welshimer?s Broth) στους 7°C παρουσία 0, 20 και 100 μM καρνιτίνης ή βεταΐνης. Από τα πειραματικά δεδομένα προσδιορίστηκαν οι κινητικές παράμετροι ανάπτυξης του μικροοργανισμού κάτω από τις προαναφερθείσες συνθήκες.

26-05-2005 (Υποέργο: 80940)
Τυροβούζης, Ν.Α., Αγγελίδης, Α.Σ. και Στοφόρος, Ν.Γ. Εφαρμογή μαθηματικών μοντέλων για την περιγραφή της ανάπτυξης της Listeria monocytogenes σε ορό γάλακτος υπό ψύξη. 5ο Πανελλήνιο Επιστημονικό Συνέδριο Χημικής Μηχανικής, Πρακτικά Συνεδρίου, σελ. 801-804, Εκδόσεις ΤΖΙΟΛΑ, Θεσσαλονίκη, 26 ? 28 Μαΐου 2005

Περίληψη
Στην παρούσα εργασία προσδιορίστηκαν οι κινητικές παράμετροι ανάπτυξης του μικροοργανισμού Listeria monocytogenes σε ορό γάλακτος υπό ψύξη με βάση πειραματικά δεδομένα και μαθηματικά μοντέλα της βιβλιογραφίας. Παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις τιμές του μέγιστου ρυθμού ανάπτυξης και της διάρκειας της φάσης προσαρμογής του βακτηρίου σε δείγματα από γάλα διαφορετικής προέλευσης. Επίσης, σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρήθηκαν διαφορές στις τιμές των κινητικών παραμέτρων ανάλογα με το μοντέλο που χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό τους.

Παρουσιάσεις σε Συνέδρια Υποέργων Τμήματος Ψυχολογίας

30-06-2006 (Υποέργο: 21950)
S. Kassapi, A. Psalti, & E. Laloumi &#8211; Vidali, "The investigation of school violence and bullying in preschool education: A pilot study"

Περίληψη
The phenomenon of school violence and bullying have been widely studied in many countries. Only a small number of studies have examined this phenomenon in preschoolers although bullying behaviours are established during the early years of age. International literature shows that preschoolers could be either bullies, or victims. Researchers question the scientific methods with which this phenomenon could be studied during preschool age because of the cognitive and linguistic limitations that hinder the use of mainstream methodological approaches (e.g. questionnaires) in preschoolers. This presentation discusses the methodological problems concerning bullying research with preschoolers and shows the first result of a pilot study conducted in the wider region of Thessaloniki.

30-06-2006 (Υποέργο: 21950)
Α. Ψάλτη & Β. Δεληγιάννη-Κουϊμτζή, "Σχολικός Εκφοβισμός στην Ελληνική Πραγματικότητα &#8211; Συνολική Θεώρηση του Ερευνητικού Προγράμματος ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ"

Περίληψη
Το φαινόμενο της σχολικής βίας απασχολεί ιδιαίτερα τη διεθνή βιβλιογραφία, καθώς τα τελευταία χρόνια φαίνεται να πληθαίνουν τα περιστατικά χρήσης βίας στο χώρο του σχολείου με θύματα τόσο παιδιά όσο και ενήλικες. Μια συγκεκριμένη μορφή βίας που εκδηλώνεται στο σχολείο αποτελεί και ο σχολικός εκφοβισμός (bullying), ένα φαινόμενο που αρχικά μελετήθηκε στις Σκανδιναβικές χώρες από τον Dan Olweus στη δεκαετία του 1970. Ως εκφοβισμός ορίζεται γενικά «η συστηματική κατάχρηση δύναμης». Στην παρούσα εισήγηση γίνεται μια συνολική θεώρηση του ερευνητικού προγράμματος ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ που στοχεύει στη μελέτη του φαινομένου της σχολικής βίας, συνδέοντάς το με τη διαμόρφωση των ταυτοτήτων φύλου και των εθνικών ταυτοτήτων. Βασικοί στόχοι του προγράμματος αποτελούν: η μελέτη της κατανόησης του φαινομένου του εκφοβισμού (bullying) από μαθητές-τριες και εκπαιδευτικούς, η καταγραφή της συχνότητας του φαινομένου στο χώρο του ελληνικού σχολείου, καθώς και η μελέτη των παραγόντων που καθιστούν μαθητές-τριες πιο ευάλωτους-ες και πιο ανθεκτικούς-ές σε φαινόμενα εκφοβισμού. Η παρούσα έρευνα περιλαμβάνει τη συλλογή ποικιλίας δεδομένων, ποσοτικών και ποιοτικών από σχολεία όλων των βαθμίδων (Προσχολική, Πρωτοβάθμια, Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση), επικεντρώνει, δε, το ενδιαφέρον σε μαθητές-τριες και εκπαιδευτικούς.

30-06-2006 (Υποέργο: 21950)
Κ. Κωνσταντίνου, Μ. Παπαθανασίου & Κ. Ζαφειρόπουλος, "Ο εκφοβισμός στα ελληνικά σχολεία: Δεδομένα πανελλήνιας έρευνας"

Περίληψη
Στην εισήγηση παρουσιάζονται δείκτες και δεδομένα από την πανελλαδική έρευνα για τη διερεύνηση του εκφοβισμού στα ελληνικά σχολεία, και διερευνάται η σχέση του φαινομένου με το φύλο. Τρεις χιλιάδες οκτακόσιοι εβδομήντα πέντε μαθητές/ήτριες Δημοτικών, Γυμνασίων και Λυκείων όλης της χώρας συμμετείχαν στην έρευνα συμπληρώνοντας το Ερωτηματολόγιο «Η Ζωή στο Σχολείο», που κατασκευάστηκε με βάση τις κλίμακες Revised Olweus Bully/Victim Questionnaire - Senior (1996) και Pro-Victim Scale (PVS) των Rigby & Slee (1991). Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ένα ποσοστό πάνω από 10% των μαθητών της δευτεροβάθμιας και ένα ποσοστό περίπου 15% των μαθητών της πρωτοβάθμιας έχουν βιώσει μια μορφή λεκτικού εκφοβισμού σε συστηματική βάση. Ο αριθμός των μαθητών που φοβούνται, πάντως ότι θα πέσουν θύματα εκφοβισμού αυξάνεται σημαντικά (30% για τους μαθητές της πρωτοβάθμιας και 35% για τους μαθητές της δευτεροβάθμιας). Τα περιστατικά εκφοβισμού συμβαίνουν σε ποικίλους χώρους στο σχολείο (π.χ. αυλή, στο δρόμο επιστροφής από το σχολείο στο σπίτι), και τις περισσότερες φορές, ούτε οι θύτες ούτε τα θύματα αποκαλύπτουν ή μιλούν για αυτό το ζήτημα. Γενικά, από τα δεδομένα προκύπτει ότι η εμπλοκή σε περιστατικά εκφοβισμού παρατηρείται συχνότερα στα αγόρια και συνδέεται με την ανάπτυξη της ανδρικής ταυτότητας. Συνοψίζοντας, θα τονίζαμε ότι η ανάγκη ανάληψης δράσεων πρόληψης και παρέμβασης και η μηδενική ανοχή προς τη σχολική βία και τον εκφοβισμό στις ανθρώπινες σχέσεις είναι πιο επείγουσες από ποτέ.

30-06-2006 (Υποέργο: 21950)
Χ. Αθανασιάδου, & Β. Δεληγιάννη-Κουϊμτζή, "'Τα κορίτσια εκφοβίζουν με τα λόγια, ενώ τα αγόρια με τις πράξεις &#8230;': Διαφορές φύλου σε σχέση με το φαινόμενο του εκφοβισμού"

Περίληψη
Στην εργασία παρουσιάζονται ποιοτικά δεδομένα από τις ομαδικές συνεντεύξεις με μαθητές και μαθήτριες, οι οποίες διεξήχθησαν στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος με στόχο τη μελέτη του φαινομένου της σχολικής βίας και του εκφοβισμού στα ελληνικά σχολεία. Οι συνεντεύξεις αποφασίστηκαν για να εμπλουτίσουν τα δεδομένα της ποσοτικής έρευνας και να αναδείξουν την εμπειρία των μαθητών-τριών στη δική τους γλώσσα. Συνολικά, διεξήχθησαν 16 ομαδικές συνεντεύξεις σε 8 σχολεία από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας. Σε κάθε σχολείο πραγματοποιήθηκαν δύο ομαδικές συνεντεύξεις &#8211; μια ομάδα με αγόρια και μία με κορίτσια. Στις συνεντεύξεις συμμετείχαν εθελοντικά 95 μαθητές-τριες γυμνασίου και λυκείου (50 αγόρια και 45 κορίτσια). Στην εισήγηση αναλύονται οι διαφορές (αλλά και οι ομοιότητες) που εντοπίστηκαν ανάμεσα στα δύο φύλα και αφορούν: α) τον τρόπο με τον οποίο αγόρια και κορίτσια περιγράφουν το φαινόμενο του εκφοβισμού και πώς τοποθετούν τον εαυτό τους σε σχέση μ&#8217; αυτό, β) τις μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται ο εκφοβισμός στις δύο ομάδες και γ) τα αίτια τα οποία προκαλούν αυτού του είδους την επιθετική συμπεριφορά. Φαίνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο αγόρια και κορίτσια μιλούν για τα φαινόμενα της σχολικής βίας, όπως και οι μορφές που παίρνουν αυτά, διαφέρουν σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα που ισχύουν για τα φύλα και τις επιταγές του &#8216;ανδρισμού&#8217; και της &#8216;θηλυκότητας&#8217; που επιβάλλει η ελληνική, τουλάχιστον, κοινωνία.

01-12-2005 (Υποέργο: 21950)
Α. Ψάλτη & Β. Δεληγιάννη-Κουϊμτζή "Ταυτότητες Φύλου, Εθνικές Ταυτότητες και Σχολική Βία: Διερευνώντας τη Βία και τη Θυματοποίηση στο Σχολικό Πλαίσιο", 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο (με διεθνή συμμετοχή) Ψυχολογικής Έρευνας της ΕΛΨΕ. Γιάννενα: 1-4 Δεκεμβρίου 2005.

Περίληψη
Στόχος του συμποσίου είναι να παρουσιάσει την προβληματική και τα πρώτα αποτελέσματα από την εφαρμογή ενός ερευνητικού προγράμματος ΕΠΕΑΕΚ (ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ), το οποίο υλοποιείται από το τμήμα Ψυχολογίας του Α.Π.Θ. Βασικοί στόχοι του προγράμματος αποτελούν: η μελέτη της κατανόησης του φαινομένου του εκφοβισμού (bullying) από μαθητές-τριες και εκπαιδευτικούς, η καταγραφή της συχνότητας του φαινομένου στο χώρο του ελληνικού σχολείου, καθώς και η μελέτη των παραγόντων που καθιστούν μαθητές-τριες πιο ευάλωτους-ες και πιο ανθεκτικούς-ές σε φαινόμενα εκφοβισμού. Το συμπόσιο περιλαμβάνει πέντε επιμέρους εισηγήσεις. Η πρώτη εισήγηση αποτελεί μια γενική θεώρηση του προγράμματος, στην οποία παρουσιάζεται η προβληματική του όλου εγχειρήματος και καταδεικνύεται η σύνδεση του φαινομένου της σχολικής βίας με τις ταυτότητες φύλου και τις εθνικές ταυτότητες. Στη δεύτερη εισήγηση παρουσιάζονται τα αποτελέσματα μιας πρώτης πιλοτικής διερεύνησης που αποσκοπούσε στον προσδιορισμό των συγκεκριμένων όρων που χρησιμοποιούν μαθητές-τριες για να περιγράψουν το φαινόμενο του εκφοβισμού, ενώ στην τρίτη γίνεται μια πρώτη αναφορά στα αποτελέσματα που προέκυψαν από τη χορήγηση ερωτηματολογίου σε αντιπροσωπευτικό δείγμα μαθητών-τριών Γυμνασίου και Λυκείου από σχολεία όλης της χώρας. Η τέταρτη εισήγηση περιλαμβάνει τα πρώτα αποτελέσματα από τις ομαδικές συνεντεύξεις εστίασης με μαθητές-τριες Γυμνασίου και Λυκείου και η τελευταία αναφέρεται στη διερεύνηση του φαινομένου του εκφοβισμού σε χώρους προσχολικής αγωγής.

01-12-2005 (Υποέργο: 21950)
Β. Δεληγιάννη-Κουϊμτζή, "Ταυτότητες Φύλου, Εθνικές Ταυτότητες και Σχολική Βία: Διερευνώντας τη Βία και τη Θυματοποίηση στο Σχολικό Πλαίσιο - Συνολική θεώρηση", 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο (με διεθνή συμμετοχή) Ψυχολογικής Έρευνας της ΕΛΨΕ. Γιάννενα: 1-4 Δεκεμβρίου 2005.

Περίληψη
Το φαινόμενο της σχολικής βίας και του εκφοβισμού (bullying) που παρατηρείται όλο και περισσότερο στο πλαίσιο των σύγχρονων κοινωνιών, έχει συνδεθεί με την έρευνα για τις ταυτότητες φύλου, την ανδρική ταυτότητα και τη μελέτη της κάτω από τη φεμινιστική οπτική. Το σχολείο αποτελεί φορέα κοινωνικοποίησης που προωθεί, στηρίζει και αναπαράγει την κυρίαρχη άποψη για το πώς πρέπει και πώς δεν πρέπει να συμπεριφέρονται τα δύο φύλα και δομεί ηγεμονικές ανδρικές και γυναικείες ταυτότητες. Με βάση τη λογική αυτή, οι αντιλήψεις για τη βία και την επιθετικότητα που επικρατούν στο σχολικό χώρο και εκφράζονται από τους μαθητές και τις μαθήτριες, αποτελούν μηνύματα κεντρικής σημασίας, τόσο για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η επιθετική συμπεριφορά συνδέεται με το ένα ή το άλλο φύλο, όσο και για τη δόμηση και αναδόμηση των ταυτοτήτων φύλου. Στη βιβλιογραφία συναντά κανείς διάφορα κενά, όσον αφορά την έρευνα για τη σχολική βία και για τη σύνδεσή της με συγκεκριμένες ταυτότητες και κουλτούρες του φύλου. Στην παρούσα εισήγηση γίνεται μια συνολική θεώρηση του ερευνητικού προγράμματος ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ που στοχεύει στη μελέτη του φαινομένου της σχολικής βίας, συνδέοντάς το με τη διαμόρφωση των ταυτοτήτων φύλου και των εθνικών ταυτοτήτων και επιχειρώντας να διεισδύσει στις διαδικασίες κοινωνικής κατασκευής του θύματος και του θύτη.

01-12-2005 (Υποέργο: 21950)
Μ. Παπαθανασίου & Α. Ψάλτη, "Διερευνώντας τη Βία και τη Θυματοποίηση στο Σχολικό Πλαίσιο: Μια Πρώτη Προσπάθεια Προσδιορισμού & Ορισμού του Φαινομένου", 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο (με διεθνή συμμετοχή) Ψυχολογικής Έρευνας της ΕΛΨΕ. Γιάννενα: 1-4 Δεκεμβρίου 2005.

Περίληψη
Το φαινόμενο της βίας και του εκφοβισμού στα σχολεία, αν και αποτελεί ένα ιδιαίτερα διαδεδομένο φαινόμενο σε ολόκληρο τον κόσμο, έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των Ελλήνων ερευνητών μόλις την τελευταία πενταετία. Οι λιγοστές έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα αναφέρουν ποσοστά εκδήλωσης του φαινομένου στην Ελλάδα που συμφωνούν με εκείνα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Στην παρούσα εισήγηση παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της πιλοτικής έρευνας που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του ευρύτερου ερευνητικού προγράμματος με στόχο τη μελέτη του φαινομένου της βίας και του εκφοβισμού στο ελληνικό σχολείο. Με την πιλοτική έρευνα γίνεται προσπάθεια να δοθούν απαντήσεις σε δύο βασικά ερωτήματα: (α) πώς ορίζουν μαθητές και μαθήτριες το φαινόμενο του εκφοβισμού στο σχολείο και (β) κατά πόσο συνδέεται το φαινόμενο αυτό με τη διαμόρφωση της ταυτότητας του φύλου. Στην έρευνα πήραν μέρος 207 μαθητές και μαθήτριες από δύο δημόσια σχολεία Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και δύο δημόσια σχολεία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης περιοχών της Βόρειας και Κεντρικής Ελλάδας. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο εκφοβισμός είναι ένα υπαρκτό φαινόμενο στα ελληνικά σχολεία, το οποίο αναγνωρίζεται και περιγράφεται από τους μαθητές και τις μαθήτριες. Επιπλέον, αποτελεί φαινόμενο που συνδέεται, ως επί το πλείστον, με την ανδρική ταυτότητα.

01-12-2005 (Υποέργο: 21950)
Κ. Κωνσταντίνου, Μ. Παπαθανασίου & Κ. Ζαφειρόπουλος, "Διερευνώντας τη Βία και τη Θυματοποίηση στο Σχολικό Πλαίσιο: Κάποια Δεδομένα από την Ποσοτική Έρευνα", 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο (με διεθνή συμμετοχή) Ψυχολογικής Έρευνας της ΕΛΨΕ. Γιάννενα: 1-4 Δεκεμβρίου 2005.

Περίληψη
Στην παρούσα εισήγηση παρουσιάζονται τα πρώτα αποτελέσματα από την ποσοτική διερεύνηση του φαινομένου της σχολικής βίας και του εκφοβισμού στα ελληνικά σχολεία στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος Πυθαγόρας, με τίτλο "Εθνικές Ταυτότητες, Ταυτότητες Φύλου και Σχολική Βία". Πιο συγκεκριμένα, μέσα από τα αποτελέσματα της ποσοτικής έρευνας γίνεται μια προσπάθεια να παρουσιαστεί το φαινόμενο της σχολικής βίας και του εκφοβισμού έτσι όπως γίνεται κατανοητό από τους μαθητές και τις μαθήτριες της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. 1838 μαθητές και μαθήτριες Γυμνασίων και Λυκείων από δημόσια σχολεία ολόκληρης της επικράτειας που επιλέχτηκαν με τη μέθοδο της πολυεπίπεδης δειγματοληψίας, συμπλήρωσαν ερωτηματολόγιο με τίτλο "Η Ζωή στο Σχολείο". Το ερωτηματολόγιο κατασκευάστηκε για τις ανάγκες τις έρευνας και βασίστηκε κυρίως στα ερωτηματολόγια: The Revised Olweus Bully/Victim Questionnaire &#8211; Senior (1996) και Pro-Victim Scale (PVS) των Rigby & Slee (1991), τα οποία μεταφράστηκαν και προσαρμόστηκαν στην ελληνική πραγματικότητα από την ερευνητική ομάδα. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού γίνεται αντιληπτό από τους μαθητές και τις μαθήτριες των ελληνικών Γυμνασίων και Λυκείων ως ένα φαινόμενο με πολλές μορφές και διαστάσεις. Επιπλέον, φαίνεται ότι οι περισσότεροι μαθητές/τριες έχουν γίνει μάρτυρες διαφόρων μορφών εκφοβισμού, ενώ σε ποσοστό 10% μαθητές και μαθήτριες δηλώνουν ότι συστηματικά εκφοβίζονται λεκτικά ή με τη διάδοση φημών εις βάρους τους, ή/και παρενοχλούνται σεξουαλικά.

01-12-2005 (Υποέργο: 21950)
Χ. Αθανασιάδου, "Διερευνώντας τη Βία και τη Θυματοποίηση στο Σχολικό Πλαίσιο: Μαθητές και Μαθήτριες Μιλούν για το Φαινόμενο - Τα Δεδομένα της Ποιοτικής Έρευνας", 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο (με διεθνή συμμετοχή) Ψυχολογικής Έρευνας της ΕΛΨΕ. Γιάννενα: 1-4 Δεκεμβρίου 2005.

Περίληψη
Στην παρούσα εργασία παρουσιάζονται τα πρώτα αποτελέσματα από τις ομαδικές συνεντεύξεις εστίασης με μαθητές και μαθήτριες, οι οποίες διεξήχθησαν στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος Πυθαγόρας, με τίτλο "Εθνικές Ταυτότητες, Ταυτότητες Φύλου και Σχολική Βία". Οι ομαδικές συνεντεύξεις συμπληρώνουν τα δεδομένα της αντίστοιχης ποσοτικής μελέτης, καθώς προσφέρουν τη δυνατότητα διερεύνησης των απόψεων, των στάσεων και των εμπειριών των μαθητών-τριών σε σχέση με το θέμα της έρευνας στη γλώσσα των ίδιων των συμμετεχόντων. Επιπλέον, περιλαμβάνουν ερωτήματα που δεν υπάρχουν στο σχετικό ερωτηματολόγιο, όπως ποια είναι τα αίτια της συμπεριφοράς εκφοβισμού και τι πιστεύουν μαθητές και μαθήτριες ότι μπορεί να γίνει στο σχολείο τους για να μειωθούν αυτού του είδους τα περιστατικά. Συνολικά, διεξήχθησαν 16 ομαδικές συνεντεύξεις, δύο σε κάθε σχολείο &#8211; μία ομάδα με αγόρια και μία με κορίτσια. Τα 8 σχολεία συμπεριλάμβαναν τρία σχολεία στην Αθήνα, δύο στη Θεσσαλονίκη, ένα σε μια τουριστική περιοχή (Ρόδος), ένα σε μια αγροτική περιοχή (Φάρσαλα) και ένα σε μια επαρχιακή πόλη (Κόνιτσα). Η ομοιογένεια των συμμετεχόντων ως προς το φύλο ενίσχυσε την αλληλεπίδραση των μελών της ομάδας, ενώ οι διαφορετικές ομάδες, ανά περιοχή, διευκόλυναν τη συλλογή ποικίλων απόψεων και εμπειριών σε σχέση με το θέμα της έρευνας.

01-12-2005 (Υποέργο: 21950)
Σ. Κασάπη, Ε. Λαλούμη-Βιδάλη & Α. Ψάλτη, "Διερευνώντας τη Βία και τη Θυματοποίηση στο Σχολικό Πλαίσιο: Η Περίπτωση της Προσχολικής Αγωγής", 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο (με διεθνή συμμετοχή) Ψυχολογικής Έρευνας της ΕΛΨΕ. Γιάννενα: 1-4 Δεκεμβρίου 2005.

Περίληψη
Το φαινόμενο της σχολικής βίας και του εκφοβισμού έχει ευρέως μελετηθεί σε πολλές χώρες του κόσμου, ιδιαίτερα όσον αφορά τα παιδιά της σχολικής και εφηβικής ηλικίας. Ωστόσο, ελάχιστες είναι οι έρευνες του φαινομένου στα πλαίσια της προσχολικής αγωγής, παρόλο που η προσχολική ηλικία φαίνεται να είναι η περίοδος κατά την οποία δημιουργούνται οι βάσεις για την εκδήλωση του εκφοβισμού σε μεγαλύτερες ηλικίες. Έρευνες από τη διεθνή βιβλιογραφία δείχνουν ότι τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας μπορεί να είναι τόσο οι θύτες όσο και τα θύματα σε καταστάσεις εκφοβισμού. Ωστόσο, αυτό που προβληματίζει τους ερευνητές είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να μελετηθεί το φαινόμενο του εκφοβισμού στην προσχολική ηλικία, δεδομένου του ότι οι γνωστικοί και λεκτικοί περιορισμοί των παιδιών αυτής της ηλικίας δεν επιτρέπουν τη χρήση των συνηθισμένων μεθοδολογικών προσεγγίσεων (π.χ., ερωτηματολόγια). Στην παρούσα εισήγηση γίνεται μια πρώτη συζήτηση των προβληματισμών που προκύπτουν σχετικά με τη μελέτη του εκφοβισμού σε χώρους προσχολικής αγωγής και παρουσιάζονται τα πρώτα αποτελέσματα από την πιλοτική μελέτη του φαινομένου σε χώρους προσχολικής αγωγής της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλονίκης.

15-07-2005 (Υποέργο: 21950)
Anastasia Psalti , Maria Papathanassiou , Katerina Konstantinou, Vassiliki Deliyanni, "Studying Bullying in Greek Schools: A First Attempt at Identifying and Defining the Phenomenon", Ανακοίνωση στο ΧΧVΙΙ ΙSPA Colloquium, Ιούλιος 2005, Αθήνα, Ελλάδα.

Περίληψη
Bullying in schools is a widespread phenomenon around the world; however, only recently it has attracted the interest of the scientific community and the academia in Greece. The few studies that have been conducted so far report that incidence rates appear broadly in line with other European studies. This study is part of a large-scale research project funded by the Greek Ministry of Education, which aims at studying the phenomenon of school violence in Greek schools in relation to the formation of gender and cultural identity, attempting at the same time to look into the process of the social construction of both perpetrators (victimizers) and victims. This is a pilot study that makes a first attempt at determining which are the terms used by Greek students to describe bullying in school and whether it is related to the formation of gender identity. Two hundred and seven students from 2 public elementary schools and 2 public secondary schools in Northern and Midland Greece participated in the pilot study. The results indicate that bullying is a widespread phenomenon in Greek schools, which is easily identified and described by students as well as considered related with the male identity.

00-00-0000 (Υποέργο: 21950)
Κ. Κωνσταντίνου, Μ. Παπαθανασίου, Α. Ψάλτη & Κ. Ζαφειρόπουλος, "Διερευνώντας τον εκφοβισμό στα ελληνικά σχολεία"

Περίληψη
Η έρευνα αποτελεί μέρος ενός ερευνητικού προγράμματος χρηματοδοτούμενο από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, με στόχο τη μελέτη του φαινομένου του εκφοβισμού στα Ελληνικά σχολεία και τη σχέση του με το σχηματισμό των ταυτοτήτων φύλου. Επίσης, διερευνά τις διαδικασίες κατασκευής των ταυτοτήτων των θυτών και των θυμάτων. Τρεις χιλιάδες οκτακόσιοι εβδομήντα πέντε μαθητές/ήτριες Δημοτικών, Γυμνασίων και Λυκείων όλης της χώρας συμμετείχαν στην έρευνα συμπληρώνοντας ένα Ερωτηματολόγιο, που κατασκευάστηκε με βάση τις κλίμακες Revised Olweus Bully/Victim Questionnaire - Senior (1996) and the Pro-Victim Scale (PVS) of Rigby & Slee (1991). Βρέθηκε ότι 1 στους 10 μαθητές εμπλέκεται σε συστηματική βάση σε περιστατικά εκφοβισμού, είτε ως θύμα είτε ως δράστης. Τα περιστατικά εκφοβισμού συμβαίνουν σε απομονωμένους χώρους στο σχολείο και, τις περισσότερες φορές, ούτε οι θύτες ούτε τα θύματα τα αναφέρουν σε κανένα. Η εμπλοκή σε περιστατικά εκφοβισμού παρατηρείται συχνότερα στα αγόρια και συνδέεται με την ανάπτυξη της ανδρικής ταυτότητας. Η ανάγκη ανάληψης δράσεων και πρωτοβουλιών που στοχεύουν στη μηδενική ανοχή απέναντι στη σχολική βία και τον εκφοβισμό είναι πιο επείγουσες από ποτέ.

23-08-2008 (Υποέργο: 80894)
Aretouli, E., Kosmidis, M. H., Ioannidis, P., & Taskos, N., "Why do behavioural disturbances appear in frontotemporal dementia? The role of social cognition and executive functions", Poster accepted to the 12th Congress of the European Federation of Neurological Societies, Madrid, Spain, August 23-26, 2008

Περίληψη
Frontal variant frontotemporal dementia (fv-FTD) is a neurodegenerative disease characterized predominately by behavioural disorders and changes in interpersonal behaviour. These symptoms are suggestive of impairments in aspects of social cognition and particularly in emotion perception and theory of mind. Moreover, the role of executive dysfunction in behavioural disturbances in neurological patients has been underlined by several investigators. We explored social cognition and executive functions in FTD in order to understand why behavioural disturbances occur in this disorder. Sixteen patients with fv-FTD and 15 age- and education-matched healthy controls were administered tasks assessing aspects of social cognition: emotion perception, both 1st and 2nd order theory of mind, and executive functions (Trail Making Test, Stroop Colour and Word Test and the Wisconsin Card Sorting Test). Behavioural disturbances were assessed using the Frontal Behavioural Inventory (FBI). FTD patients performed more poorly than their respective control group on tasks assessing emotion perception (p<.001), both 1st (p<.001) and 2nd order (p<.001) theory of mind tasks. Executive dysfunction was also evident (p<.001). Performance on measures of executive functions correlated significantly with specific cognitive disturbances, as indicated by responses to the FBI, namely, inflexibility, disorganization and inattention. Similarly, deficits in emotion perception correlated significantly with behavioural disturbances, namely, apathy, emotional flattening and loss of insight. Our results highlight the role that specific aspects of social cognition and executive functions may play in the manifestation of FTD symptoms and help to clarify the way in which behavioural disturbances present early in the course of the disorder

30-11-2007 (Υποέργο: 80894)
Αρετούλη, E., Κοσμίδου, M.-E., Ιωαννίδης, Π, & Τάσκος, Ν., "Αξιολογώντας την αντίληψη συναισθημάτων στη μετωποκροταφική άνοια: Αντιληπτικές μειονεξίες ή αναποτελεσματική στρατηγική;", Ανακοίνωση στο 18ο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας για τις Νευροεπιστήμες, Θεσσαλονίκη, 30 Νοεμβρίου-1 Δεκεμβρίου, 2007

Περίληψη
Η μετωπιαία μορφή της μετωποκροταφικής άνοιας (μμ-ΜΚΑ) είναι μια νευροεκφυλιστική νόσος που χαρακτηρίζεται από συμπεριφορικές διαταραχές όπως απάθεια, επίπεδο συναίσθημα και απώλεια της ενσυναίσθησης που υποδηλώνουν διαταραχές στην επεξεργασία του συναισθήματος. Η εξασθένηση στην αντίληψη συναισθημάτων σε δοκιμασίες με φωτογραφίες προσώπων είναι ένα από τα πρώιμα συμπτώματα της νόσου. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, καμιά δημοσιευμένη μελέτη δεν έχει αποκλείσει την πιθανότητα η χαμηλή επίδοση στην αντίληψη συναισθημάτων στις φωτογραφίες προσώπων να οφείλεται στη γενικευμένη αντιληπτική εξασθένηση που παρατηρείται κάποιες φορές στη μμ-ΜΚΑ Εξετάσαμε την αντίληψη των συναισθημάτων στις εκφράσεις προσώπου σε 15 ασθενείς με διάγνωση μμ-ΜΚΑς και δέκα υγιείς ενηλίκους. Η δοκιμασία μας αποτελείται από δύο μέρη: α) Ταύτιση Προσώπων (ΤΠ) (ταύτιση της φωτογραφίας-στόχου με μία από 3 επιλεγμένες φωτογραφίες ως προς την ταυτότητα του εικονιζόμενου) και β) Ταύτιση Συναισθημάτων (ΤΣ) (ταύτιση της φωτογραφίας-στόχου με μία από 3 επιλεγμένες φωτογραφίες που εκφράζουν ένα από τα έξι βασικά συναισθήματα με κριτήριο τη συναισθηματική κατάσταση του εικονιζόμενου). Οι ασθενείς με μμ-ΜΚΑ είχαν πιο χαμηλές επιδόσεις και στις δύο δοκιμασίες. Επαναλάβαμε τη σύγκριση των δύο ομάδων ως προς τη δοκιμασία ΤΣ εισάγοντας ως συμμεταβλητή την επίδοση στη δοκιμασία ΤΠ. Η διαφορά των δύο ομάδων ως προς τη ΤΣ δεν άγγιξε τη στατιστική σημαντικότητα (p=.06), αποκαλύπτοντας ότι η διαφορά που παρατηρήθηκε αρχικά θα μπορούσε να εξηγηθεί από μια γενικότερη δυσκολία των ασθενών να αντιληφθούν τα πρόσωπα. Μια παρόμοια σύγκριση της επίδοσης των δύο ομάδων σε μια δοκιμασία οπτικοχωρικής ικανότητας, ανέδειξε χαμηλότερες επιδόσεις στην ομάδα των ασθενών. Ωστόσο, όταν η βαθμολογία αυτή εισήχθη ως συμμεταβλητή στη σύγκριση των ομάδων ως προς την αντιστοίχιση συναισθημάτων δεν προέκυψε σημαντική επίδραση του παράγοντα αυτού (p=.9). Οι ποιοτικές αναλύσεις των απαντήσεων των ασθενών στη δοκιμασία ΤΠ υποστηρίζουν τα ποσοτικά ευρήματά μας. Επιπλέον, υποδηλώνουν ότι οι ασθενείς χρησιμοποιούν αναποτελεσματικές στρατηγικές όπως την αντιστοίχιση με βάση εξωτερικά χαρακτηριστικά (π.χ., ?Και οι δύο φοράνε γυαλιά, άρα είναι το ίδιο άτομο.?). Σύμφωνα με τις υποθέσεις μας, οι ασθενείς με μμ-ΜΚΑ παρουσίασαν γενικευμένη έκπτωση στην αντίληψη των συναισθημάτων, η οποία εξηγείται από αντιληπτική εξασθένηση που είναι περιορισμένη στα πρόσωπα, και όχι σε γενική αντιληπτική εξασθένηση. Συγκεκριμένα, η εξασθένηση στην αντίληψη των συναισθημάτων στη μμ-ΜΚΑ, φαίνεται να αντανακλά τη χρήση αναποτελεσματικών στρατηγικών κατά την απόκριση, παρά μια αυτούσια αντιληπτική εξασθένηση. Αυτό το πρότυπο απαντήσεων είναι σύμφωνο με τη μετωπιαία δυσλειτουργία τους. Μελλοντικές μελέτες της αντίληψης συναισθημάτων στη μμ-ΜΚΑ πρέπει να λάβουν υπόψιν τους παράγοντες που συμβάλλουν στη χαμηλή επίδοση προκειμένου να προτείνουν μια έγκυρη θεωρία των γνωστικών μηχανισμών που εμπλέκονται στις καθημερινές τους δυσκολίες

30-11-2007 (Υποέργο: 80894)
Giannakou, M., Kosmidis, M. H., Bozikas, V. P., Garyfallos, G., & Fokas, K., "Comprehension of sarcasm, metaphor and hinting in schizophrenia.", Poster presented at the 18th Conference of the Hellenic Society for Neuroscience, Thessaloniki, November 30-December 1, 2007.

Abstract
Communication difficulties are considered a core deficit in schizophrenia, and are listed among the diagnostic criteria for the disorder. Presumably, such difficulties may exacerbate interpersonal problems, leading patients to greater social isolation. Numerous studies have explored these communication and social problems by studying patients? impaired ?theory of mind? (awareness of others? thoughts or emotional state as distinct from one?s own). Related to this is what is called pragmatic comprehension, the ability to go beyond the literal meaning of a phrase and extract its figurative meaning. We undertook the present study in order to explore difficulties in understanding sarcasm, metaphors and hinting among patients with schizophrenia. We examined 40 patients with schizophrenia in remission (32 males) and 30 healthy participants (24 males), matched on age, level of education and sex ratio. Our experiment comprised two conditions: 1) the Hinting Test (HT), consisting of six short stories involving two characters in each of which the scenario ended with one character dropping a very obvious hint. Participants were asked what the character really meant with what he or she said; 2) the Sarcasm & Metaphor Comprehension Test, consisting of 24 short stories involving one or two characters involved in a dialogue. Participants must judge if the final utterance in each scenario is suitable to the story and explain what the person meant by this utterance. The final utterance of these stories was meant to be interpreted sarcastically (six stories), metaphorically (six stories) or literally (six stories), while in the remaining stories, the final utterance had no meaning. Patients with schizophrenia performed more poorly on the HT than healthy participants [F(1,69)=23.281, p<.001]. When including the Literal Comprehension score as a covariate (since patients also performed more poorly on this condition relative to controls), the group difference for Sarcasm Comprehension was the only one that remained significant (p=.019). Our findings suggest that patients? difficulties in everyday communication are predominantly related to second-order theory of mind (irony and hinting comprehension), but not first-order (metaphor comprehension), and stress the need for social skills learning courses emphasizing the pragmatic use of language

09-11-2007 (Υποέργο: 80894)
Κοσμίδου, Μ., Γιαννακού, Μ., Αρετούλη, Ε., Μποζίκας, Β., & Ιωαννίδης, Π., "Μελέτη της εξασθένησης στην κοινωνική νόηση: Προεκτάσεις για την αποτελεσματικότερη ψυχοθεραπευτική παρέμβαση και λειτουργική έκβαση", Προφορική ανακοίνωση στο 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο του Κλάδου Κλινικής Ψυχολογίας και Ψυχολογίας της Υγείας της ΕΛΨΕ, Θεσσαλονίκη, 9-11 Νοεμβρίου, 2007

Περίληψη
Ο όρος κοινωνική νόηση αναφέρεται στην ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε, να επεξεργαζόμαστε σωστά και να συνάγουμε συμπεράσματα βασιζόμενοι σε κοινωνικά σήματα προκειμένου να αξιολογούμε τη συμπεριφορά, τις πεποιθήσεις και τα συναισθήματα των άλλων. Ασθενείς με διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος συχνά παρουσιάζουν διαταραχές στις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις που πιθανώς αποδίδονται σε εξασθένηση σε επιμέρους τομείς της κοινωνικής νόησης. Δύο χαρακτηριστικές ομάδες αποτελούν οι ασθενείς με σχιζοφρένεια και οι ασθενείς με μετωποκροταφική άνοια. Προκειμένου να μελετήσουμε την κοινωνική νόηση στις δύο αυτές ομάδες ασθενών, δημιουργήσαμε τη Δοκιμασία Αντίληψης Κοινωνικών Συμπερασμών για τον ελληνικό πληθυσμό. Η δοκιμασία εξετάζει: α. την ικανότητα αντίληψης συναισθημάτων, β. την κατανόηση παραλεκτικών στοιχείων σε διαλόγους με ειλικρινείς, με σαρκαστικές, ή με παράδοξες αναφορές και γ. την ικανότητα αξιοποίησης πληροφοριών του πλαισίου για την κατανόηση ενός σεναρίου, όπου μια ψευδής αναφορά εκφέρεται είτε σαρκαστικά είτε ως ψέμα. Στην έρευνα συμμετείχαν 27 ασθενείς με σχιζοφρένεια, δέκα ασθενείς με μετωπιαία άνοια και δύο αντίστοιχες ομάδες ελέγχου υγιών συμμετεχόντων. Και οι δύο ομάδες ασθενών σημείωσαν χαμηλότερη επίδοση σε σχέση με τις αντίστοιχες ομάδες ελέγχου ως προς την αντίληψη συναισθημάτων, την κατανόηση διαλόγων με σαρκαστικές και παράδοξες αναφορές και την κατανόηση ψευδών αναφορών, ενώ δεν διέφεραν ως προς την κατανόηση διαλόγων με ειλικρινείς πληροφορίες. Επιπλέον, οι ασθενείς με μετωπιαία άνοια δεν διέφεραν και ως προς την αξιοποίηση πληροφοριών πλαισίου για την κατανόηση του σαρκασμού. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων δύναται να συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση των νευρογνωστικών μηχανισμών που εμπλέκονται στις διεργασίες κοινωνικής νόησης αλλά και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν αυτοί οι ασθενείς στις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις.

25-08-2007 (Υποέργο: 80894)
Aretouli, E., Giannakou, M., Bozikas, V. P., Ioannides, P., Fokas, K., & Kosmidis, M. H., "Common Pattern of Emotion Perception in Schizophrenia and Frontotemporal Dementia?", Poster presented at the 11th Congress of the European Federation of Neurological Societies, Brussels, Belgium, August 25-28, 2007

Abstract
Impaired emotion perception is commonly found in patients with frontal lobe dysfunction and, thus, has been implicated in their poor social functioning [1, 2]. We sought to explore the nature of this impairment further by comparing two groups of patients known for their frontal involvement, namely, patients with schizophrenia and patients with frontotemporal dementia. In contrast to previous studies, which primarily used static photographs of emotional facial expressions, we chose to develop and use dynamic stimuli, which more closely approximate real-life situations. We have so far assessed 21 patients with schizophrenia and eight patients with early-stage frontotemporal dementia, as well as their respective groups of healthy controls. Our task (part of a larger battery of tests that we created) [3] consisted of 21 videotaped stimuli presenting both facial and vocal expressions as actors recited sentences of a neutral content while expressing one of the six basic emotions (e.g., happiness, sadness, anger, fear, surprise, disgust). Both patient groups performed more poorly than their respective control groups overall, and particularly on some of the emotions portrayed. A qualitative pattern analysis of errors revealed the tendency for patients with schizophrenia to mistake disgust for fear, surprise for happiness and fear for disgust or sadness. In contrast, in the frontotemporal group, positive emotions sometimes triggered a negative emotion response (e.g., fear instead of happiness), while disgust, anger and fear were often confused with each other, with anger being the most prevalent answer, and surprise was sometimes mislabelled as happy. Sadness was also repeatedly chosen by one patient in this group for most negative emotions. We discuss the implications of these discrepant patterns of findings between the two patient groups for understanding the pathophysiology of their disorder

04-08-2007 (Υποέργο: 80894)
Giannakou, M., Kosmidis, M. H., Bozikas, V. P., Aretouli, E., & Fokas, K., "Developing a visual test examining mentalizing abilities for psychiatric and neurological patients", Poster presented at the Mid-year Meeting of the International Neuropsychological Society, Bilbao, Spain, July 4-7, 2007

Abstract
The ability to infer the mental state of others in order to predict and explain their behavior is referred to as mentalizing ability (MA). We sought to test the clinical and research appropriateness of a task exploring MA in psychiatric and neurological patients. We developed a cartoon test (Visual Theory of Mind Test; VToM), comprising 22 cards depicting short stories. After decoding the meaning of each story, participants had to choose which of the alternative cards for each story provided a logical ending. Four stories required first order ToM (how the protagonist will act having a false belief for a situation), six stories required attribution of intention (what the protagonist is thinking of doing) and six stories required attribution of desire (what the protagonist is going to do after perceiving another person?s desire). The remaining six stories were included as a control task, to test story comprehension without any MA. We administered the VToM to 35 healthy participants and 12 patients with schizophrenia.The ToM stories were also administered to 10 patients with frontotemporal dementia (age: M=, SD=). Our healthy participants had an accuracy rate >70% on 21 story-items. Both patient groups performed more poorly than healthy controls on 1st order ToM. Also, schizophrenic patients? performance pattern differentiated them from controls, as they had the lowest accuracy on ToM stories. We suggest that the VToM test can be a reliable test for assessing MA in clinical populations.

03-05-2007 (Υποέργο: 80894)
Giannakou, M., Aretouli, E., & Kosmidis, M. H. Examining the cultural appropriateness of the ?Reading the Mind in the Eyes Test?: Preliminary data from a Greek sample. Poster presented at the 9th European Conference on Psychological Assessment & 2nd International Conference of the Psychological Society of Northern Greece, Θεσσαλονίκη, 3-6 Μαΐου, 2007

Περίληψη
Perceiving complex mental states in others constitutes an essential ability for daily social interactions. The ?Reading the Mind in the Eyes Test? (Baron-Cohen et al., 1997) is an advanced theory of mind test, examining the perception of complex mental states based on emotional expressions indicated by a person?s eyes alone. We examined 54 healthy young adults, to whom we presented a series of 36 photographs of the eye region of the face expressing an emotion. Participants were asked to choose among four words describing a complex mental state (e.g., disappointed, regretful, flirtatious). Only one of these words correctly identified the mental state of the person in the photo, while the others were foils. Overall mean performance was 24.81 (SD=3.16) correct responses (68.93%). Inter-item reliability was modest (Cronbach?s α=.324). According to the Baron-Cohen (2001) guidelines, we excluded 11 items in which the target word was not selected by at least 50% of the participants and in which more than 25% of the participants had selected a foil. The new 25-item task yielded a mean of 19.46 (SD=2.56) correct responses (77.85%). The inter-item reliability of the test improved, but was still modest (Cronbach?s α=.408). Our results highlight the need for assessing the cultural appropriateness of tests developed in other countries, especially for those tests assessing aspects of social cognition. Given the importance of examining social perception abilities, we further suggest the substitution of the 11 excluded items with new items in order to make the test more appropriate for the Greek population.

18-04-2007 (Υποέργο: 80894)
Κοσμίδου, Μ., Αρετούλη, Ε., Γιαννακού, Μ., Ιωαννίδης, Π., Μποζίκας, Β., "Εξετάζοντας την κοινωνική νόηση σε ασθενείς με σχιζοφρένεια και σε ασθενείς με μετωπιαία άνοια", Προφορική ανακοίνωση στο 11ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ψυχολογικής Έρευνας, Ρέθυμνο Κρήτης, 18-22 Απριλίου, 2007

Περίληψη
Ο όρος κοινωνική νόηση αναφέρεται στην ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε, να επεξεργαζόμαστε σωστά και να συνάγουμε συμπεράσματα βασιζόμενοι σε κοινωνικά σήματα προκειμένου να αξιολογούμε τη συμπεριφορά, τις πεποιθήσεις και τα συναισθήματα των άλλων. Ασθενείς με διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος συχνά παρουσιάζουν διαταραχές στις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις που πιθανώς αποδίδονται σε εξασθένηση επιμέρους τομέων της κοινωνικής νόησης. Δύο χαρακτηριστικές ομάδες αποτελούν οι ασθενείς με σχιζοφρένεια και οι ασθενείς με μετωποκροταφική άνοια. Προκειμένου να μελετήσουμε την κοινωνική νόηση στις δύο αυτές ομάδες ασθενών, δημιουργήσαμε τη Δοκιμασία Αντίληψης Κοινωνικών Συμπερασμών για τον ελληνικό πληθυσμό. Η δοκιμασία εξετάζει: α. την ικανότητα αντίληψης συναισθημάτων, β. την κατανόηση παραλεκτικών στοιχείων σε διαλόγους με ειλικρινείς, σαρκαστικές, ή παράδοξες αναφορές και γ. την ικανότητα αξιοποίησης πληροφοριών πλαισίου για την κατανόηση ενός σεναρίου, όπου μια ψευδής αναφορά εκφέρεται είτε σαρκαστικά είτε ως ψέμα. Στην έρευνα συμμετείχαν 27 ασθενείς με σχιζοφρένεια, δέκα ασθενείς με μετωπιαία άνοια και δύο αντίστοιχες ομάδες ελέγχου υγιών συμμετεχόντων. Και οι δύο ομάδες ασθενών σημείωσαν χαμηλότερη επίδοση συγκριτικά με τις αντίστοιχες ομάδες ελέγχου ως προς την αντίληψη συναισθημάτων, την κατανόηση διαλόγων με σαρκαστικές και παράδοξες αναφορές και την κατανόηση ψευδών αναφορών, ενώ δεν διέφεραν ως προς την κατανόηση διαλόγων με ειλικρινείς πληροφορίες. Επιπλέον, οι ασθενείς με μετωπιαία άνοια δεν διέφεραν και ως προς την αξιοποίηση πληροφοριών πλαισίου για την κατανόηση του σαρκασμού. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων δύναται να συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση των νευρογνωστικών μηχανισμών που εμπλέκονται στις διεργασίες κοινωνικής νόησης αλλά και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι ασθενείς στις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις

18-10-2006 (Υποέργο: 80894)
Kosmidis, M. H., Aretouli, E., & Giannakou, M., "Social cognition in frontotemporal dementia and schizophrenia", Paper presented at the 2nd Conference of the European Neuropsychological Societies, Toulouse, France, October 18-20, 2006

Abstract
Successful social interaction depends on a variety of skills, which, as a whole are commonly referred to as social cognition. One of aspect of social cognition is the ability to perceive the emotions of another person with respect to the social context, so that we might adjust our behavior in a way that would facilitate this interaction. Another component is the ability to perceive others? intentions and beliefs, what is known as ?theory of mind?. A final component is the ability to behave in a way that is appropriate to the context or situation; this may include the ability to inhibit an inappropriate behavior. Given the changes in behavior and personality observed in patients with various disorders of the central nervous system, we investigated the three components of this complex ability. More specifically, we studied social cognition in patients with frontotemporal dementia and in those with schizophrenia, since these patient groups are known for their deficits in social functioning. In this presentation, we will discuss our approach to studying these skills, including the development of new tools appropriate for the Greek population. These tools include tests designed to assess the perception of sarcasm, emotion, deception, and humor, in addition to the more traditional neuropsychological tests of executive functioning. In addition, we will present preliminary data from patients in both groups, highlighting the discrepancies between the performance patterns of the two groups of patients. More specifically, the poor performance of patients with frontotemporal dementia on emotion perception tasks and scenarios tapping into theory of mind appears to be related in part to their tendency to perseverate on their responses and a generalized difficulty to specify the emotion (even when given a forced choice format), as well as to difficulty inferring the unspoken implications of another person?s statements in brief social scenarios. Similarly, patients with schizophrenia also present difficulties in perceiving emotions (not attributable to perseveration), while giving incorrect responses and often deviating from the choices available to them. Despite their often intact comprehension of a series of brief social scenarios, they had difficulty with questions relating to theory of mind (?What did Maria think that Nick meant by what he said??), with particular difficulty perceiving deception, but not irony, while they often attributed to the speaker in the scenarios unusual intentions. Finally, we will discuss the implications of our findings for understanding the neurocognitive mechanisms involved in these processes, and how they might relate to the patients? difficulties with daily functioning.

16-08-2006 (Υποέργο: 80894)
Aretouli, E., & Kosmidis, M. H., "Cultural differences on Wisconsin Card Sorting Test performance: What do neuropsychological tests really measure?", Poster presented at the International Congress on Applied Psychology, Athens, July 16-21, 2006.

Abstract
The dearth of neuropsychological measures developed outside English-speaking countries has led to the indiscriminant use of tests developed primarily in the U.S., Canada, and Britain, while overlooking the potential inappropriateness of this approach. While the need for culture-specific norms is both obvious and undisputed, the implications of cross-cultural differences in norms on particular tests have not been explored adequately. In an attempt to explore the cultural appropriateness of a widely used neuropsychological tool, we administered the Wisconsin Card Sorting Test (WCST) to over 200 healthy adults in Greece. We then compared data from our sample to same age and education level groups from the WCST manual (Heaton, 1981) tables of norms. This comparison yielded lower scores in the Greek, relative to the age and education matched, American groups on most test variables: errors (%), perseverative responses (%), perseverative errors (%), conceptual level responses (%), total number of trials, and number of categories completed. We discuss possible interpretations of this discrepancy, considering differences in formal schooling with respect to familiarity with testing situations, intrinsic motivation to achieve or compete and emphasis on creativity and flexibility in thinking versus adherence to repetition and mastering of what is known or given

27-05-2006 (Υποέργο: 80894)
Aretouli, E., Ioannides, P., Kosmidis, M., Aggelou, A., & Milonas, I., "Measuring behavioural disturbance in dementia: The utility of the Frontal Behavioural Inventory (FBI) for Greek patients", Poster presented at the 16th Meeting of the European Neurological Society, Lausanne, May 27-31, 2006

Abstract
Background/Objectives: The Frontal Behavioural Inventory (FBI; Kertesz et al., 1997) was developed based on the Diagnostic Criteria for Frontotemporal Dementia (FTD) as a tool for diagnosing this disorder and differentiating it from other types of dementia. Unlike other types of dementia, the diagnosis of FTD depends mainly on the evaluation of behavioural and personality changes. Two main types of behaviour are measured: negative behaviours, such as apathy and emotional indifference, and behaviours resulting from disinhibition or excessive ?normal? behaviours, such as hyperorality and perseveration. Our main objective was to record the most frequent behavioural disturbances that occur in two different groups of patients with dementia, those with FTD and those with Alzheimer?s Disease (AD). Our second objective was to examine whether FBI is a reliable measure for the differential diagnosis of FTD for Greek patients. Methods: We administered the FBI to relatives/care-givers of patients diagnosed as suffering from FTD (n=13) or AD (n=14), without the patients? presence. The duration of illness was estimated according to medical records and care-givers? reports. The two groups of patients did not differ with respect to the duration of illness (p>.05). Results: FTD patients scored significantly higher on the FBI in comparison to AD patients (p=.000). The most frequently reported behavioural disturbances in FTD patients were both negative behaviours as well as behaviours resulting from disinhibition. Specifically, most prominent were perseverative behaviours (all FTD caregivers reported some kind of perseverative behaviour), followed by personal neglect (reported by 75% of the care-givers) verbal apraxia (75%) and hyperorality (75%). The aforementioned behaviours differentiated the two patient groups. AD patients presented negative behaviours, such as aspontaneity and apathy (reported in varying degrees by all care-givers), more frequently than FTD patients, but this difference did not reach statistical significance. Conclusion: The present results highlight the importance of behavioural observations and care-givers? reports in distinguishing between possible dementing conditions. FBI, based on care-givers? reports, appears to be a useful inventory for differential diagnosis between AD and FTD. Finally, our preliminary data confirm the usefulness of FBI in recording behavioural disturbances in FTD patients in Greece.

01-02-2006 (Υποέργο: 80894)
Giannakou, M., Bozikas, V. P., Fantie, B. D., Karavatos, A., Fokas, K., & Kosmidis, M. H., "The impact of social context on facial emotion perception in schizophrenia and bipolar disorder", Poster presented at the 34th Annual Meeting of the International Neuropsychological Society, Boston, MA, USA, February 1-4, 2006

Περίληψη
Οι περισσότερες μελέτες για την αντίληψη συναισθημάτων σε ψυχιατρικούς ασθενείς περιορίζονται στην αναγνώριση συναισθηματικών εκφράσεων από φωτογραφίες όπου κάποιο πρόσωπο απεικονίζεται ακίνητο. Προκειμένου να επεκτείνουμε αυτά τα ευρήματα και να προσεγγίσουμε περισσότερο το πλαίσιο στο οποίο γίνεται συνήθως αντιληπτή η συναισθηματική έκφραση των άλλων, χορηγήσαμε τη δοκιμασία Fantie?s Affective Cartoon Test (FACT) σε 35 ασθενείς με σχιζοφρένεια, σε 19 νορμοθυμικούς ασθενείς με διπολική διαταραχή και σε 41 υγιείς συμμετέχοντες που αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου. Η δοκιμασία αυτή χορηγείται σε υπολογιστή και περιλαμβάνει 57 εικόνες που απεικονίζουν καθημερινές ιστορίες-σενάρια. Σε κάθε σενάριο λείπει το πρόσωπο του πρωταγωνιστή και ο εξεταζόμενος θα πρέπει, αφού αποκωδικοποιήσει και ερμηνεύσει το σενάριο, να επιλέξει μία από τις δεδομένες συναισθηματικές εκφράσεις που ταιριάζει περισσότερο στο πρόσωπο που λείπει. Υπήρχαν τρεις συνθήκες καταστάσεων-σεναριών: οι «μη-κοινωνικές» (που απεικονίζουν μόνο ένα άτομο), οι «κοινωνικά συγκλίνουσες» (που απεικονίζουν περισσότερα από ένα άτομα και στις οποίες ο πρωταγωνιστής θα έπρεπε να έχει την ίδια συναισθηματική έκφραση με τα άλλα άτομα της σκηνής) και οι «κοινωνικά αποκλίνουσες» (όπου ο πρωταγωνιστής θα έπρεπε να έχει διαφορετική έκφραση από τα άλλα άτομα της σκηνής). Συνολικά, και οι δύο ομάδες ασθενών είχαν χαμηλότερη επίδοση σε σχέση με τους υγιείς συμμετέχοντες, και ιδιαίτερα κατά την αντίληψη σκηνών που σχετίζονταν με τα συναισθήματα της λύπης, του θυμού και του φόβου. Είχαν επίσης χαμηλότερη επίδοση από τους υγιείς συμμετέχοντες αναφορικά με τις «κοινωνικά συγκλίνουσες» και τις «μη-κοινωνικές» συνθήκες, ενώ δεν διέφεραν ως προς τις «κοινωνικά αποκλίνουσες» συνθήκες. Επιπλέον, οι ασθενείς με σχιζοφρένεια και οι νορμοθυμικοί ασθενείς με διπολική διαταραχή παρουσίασαν έλλειμμα στην αναγνώριση συναισθηματικών εκφράσεων μέσω των καθημερινών σεναρίων, και ιδιαίτερα των αρνητικών συναισθημάτων. Ακόμα, φάνηκε να μην επωφελούνται από το κοινωνικό πλαίσιο, υποδεικνύοντας κάποιες δυσκολίες στο χειρισμό διαθέσιμων πληροφοριών πλαισίου. Τα ευρήματα αυτά είναι συνεπή με προηγούμενες έρευνες που χρησιμοποίησαν μόνο φωτογραφίες όπου κάποιο πρόσωπο απεικονίζεται ακίνητο, και επεκτείνουν τις γνώσεις μας υποδεικνύοντας τη διαφορετική επίδραση που ασκεί σε ασθενείς και υγιείς συμμετέχοντες το κοινωνικό πλαίσιο κατά την αντίληψη συναισθημάτων.

01-12-2005 (Υποέργο: 80894)
Αρετούλη, Ε. & Κοσμίδου Μ. Ελληνικές νόρμες για τη Δοκιμασία Ταξινόμησης Καρτών του Wisconsin. Αναρτημένη ανακοίνωση στο 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ψυχολογικής Έρευνας «Η Ψυχολογία απέναντι στις προ(σ)κλήσεις του σήμερα», Γιάννενα, 1-4 Δεκεμβρίου 2005

Περίληψη
Δεδομένης της επίδρασης πολιτισμικών παραγόντων στην επίδοση σε νευροψυχολογικά εργαλεία, δημιουργήσαμε νόρμες για τη Δοκιμασία Ταξινόμησης Καρτών του Wisconsin (WCST) για τον ελληνικό πληθυσμό. Η WCST εκτιμάει την αφηρημένη σκέψη, την ικανότητα σχηματισμού και διατήρησης εννοιολογικού κριτηρίου, τη χρήση γνωστικών στρατηγικών σε μεταβαλλόμενες συνθήκες, τη χρήση ανατροφοδότησης από το περιβάλλον καθώς και τη νοητική ευελιξία. Η WCST παρέχει αντικειμενικά αποτελέσματα, όχι μόνο της γενικής επιτυχίας, αλλά επίσης για ιδιαίτερους τομείς δυσκολίας της δοκιμασίας. Χορηγήσαμε τη WCST σε 200 Έλληνες υγιείς ενήλικες με σκοπό να δημιουργήσουμε νόρμες για ερευνητική και κλινική χρήση. Η συνεισφορά δημογραφικών παραγόντων στην επίδοση σε επιμέρους μεταβλητές της δοκιμασίας, εξετάστηκε με τη μέθοδο της γραμμικής παλινδρόμησης κατά βήμα με ανεξάρτητες μεταβλητές το φύλο, το μορφωτικό επίπεδο και την ηλικία. Διαπιστώσαμε ότι η ηλικία και η εκπαίδευση συνεισφέρουν σημαντικά στην επίδοση στις μεταβλητές σύνολο λαθών, κατηγορίες που ολοκληρώθηκαν, εννοιολογική κατανόηση, εμμονές και λάθη εμμονών, ενώ μόνο το μορφωτικό επίπεδο συνεισφέρει στην επίδοση στις μεταβλητές αποτελεσματικότητα μάθησης, σύνολο σωστών απαντήσεων, σύνολο προσπαθειών, αριθμός προσπαθειών για την πρώτη κατηγορία, λάθη που δεν οφείλονται σε εμμονές. Το φύλο δε βρέθηκε να συνεισφέρει στην επίδοση σε καμιά από τις μεταβλητές. Παρουσιάζουμε αναλυτικά την αναμενόμενη επίδοση στις επιμέρους παραμέτρους της δοκιμασίας WCST

01-10-2005 (Υποέργο: 80894)
Αρετούλη, Ε., Τσώτση, Σ., Κοψιδά, Ε., & Κοσμίδου, Μ. Δημιουργία της Δοκιμασίας Αντίληψης Κοινωνικών Συμπερασμών (ΔΑΚΣ). Ανακοίνωση στο 19th Panhellenic Conference of the Hellenic Society for Neuroscience, Patras, September 30-October 2, 2005

Περίληψη
H κοινωνική αντίληψη είναι η ικανότητα να ερμηνεύει κανείς κοινωνικές ενδείξεις (π.χ., έκφραση προσώπου, τόνος φωνής, χειρονομίες και γλώσσα του σώματος, κ.λπ.), προκειμένου να κρίνει τη συμπεριφορά, τις πεποιθήσεις και τα συναισθήματα των άλλων [1]. Σε πολλές ψυχιατρικές και νευρολογικές διαταραχές παρατηρείται εξασθένηση στην κοινωνική αντίληψη [2, 3, 4]. Το γεγονός ότι υπάρχουν ελάχιστα νευροψυχολογικά εργαλεία που αξιολογούν την κοινωνική αντίληψη μας οδήγησε στη δημιουργία της Δοκιμασίας Αντίληψης Κοινωνικών Συμπερασμών (ΔΑΚΣ) για τον ελληνικό πληθυσμό. Η ΔΑΚΣ (εμπνευσμένη από την Awareness of Social Inference Test [5]) αποτελείται από 3 τμήματα, το καθένα με βιντεοσκοπημένα κοινωνικά σενάρια: 1. Υποδοκιμασία Αντίληψης Συναισθημάτων -- εξετάζει την ικανότητα αντίληψης του συναισθήματος ηθοποιού που εκφέρει προτάσεις ουδέτερου περιεχομένου, 2. Υποδοκιμασία Κοινωνικού Συμπερασμού-βασικό -- εξετάζει την κατανόηση παραλεκτικών στοιχείων σε διαλόγους με ειλικρινείς, με σαρκαστικές, ή με παράδοξες αναφορές, 3. Υποδοκιμασία Κοινωνικού Συμπερασμού-εμπλουτισμένο -- εξετάζει την ικανότητα αξιοποίησης πληροφοριών του πλαισίου για την κατανόηση ενός σεναρίου, όπου μια ψευδής αναφορά εκφέρεται είτε σαρκαστικά (με σκοπό να υποδείξει το αντίθετο νόημα, τονίζοντας έτσι την αλήθεια) είτε ως ψέμα (με σκοπό να κρύψει ή να ελαχιστοποιήσει την αλήθεια). Αυτή η υποδοκιμασία διαφέρει από την προηγούμενη στο ότι παρέχονται εκτός από τα παραλεκτικά στοιχεία και πληροφορίες του πλαισίου (με τη μορφή προλόγου ή διαλόγου πριν τον κυρίως διάλογο που αποκαλύπτει τις πραγματικές σκέψεις του ομιλητή). Στη 2η και 3η υποδοκιμασία ζητείται από τους εξεταζόμενους να εκτιμήσουν τη συναισθηματική κατάσταση, το νόημα των αναφορών, τις πεποιθήσεις και τους στόχους των ηθοποιών. Χορηγήσαμε τη ΔΑΚΣ πιλοτικά σε ομάδα υγιών ενηλίκων και σε ομάδα ασθενών. Παρουσιάζουμε προκαταρκτικά δεδομένα σχετικά με τη χρησιμότητα του νευροψυχολογικού αυτού εργαλείου για την εκτίμηση της κοινωνικής αντίληψης

18-04-2007 (Υποέργο: 80898)
Τρίγκα Βασιλική, Μιχαλοπούλου Παγώνα. Ανάλυση των αντιλήψεων Ελλήνων φοιτητών και εργαζομένων και φοιτητών Erasmus διαφόρων Ευρωπαϊκών εθνικοτήτων για την τρομοκρατία Συμπόσιο «Κοινωνικές κατασκευές του φαινομένου της τρομοκρατίας: Συγκριτικές μελέτες σε εθνικό και πολυεθνικό πλαίσιο» στο 11ο Συνέδριο Ψυχολογικής Έρευνας «Η ψυχολογία ατενίζοντας το μέλλον της: Επαναπροσδιορισμοί, ανακατατάξεις και συνθέσεις» ΕΛΨΕ Πανεπιστήμιο Κρήτης, 18-22 Απριλίου 2007

Περίληψη
Η παρούσα εργασία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης συγκριτικής έρευνας (Πυθαγόρας ΙΙ- Ενίσχυση Ερευνητικών Ομάδων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) που μελετά τις αντιλήψεις και αναπαραστάσεις της τρομοκρατίας στο λόγο, σε εθνικό και υπερεθνικό πλαίσιο. Η συνολική έρευνα στηρίχθηκε στη χρήση τόσο ποιοτικών όσο και ποσοτικών μεθόδων συλλογής αλλά και ανάλυσης δεδομένων. Το συγκεκριμένο μέρος της έρευνας που θα παρουσιαστεί εστιάζεται στην ποσοτική διερεύνηση και ανάλυση των απόψεων τριών κοινωνικών ομάδων, όπως αυτές συλλέχθηκαν μέσα από δομημένα ερωτηματολόγια, που σχεδιάστηκαν από την ερευνητική ομάδα. Συνολικά συγκεντρώθηκαν 130 ερωτηματολόγια από Έλληνες φοιτητές, 67 ερωτηματολόγια από φοιτητές διαφόρων εθνικοτήτων που συμμετέχουν στο πρόγραμμα Erasmus και 130 ερωτηματολόγια από Έλληνες εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων ανέδειξε σημαντικές διαφορές αλλά και ομοιότητες ανάμεσα στις τρεις ομάδες όσον αφορά τον ορισμό της τρομοκρατίας και των τρομοκρατών, την αποτελεσματικότητα και τη σχέση των μέτρων πρόληψης και αντιμετώπισης της τρομοκρατίας με τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, και την έννοια του φόβου απέναντι στην τρομοκρατία.

18-04-2007 (Υποέργο: 80898)
Παυλίδου Βαλασία. Ερμηνευτικά ρεπερτόρια της τρομοκρατίας στον Κυριακάτικο Τύπο και σε ομάδες εστίασης εργαζομένων: Μια συγκριτική ανάλυση Συμπόσιο «Κοινωνικές κατασκευές του φαινομένου της τρομοκρατίας: Συγκριτικές μελέτες σε εθνικό και πολυεθνικό πλαίσιο» στο 11ο Συνέδριο Ψυχολογικής Έρευνας «Η ψυχολογία ατενίζοντας το μέλλον της: Επαναπροσδιορισμοί, ανακατατάξεις και συνθέσεις» ΕΛΨΕ Πανεπιστήμιο Κρήτης, 18-22 Απριλίου 2007

Περίληψη
Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η συγκριτική ανάλυση του λόγου για την τρομοκρατία έτσι όπως αυτός προκύπτει από άρθρα κυριακάτικων εφημερίδων πανελλαδικής κυκλοφορίας και από εργαζόμενους στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Πιο συγκεκριμένα επιχειρεί να αναδείξει τα ερμηνευτικά ρεπερτόρια που επικαλούνται στο λόγο τους 23 εργαζόμενοι (άνδρες και γυναίκες) στην πόλη της Θεσσαλονίκης όταν συζητούν για το φαινόμενο της τρομοκρατίας σε αντιδιαστολή με τα ερμηνευτικά ρεπερτόρια και τις γραμμές επιχειρηματολογίας που χρησιμοποιούν τα άρθρα κυριακάτικων φύλλων εφημερίδων για να πληροφορήσουν ? αναλύσουν ? ενημερώσουν για την τρομοκρατία.

18-04-2007 (Υποέργο: 80898)
Μπάκα Αφροδίτη, Ποποντοπούλου Χριστίνα. Συζητώντας για την τρομοκρατία σε εθνικά ομοιογενείς και ετερογενείς (πολυεθνείς) ομάδες εστίασης: Μια κριτική προσέγγιση με βάση την ψυχολογία του λόγου. Συμπόσιο «Κοινωνικές κατασκευές του φαινομένου της τρομοκρατίας: Συγκριτικές μελέτες σε εθνικό και πολυεθνικό πλαίσιο» στο 11ο Συνέδριο Ψυχολογικής Έρευνας «Η ψυχολογία ατενίζοντας το μέλλον της: Επαναπροσδιορισμοί, ανακατατάξεις και συνθέσεις» ΕΛΨΕ Πανεπιστήμιο Κρήτης, 18-22 Απριλίου 2007

Περίληψη
Η έρευνα αποτελεί μέρος ευρύτερου ερευνητικού προγράμματος που εκπονείται από το Τμήμα Ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και χρηματοδοτείται από το έργο Πυθαγόρας ΙΙ - Ενίσχυση Ερευνητικών Ομάδων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στόχος της έρευνας είναι να διερευνηθούν οι αντιλήψεις αλλά και οι λόγοι για την τρομοκρατία σε εθνικό αλλά και σε υπερεθνικό πλαίσιο. Για το σκοπό αυτό εκπονήθηκαν 12 ομάδες εστίασης στις οποίες συμμετείχαν α) Έλληνες φοιτητές, β) φοιτητές διαφόρων ευρωπαϊκών εθνικοτήτων, γ) Έλληνες εργαζόμενοι στο ευρύτερο δημόσιο τομέα και δ) εργαζόμενοι διαφόρων ευρωπαϊκών εθνικοτήτων που εργάζονται σε οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις ομάδες συζητήθηκαν θέματα που αφορούσαν τους ορισμούς της τρομοκρατίας και του τρομοκράτη, τα μέτρα πρόληψης εναντίον της τρομοκρατίας και το φόβο απέναντι στις τρομοκρατικές ενέργειες. Η ανάλυση ανέδειξε ότι οι συμμετέχοντες συζητώντας για την τρομοκρατία αντλούν από κοινά ερμηνευτικά ρεπερτόρια αλλά εντοπίζονται και ρεπερτόρια από τα οποία αντλούν κυρίως οι Έλληνες συμμετέχοντες και τα οποία συνδέονται με την ιδεολογική συγκρότηση και αναπαραγωγή της ελληνικής εθνικής ταυτότητας στο λόγο.

18-04-2007 (Υποέργο: 80898)
Γερασοπούλου Ιωάννα. Αντιλήψεις για την τρομοκρατία και τα μέτρα πρόληψής της: Συγκριτική μελέτη μεταξύ Ελλήνων και Ισπανών φοιτητών Συμπόσιο «Κοινωνικές κατασκευές του φαινομένου της τρομοκρατίας: Συγκριτικές μελέτες σε εθνικό και πολυεθνικό πλαίσιο» στο 11ο Συνέδριο Ψυχολογικής Έρευνας «Η ψυχολογία ατενίζοντας το μέλλον της: Επαναπροσδιορισμοί, ανακατατάξεις και συνθέσεις» ΕΛΨΕ Πανεπιστήμιο Κρήτης, 18-22 Απριλίου 2007

Περίληψη
Η έρευνα διεξήχθη στην Ελλάδα και στην Τενερίφη και αναζητά τις διαφορές αλλά και τις ομοιότητες στους τρόπους με τους οποίους γίνεται αντιληπτή η έννοια της τρομοκρατίας και των μέτρων πρόληψής της από Έλληνες και Ισπανούς φοιτητές στο νησί της Τενερίφης. Στην έρευνα συμμετείχαν 77 φοιτητές από τη Θεσσαλονίκη και 73 φοιτητές από την Τενερίφη διαφόρων ειδικοτήτων και η συλλογή των δεδομένων έγινε με ερωτηματολόγιο. Τα αποτελέσματα δείχνουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο πληθυσμών ως προς τους ορισμούς της τρομοκρατίας και τα μέτρα πρόληψής της αλλά και ως προς το φόβο απέναντι στην τρομοκρατία. Πιο συγκεκριμένα διαπιστώνεται ότι οι Έλληνες φοιτητές σε μεγαλύτερο βαθμό συνδέουν τη διεθνή τρομοκρατία με την κρατική τρομοκρατία και αντιμετωπίζουν τα μέτρα πρόληψής της ως περιοριστικά για τις προσωπικές ελευθερίες των πολιτών. Αντίθετα οι Ισπανοί φοιτητές επικεντρώνονται στην τρομοκρατία ως εγκληματική δραστηριότητα και υποστηρίζουν την ανάγκη λήψης μέτρων για την καταπολέμησή της.

18-04-2007 (Υποέργο: 80898)
Αγγελίδου Βασιλική. Συζητώντας για την τρομοκρατία: Μια κριτική ανάλυση ομάδων εστίασης με Παλαιστίνους που ζουν στην Ελλάδα. Συμπόσιο «Κοινωνικές κατασκευές του φαινομένου της τρομοκρατίας: Συγκριτικές μελέτες σε εθνικό και πολυεθνικό πλαίσιο» στο 11ο Συνέδριο Ψυχολογικής Έρευνας «Η ψυχολογία ατενίζοντας το μέλλον της: Επαναπροσδιορισμοί, ανακατατάξεις και συνθέσεις» ΕΛΨΕ Πανεπιστήμιο Κρήτης, 18-22 Απριλίου 2007

Περίληψη
Το μεγαλύτερο μέρος των ερευνών για την τρομοκρατία στο χώρο της ψυχολογίας εστιάζεται κυρίως στην εξέταση των ψυχο-κοινωνικών παραγόντων που οδηγούν στην τρομοκρατία (ψυχοπαθολογία, κοινωνική αποστέρηση κτλ.) και των επιπτώσεων των τρομοκρατικών επιθέσεων (μετατραυματικό σύνδρομο). Περιορισμένες είναι ωστόσο οι έρευνες που επικεντρώνονται στη μελέτη της οπτικής των ομάδων εκείνων που εκτίθενται στο στιγματισμό των «εν δυνάμει» τρομοκρατών. Καθώς η Παλαιστίνη παρουσιάζεται συχνά ως μια περιοχή που συνδέεται με τρομοκρατικές ενέργειες, η παρούσα έρευνα μελετά το λόγο (discourse) που διατυπώνουν για τη διεθνή αλλά και την τοπική τρομοκρατία Παλαιστίνιοι που ζουν στην Ελλάδα. Για το σκοπό αυτό εκπονήθηκαν ομάδες εστίασης στις οποίες συμμετείχαν Παλαιστίνιοι φοιτητές και εργαζόμενοι. Οι συζητήσεις αναλύθηκαν με βάση τη θεωρία και τις μεθόδους της ψυχολογίας του λόγου (discursive psychology) και εντοπίστηκαν τα κύρια ερμηνευτικά ρεπερτόρια από τα οποία αντλούν οι συμμετέχοντες μιλώντας για την τρομοκρατία.

12-05-2006 (Υποέργο: 80898)
Μπάκα, Α. & Δικαίου, Μ. Η τρομοκρατία στον καθημερινό λόγο: Συγκριτική μελέτη σε εθνικό και υπερ-εθνικό επίπεδο. Ημερίδα: Πολυπολιτισμικότητα: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 12 Μαΐου 2006

Περίληψη
Στην ανακοίνωση παρουσιάστηκαν τα πρώτα αποτελέσματα από έρευνα που εκπονείται στο πλαίσιο του Προγράμματος Πυθαγόρας η οποία ενδιαφέρεται για την πρόληψη του πολέμου και της τρομοκρατίας, μέσω της μελέτης των τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι κατανοούν και αναπαριστούν, καταδικάζουν ή/και νομιμοποιούν τον πόλεμο και την τρομοκρατία στον καθημερινό λόγο. Πιο συγκεκριμένα μελετά (με ποιοτικές και ποσοτικές μεθόδους) συγκριτικά το λόγο για τον πόλεμο και την τρομοκρατία που διατυπώνεται από μια εθνική ομάδα, τους Έλληνες πολίτες, και από πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εργάζονται ή σπουδάζουν στην Ελλάδα στο πλαίσιο οργανωμένων θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου επισήμως δομείται η Ευρωπαϊκή ταυτότητα. Σε ένα πρώτο επίπεδο ανάλυσης διαπιστώνονται σημαντικές διαφορές αλλά και ομοιότητες στο λόγο που αναπτύχθηκε από τις ομογενείς εθνικά ομάδες (έλληνες φοιτητές και εργαζόμενοι) και στο λόγο που αναπτύχθηκε στις πολυεθνικές ομάδες (φοιτητές εράσμους και εργαζόμενων σε ευρωπαϊκούς οργανισμούς), που αφορούν τα αίτια της τρομοκρατίας, το προφίλ των τρομοκρατών, τα μέτρα πρόληψης και τα ανθρώπινα δικαιώματα καθώς και το φόβο απέναντι στην τρομοκρατία.

16-05-2005 (Υποέργο: 80898)
Μπάκα, Α. Ο περί πολέμου λόγος. Συνέδριο: Ψυχολογία και Κοινωνία. Διοργάνωση: Τμήμα Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα, 16-21 Μαΐου 2005

Περίληψη
Στην ανακοίνωση παρουσιάστηκαν συζητήσεις νέων στην Ελλάδα για τον πόλεμο στο Κοσσυφοπέδιο. Καθώς ένας πόλεμος αποτελεί μία κρίση, ένα δηλαδή μη αναμενόμενο και ασυνήθιστο γεγονός, με αρνητικές επιπτώσεις (ανθρώπινα θύματα, υλικές οικονομικές και οικολογικές καταστροφές) θα μπορούσαμε να αναμένουμε σύμφωνα με τη θεωρία του ριζοσπαστικού κονστρουκτιβισμού, να αποτελεί και μία περίοδο στην οποία ευνοείται η «εξάρθρωση» κυρίαρχων ιδεολογιών ή «κατασκευών» της πραγματικότητας και η «συνάρθρωση» νέων λόγων. Με βάση ωστόσο διαφορετικές θεωρήσεις η ανασφάλεια από την ρευστότητα και την ασάφεια που προκαλείται σε περιόδους κρίσης οδηγεί τους ανθρώπους να βρίσκουν καταφύγιο σε παραδοσιακούς ηγεμονικούς λόγους και ταυτότητες, για να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα. Η ανάλυση των συζητήσεων που έγινε με την οπτική της ψυχολογίας του λόγου έδειξε κατ? αρχάς ότι ο λόγος για τον πόλεμο αναπτύχθηκε με ποικιλία τόσο ως προς το περιεχόμενό του όσο και ως προς τους ρητορικούς τρόπους, με τους οποίους διατυπώθηκε και τις ταυτότητες που υιοθετούν οι ομιλητές. Οι ομιλητές, ακόμα και αν παρουσιάζονται ως φανατικοί υποστηρικτές μίας άποψης, παρουσιάζουν ποικιλία στο λόγο τους και είναι ενήμεροι των αντίθετων απόψεων που αντικρούουν τα δικά τους επιχειρήματα.

  Concept by Colibri